Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Θά Σου Δίνω Λεφτά Νά Αγοράζης Ωραία Πράματα, Αν Είσαι Ύπάκουο Παιδί

picture_consumption_behavior-thumb-largeΤο κατεστημένο της έξουσίας χρησιμοποιεί πολλά μέσα, γιά νά έπιβιώνη. Όλα τείνουν πρός τον ίδιο σκοπό: την έξουδετέρωση εκείνην πού βρίσκονται εκτός Κατεστημένου καί τήν ματαίωση κάθε προσπάθειας πού θά μπορούσε νά γίνη έκ μέρους τους γιά τήν Αμφισβήτηση ή τήν Ανατροπή του. Μέ τον νοσηρό Εγωισμό του, τό Κατεστημένο θεωρεί έχθρούς και «Απειλή» τους πάντες, έκτος Από τον ίδιο τον έαυτό του.Μεταξύ των εχθρών του, ό πιο ιδιότυπος είναι ό Ανώνυμος λαός, ή Απρόσωπη μάζα, πού Αποτελεί τό έμψυχο υπόβαθρο κάθε Εθνους.

Ο λαός είναι ό πιο ευτρωτος εχθρός  Απ’ όλους τούς έχθρούς τών κρατούντων, σ’ όλες τις έποχές καί σ’ όλους τούς χώρους. Μοιάζει μ’ ένα γιγάντιο νήπιο. Διαθέτει τεράστια δύναμη, άλλά δέν είναι ικανός να τήν χρησιμοποήση. Καί άν ποτέ τήν χρησιμοποιήση, Θά τήν σπαταλήση Ασκοπα. «Διαμορφώνεται» ευκολα καί του Αρέσουν τά παραμύθια. Εχει συνεχώς Ανάγκη Από ένα κηδεμόνα, ένα προστάτη. Συναισθάνεται, ένθουσιάζεται, Αλλά δέν έχει κρίση. Εντυπωσιάζεται άπό τά πυροτεχνήματα καί τις ταχυδακτυλουργίες. Καί κλαίει όταν πεινάη, διότι ή μεγάλη του Αδυναμία είναι τό φαί. Τρελλαίνεται έπίσης γιά τά φανταχτερά πραγματάκια. Καί ζητάει συνεχώς όμορφα μπιχλιμπίδια.

Γνωρίζοντας καλά τήν μεγάλη αύτή Αδυναμία του λαοϋ, ή έξ- ουσία μεταξύ τών άλλων τρόπων πού χρησιμοποιεί γιά νά τόν κρατάη ύπάκουο — βία, δόλος, παραπλάνηση, «παραμύθια», φοβέρα— έφαρμόζει σέ εύρεία έκταση τήν μέθοδο του έκβιάσιμου: «Θά σου δίνω λεφτά γιά νά τρώς καί νά Αγοράζης ωραία πράματα, μόνον όταν είσαι ύπάκουο παιδί».
001plasticbagDM_468x344 
 
Έχοντας κάτω άπό τόν πλήρη έλεγχό του τά ύλικα μέσα —τεχνολογία καί πλούτο— τό Κατεστημένο διαθέτει πράγματι τό πιο άποτελεσματικό όπλο για να δουλαγωγή τούς λαούς: τό όπλο τών υλικών παροχών. Ό έξουσιαζόμενος καί έξαρτώμενος πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά άνθρωπος —-και τέτοιοι είναι όλοι όσοι βρίσκονται εκτός Κατεστημένου, δηλαδή ή μέγιστη πλειονότητα τών άτόμων— παρασυράμενος άπό τό δόλωμα τής υλης, ύποκύπτει σχεδόν πάντοτε στόν έκβιασμό. ‘Αντιλαμβάνεται, ότι γιά νά «ζήση», για να «προκόψη», γιά νά «σταδιοδρομήση», πρέπει νά είναι ευπειθής. ’Αλλοιώς, οι «κηδεμόνες» πού κρατάνε τά κλειδιά του ταμείου, δέν θά του δώσουν τίποτε.
Μέ τον άπέραντο κυνισμό τους οι κρατούντες κάνουν ο,τι μπορούν, γιά νά ένισχύσουν την δίψα γιά τήν ύλη πού χαρακτηρίζει τούς λαούς.

 Οι βιτρίνες του τεχνολογικού πολιτισμού τής έποχής μας άστραποβολουν άπό σωρούς διαφόρων πραγμάτων — χρήσιμων ή άχρηστων— πού καθένα άπ’ αυτά Αντιπροσωπεύει κι ένα μεγάλο πειρασμό γιά τά άτομα. Όπως οί ψιλικατζήδες καί οί πωλητές παιδικών είδών καί παιχνιδιών έκθέτσυν όσο μπορούν πιό προκλητικά τό έμπόρευμά τους, γιά νά τραβήξουν τήν προσοχή τών άνήλικων πελατών τους, έτσι και τό Κατεστημένο, μέ τή βοήθεια τής έλιεγχόμενης άπ’ αύτό τεχνολογίας, προωθεί μέ όλα τά μέσα τή μαζική παραγωγή υλικών άγαθών πού προορίζονται γιά νά άνοίξουν τήν όρεξη των δουλών του.
bazaar1
Ταυτόχρονα διαφημίζει μ’ όλους τούς τρόπους τις ανέσεις καί τήν ώραία ζωή πού έξασφαλίζουν τά άγαθά αύτά —πού μπορεί νά καλύπτουν πραγματικές άνάγκες, άλλά καί μπορεί νά μήν προσφέρουν κανένα ωφέλημα σ’ αυτούς πού τά άποκτουν. Όλες οί άποχρώσεις του, άπό τή μαρξιστική μέχρι τήν καπιταλιστική, όταν μιλάν στούς ύπηκόους τους, μόνο στό στομάχι τους άπευθύνονται καί ποτέ στον έγκέφαλο ή τήν ψυχή τους. Οικονομική άνάπτυξη, ύλική ευημερία, κοινωνική «δικαιοσύνη», αύξήσεις μισθών καί λοιπά παρόμοια είναι τά μόνα πράγματα πού υπάρχουν σ’ όλα τά πολιτικά προγράμματα όλων τών έξουσιαστικών καθεστώτων του κόσμου.

Ετσι ή δίψα γιά τήν άπόκτηση υλικών άγαθών πήρε στήν έποχή μας τις διαστάσεις μαζικής ύστερίας. Πρόκειται γιά τό φαινόμενο του Καταναλωτισμού, πού δεν συνιστα άπλώς «τρόπο ζωής», άλλά τείνει νά πάρη τήν μορφή «κοσμοθεωρίας» γιά τον σύγχρονο άνθρωπο.

Ό «καταναλωτικός άνθρωπος» διακατέχεται μόνιμα άπό τόν πυρετό τής άπληστίας. «Όλες του οί σκέψεις, οί ένέργειες, τά όνειρά του άναφέρονται στήν έξεύρεση χρημάτων για την Εξασφάλιση «ανέσεων», πσύ κατά τη γνώμη του είναι «Απαραίτητες γιά νά ζήση». Οί «άνέσεις» αυτές δέν Επιτυγχάνονται ποτέ. «Όταν άποκτά σπίτι, όνειρεύεται ενα μεγαλύτερο καί πολυτελέστερο. «Όταν τό  αποκτά καί αυτό, έπιδιώκει τήν κατασκευή μιας βίλλας σέ κάποια έξοχική περιοχή. «Όταν άποκτά αυτοκίνητο, θέλει να μεγαλύτερο και καλύτερο. «Όταν τό άγοράζη κι’ αυτό, θέλει ένα κότερο. «Ύστερα ενα Ιδιωτικό αεροπλάνο και ούτω καθεξής. Είναι φανερό, ότι ή καταναλωτική υστερία δεν όφείλεται στή φυσιολογική τάση του ανθρώπου για κάλυψη των φυσικών του άναγκών. Άλλα πρόκειται γιά διαστροφή, έφ’ όσον τά περισσότερα υλικά άγαθά πού έπιδιώκει νά άποκτήση μόνο φανταστικές άνάγκες του εξυπηρετούν.
window 









Στο ξέφρενο κυνήγι τής ύλης ό «καταναλωτικός άνθρωπος» δεν εχει φραγμούς. Πουλά έκατό φορές τήν ήμέρα τήν τιμή του, τήν άξιοπρέπειά του, τις ιδέες του, θυσιάζοντάς τα σάν τίμημα της ύλικής του «ευδαιμονίας». Ή υλη αποτελεί γι’ αύτόν τόν άνώτατο σκοπό και όλα τά μή υλικά είναι άπλώς «μέσα» ή τίποτα.
Μ’ αυτές τις συνθήκες καί μ’ αύτό τό ύλιστικό «Ιδανικό», που έχει τοποθετήσει στην κορυφή τής πυραμίδας των «άξιων» της, ή «Καταναλωτική Κοινωνία», ή τελευταία μορφή τής λογοκρατικής κοινωνίας, μεταβάλλεται σ’ έναν εσμό δωροδοκούντων και δωροληπτών, σαλταδόρων καί καρριεριστών, άπατεώνων, καί έκβιαστών καί σέ τελευταία άνάλυση σέ μιά άπειροπληθή άγέλη άνδραπόδων, τυφλά κινουμένων πλασμάτων. Ή Εξουσία είναι ή Κίρκη πού ακουμπά μέ τό μαγικό ραβδί της τούς άνθρώπους και τούς μεταμορφώνει σέ χοίρους. 

Οι «καταναλωτικοί άνθρωποι» δέν σκέπτονται, δεν έχουν τιμή, δέν έχουν ίδέες, δέν έχουν κάποιο σταθερό σημείο άναφοράς ατή ζωή τους και σάν «πόρνες» έκδίδονται πρόθυμα σ’ οποιονδήποτε τούς αμείβει, δηλαδή στους κρατούντες.
Είναι αυτονόητο, ότι μιά τέτοια κοινωνία είναι ή πιο εύκολοκυβέρνητη όλότητα πού θα μπορούσε νά έπιθυμήση τό Κατεστημένο. Καθώς οί μάζες δέν έχουν καιρό νά σκαφθούν τίποτε άλλο έκτός άπό τήν ύλη, οι κρατούντες προμηθεύουν σ’ αυτές τη «σκέψη» πού τούς ίδιους συμφέρει. «Σκεπτόμενο πριν από μάς, γιά μάς», τό Κατεστημένομάς προσφέρει, μέ τά άπειρα τεχνικά μέσα πλύσεως έγκεφάλων πού διαθέτει, ετοιμες «λύσεις» γιά όλα τά προβλήματα πού μάς απασχολούν: ατομικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά, οικονομικά, Ιδεολογικά, θρησκευτικά, πολιτικά, ακόμη και σεξουαλικά. Έτσι οί λαοί, αν κάποτε επιδιώκουν κάποια λύση σε κάποιο πρόβλημα ή «λύση» αυτή είναι πάντοτε δογματική, προγραμματισμένη και «υπαγορευμένη» προ πολλού από τό Κατεστημένο καί φυσικά ποτέ δεν είναι λύση.

Αυτό πού συμβαίνει στο έπίπεδο των άτόμων, ισχύει Απαράλλακτα και στο έπίπεδο των Εθνών. Ή άόρατη Διεθνής ’Εξουσιαστική Κλίκα πού κυβερνά τον Κόσμο, έχοντας στά χέρια της τόν άπόλυτο έλεγχο του πλούτου καί τής τεχνολογίας, έκβιάζει τά Έθνη, λέγοντάς τους ό,τι λέει και στα άτομα: «Θά σάς βοηθήσω οικονομικά καί τεχνολογικά, μόνον όταν είσθε υπάκουα». Όπως τά άτομα υποτάσσονται, έτσι καί τά έθνη άναγκάζονται νά ύποδουλωθοϋν. Γιά χάρη τής ιδέας τής «οικονομικής άναπτύξεως» πού είναι σαν τό καταναλωτικό «πνεύμα» των ατόμων, διότι, όπως αυτό, έτσι και έκείνη, δεν Ικανοποιείται ποτέ, τά Εθνη έγκαταλείπουν τά ιδανικά τους καί παραδίδονται έρμαια στον διεθνισμό και τόν κοσμοπολιτισμό του Κατεστημένου. Ή υστερία τής «οικονομικής άναπτύξεως», πού έχει «υποβάλει» στά έθνη ή Διεθνής Εξουσία, είναι ένας άπό τούς βαθύτερους λόγους τής φθοράς του έθνικου Ιδανικού καί τής έκπορνεύσεως των έθνικών άξιων καί άρετών, όπως ή υστερία του Καταναλωτισμού είναι ένας από τούς βαθύτερους λόγους τής ήθικής έκπορνεύσεως των κοινωνιών καί τών άτόμων. Καί είναι άλήθεια, αυτό πού έκ πρώτης όψεως φαίνεται παράλογο: Τό άτέλειωτο καί στούς αιώνες τών αιώνων άπιαστο όνειρο τής «οίκονομικής άναπτύξεως», αύτή ή διηνεκώς διαφεύγουσα χίμαιρα, είναι στήν πραγματικότητα ή θανατηφόρα άρρώστια κάθε «Έθνους καί ό άπόκρυφος δολοφόνος τής έλευθερίάς του.

Ή καταναλωτική άλλοτρίωση καί ό ήθικός εύτελισμός τών άτόμων καί τών κοινωνιών θά μπορούσαν νά είχαν κάποιο έλαφρυντικό, κάποιο «πλεονέκτημα», χάριν του όποιου νά τούς συγχωρηθή ή καταστροφή πού προξενούν στόν πολιτισμό τής άνθρωπότητας: την ευδαιμονία τού άνθρώπου. ’Αλλά, δυστυχώς, δέν ύπάρχει αύτό τό έλαφρυντικό. Ό «καταναλωτικός άνθρωπος» έκτος του ότι είναι «ό πιο ύποδουλωμένος, ό πιό άτιμος, ό πιο άποβλακωμένος καί ό πιο άποκτηνωμένος άνθρωπος όλων τών έποχών», είναι ταυτόχρονα καί ό πιό δυστυχής. Τό άγχος, ό παραλογισμός καί οί παρακρούσεις, οί «υποχθόνιοι» φόβοι καί ή άπερίγραπτη ματαιότητα πού τόν συνοδεύουν σάν φαντάσματα σέ κάθε του βήμα, μετατρέπουν τη ζωή του σέ κόλαση.

Έχοντας χάσει τήν αίσθηση του μέτρου, κατρακυλά όλοένα καί πιό βαθειά στο έρεβος καί στή δίνη τής υστερίας ταυ. Αιχμάλωτος, δέσμιος ένός ύποβολιμαίου «Ιδανικού», πού είναι άπλώς παγίδα πού του στήνουν οί έξουσιαστές, αισθάνεται ίσως ύποσυνείδητα τήν κατάντια του, διαβλέπει ότι ό δρόμος του δέν εχει κανένα τέρμα καί σέρνει τον σταυρό του άνεβαίνοντας σ’ ενα Γολγοθά, πού κι αυτός δεν έχει κανένα νόημα καί δέν θά βρή καμμιά δικαίωση.

Ό άνθρωπος αύτοτιμωρείται, γιατί παραβίασε τήν ίδια τη φύση του. Άπό δυσυπόστατο Ον, δηλαδή άπό είδος μέ υλικές άνάγκες άλλά και μέ άνώτερες, πνευματικές Ιδιότητες, μεταβάλλεται άφύσικα σέ μονοδιάστατο τέρας. Απέβαλε τόν Ιδεαλισμό πού ύπάρχει μέσα στη φύση του καί περιωρίσθηκε στόν υλισμό, ύποβιβάζοντας άσπλαχνα τόν έαυτό του. Δέν του άπομένουν παρά δυο πράγματα: ή άποκατάσταση τής διφυούς οντότητας του ή ή έκλειψή του άπό τήν έπιφάνεια τής Γης. Ή Μητέρα Φύση δέν συγχωρεί ποτέ τά παιδιά της, όταν τήν προδίδουν.

«Ήδη συντρίβουμε τους τρόπους του σκέπτεσθαι,
όσους απόμειναν από την προεπαναστατική εποχή»
ΤΖ. ΟΡΓΟΥΕΛ


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts with Thumbnails