Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Περί ψυχής

0. Εισαγωγή
Τις προάλλες ο φίλος-μου ο Αρίσταρχος, “εν τη ρύμη του λόγου-του”, μου έθεσε το πασίγνωστο και πανάρχαιο ερώτημα: «Τί είναι η ψυχή του ανθρώπου;», και χωρίς να περιμένει απάντηση, συνέχισε τον ειρμό των σκέψεών του. Δεν θέλησα να τον διακόψω, αφενός γιατί — αντίθετα με τη συνήθεια που φαίνεται να είναι “εθνικό σπορ” των συμπατριωτών-μου — δεν μου αρέσει να διακόπτω το...
συνομιλητή- μου, και αφετέρου γιατί σε μια προφορική συζήτηση δεν είναι δυνατό να δοθούν πλήρεις απαντήσεις σε τέτοια βαθύτατα ερωτήματα. Ο Αρίσταρχος όμως με ρωτούσε γι’ αυτό και για άλλα παρόμοια θέματα γιατί ήξερε οτι θα προσπαθούσα να του δώσω όχι απλώς την προσωπική-μου, υποκειμενική γνώμη (όπως π.χ. απαντάμε στο ερώτημα «ποια ομάδα παίζει την πιο καλή μπάλα;»). Ήθελε να μάθει τα όσα είναι προς το παρόν αποδεκτά από ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας.Καλά θα κάνω όμως να ξεκαθαρίσω μερικά θέματα πρώτα, μην τυχόν και παρεξηγηθούν αυτά που θα γράψω.
Πρώτα-πρώτα, ερωτήματα όπως “τί είναι ο άνθρωπος” και “τί είναι η ψυχή του ανθρώπου” δεν είναι αυστηρά επιστημονικά. Είναι κατά κύριο λόγο φιλοσοφικά (και πιστεύω είναι γνωστό οτι η φιλοσοφία δεν είναι επιστήμη· ασχολείται βέβαια και μ’ επιστημονικά θέματα, χωρίς όμως να εφαρμόζει την επιστημονική μέθοδο). Συμβαίνει όμως οτι καθώς η γνώση-μας για το φυσικό κόσμο ολοένα και αυξάνει, η επιστήμη “εισβάλλει” στο χώρο της φιλοσοφίας, και ακόμα και της θρησκείας, και είναι όλο και περισσότερο σε θέση ν’ αντιμετωπίσει και ν’ απαντήσει μ’ επιτυχία ερωτήματα που παραδοσιακά θεωρούνταν αυστηρά φιλοσοφικά ή θρησκευτικά.
Δεύτερο, αντίθετα με την κοινή άποψη, η επιστήμη δεν απαντά ποτέ με απόλυτη βεβαιότητα. Ακόμη και για θέματα που μοιάζουν αυστηρά επιστημονικά, όπως π.χ. για το νόμο της βαρύτητας, η επιστήμη δεν είναι ακριβώς 100% βέβαιη. Μπορεί η βεβαιότητά της να πλησιάζει το 100% (να είναι ας πούμε 99.9999995%, ή κάτι τέτοιο — αν και κανείς δεν ξέρει πώς να υπολογίσει τέτοια “ποσοστά βεβαιότητας”), αλλά πάντως 100% ακριβώς δεν είναι ποτέ. Άπόλυτη βεβαιότητα υπάρχει μόνο στο χώρο της θρησκείας (και ίσως και των μαθηματικών, που είναι όμως εργαλείο της επιστήμης, όχι κατ’ εξοχήν επιστήμη). Παραδείγματος χάρη: «υπάρχει Θεός;» «Ναι», απαντά ο θεολόγος, με απόλυτη βεβαιότητα. Ρωτήστε όμως έναν επιστήμονα το εξής: «ποια είναι η μέγιστη ταχύτητα στη φύση;» και θα σας απαντήσει έτσι περίπου: «Απ’ όσο γνωρίζουμε μέχρι στιγμής, είναι η ταχύτητα του φωτός, γιατί αν δεν είναι έτσι πρέπει να επαναδιατυπώσουμε ένα μεγάλο μέρος της φυσικής του 20ού αιώνα.» Προσέξτε όμως οτι απ’ την απάντηση αυτή έπεται οτι μπορεί και να μην είναι έτσι· απλώς σ’ αυτήν την περίπτωση μας περιμένει πολλή δουλειά (επαναδιατύπωση, ή μάλλον “διόρθωση” της φυσικής του 20ού αιώνα, ώστε η νέα φυσική να μη συγκρούεται με τις παλιές παρατηρήσεις, και να εξηγεί και όλες τις καινούριες). Επειδή λοιπόν ο μέσος άνθρωπος έχει συνηθίσει στην απόλυτη βεβαιότητα της θρησκείας, περιμένει αντίστοιχα απόλυτη βεβαιότητα κι απ’ την επιστήμη, η οποία όμως πάντα απαντάει “κρατώντας μία πισινή”. Αυτό φυσικά ισχύει και για όσα θα διαβάσετε παρακάτω.

Δοσμένων λοιπόν των παραπάνω, σας εφιστώ την προσοχή στο γεγονός οτι αυτό που πρόκειται να διαβάσετε δεν είναι μια παγιωμένη επιστημονική άποψη που την ασπάζονται σχεδόν όλοι οι επιστήμονες, όπως είναι ας πούμε η άποψη οτι η Γη γυρίζει γύρω απ’ τον άξονά της. Είναι όμως η άποψη στην οποία δείχνει να συγκλίνει η επιστήμη, και όσο περνάνε τα χρόνια (οι δεκαετίες) τόσο πιο πολύ μοιάζει να ισχυροποιείται η άποψη που θα περιγράψω. Μπορεί να είναι λάθος; Φυσικά και μπορεί! Όμως ο επιστήμονας πρέπει να κάνει πάντα ότι είναι δυνατό για να συμπεραίνει αμερόληπτα, βάσει μόνο των δεδομένων από τις παρατηρήσεις που γνωρίζει, αυτό που φαίνεται να είναι το καταλληλότερο συμπέρασμα, αυτό δηλαδή που δεν αντιτίθεται στις παρατηρήσεις (ή που δημιουργεί τις λιγότερες αντιθέσεις, στη χειρότερη περίπτωση). Και αν έρθουν νεότερες παρατηρήσεις που καταρρίπτουν το τρέχον συμπέρασμα, ο επιστήμονας πρέπει να είναι πάντα έτοιμος να απορρίψει την προηγούμενη λαθεμένη παραδοχή (παρόλο που αυτό είναι το ιδεατό· στην πράξη λίγοι επιστήμονες είναι τόσο πολύ ορθολογιστές και τόσο λίγο εγωιστές ώστε να παραδεχτούν το λάθος-τους και να εγκαταλείψουν τις αρχικές παραδοχές-τους· η αλλαγή στην επιστήμη έρχεται συνήθως μέσω νέων επιστημόνων που δεν έχουν τις παγιωμένες απόψεις των παλιών).
Υπάρχει κ’ ένα τελευταίο θέμα πριν κλείσω αυτή την εισαγωγή, αλλά πολύ σημαντικό:
Η επιστήμη δεν μας λέει πάντα αυτό που θα μας χαροποιούσε αν το ακούγαμε.
Ε βέβαια! Γιατί δηλαδή πρέπει σώνει και καλά να έχει πάντα ευχάριστα νέα η επιστήμη να μας ανακοινώσει; Ο φυσικός κόσμος, που είναι το αντικείμενο της επιστημονικής έρευνας, υπάρχει ανεξάρτητα από μας, δεν υπάρχει για τη δική-μας πνευματική ικανοποίηση· τουλάχιστον αυτό είναι μια βασική παραδοχή όσων μελετούν το φυσικό κόσμο. Μπορεί, ιδίως αν είστε θρησκευόμενοι, να πιστεύετε οτι ο Θεός έφτιαξε το φυσικό κόσμο έτσι ώστε εμείς, η υποτιθέμενη “κορωνίδα της Δημιουργίας”, να είμαστε ευτυχείς ζώντας μέσα σ’ αυτόν. Όσο όμως ψάχνουμε και ανακαλύπτουμε, και καταλαβαίνουμε βαθύτερα τη φύση, τόσο αντιλαμβανόμαστε οτι της φύσης “δεν της καίγεται καρφάκι” για το αν εμείς παραμένουμε ευτυχείς μ’ αυτά που μαθαίνουμε για κείνην. Να δώσω παραδείγματα:
Κάποτε οι άνθρωποι πίστευαν οτι ο Θεός τους τοποθέτησε στο κέντρο της Δημιουργίας, λόγω της υποτιθέμενης σπουδαιότητας των ανθρώπων για το Θεό. Αργότερα μάθαμε οτι ούτε η Γη είναι στο κέντρο του Σύμπαντος, ούτε καν έχει κέντρο ο τριδιάστατος χώρος στο Σύμπαν.
Κάποτε, κάποια φυλή ανθρώπων πίστεψε πως το ουράνιο τόξο ήταν θεόσταλτο σημάδι γαλήνευσης της φύσης, που σήμαινε “τέρμα πια η βροχή κ’ η καταιγίδα”. Αργότερα μάθαμε οτι το ουράνιο τόξο είναι απλώς το είδωλο του ήλιου, αποτέλεσμα της διάθλασης του ηλιακού φωτός καθώς αυτό περνάει μέσα από μια ατμόσφαιρα γεμάτη αιωρούμενα σταγονίδια, κι οτι καμιά σχέση δεν έχει με θεϊκές υποσχέσεις και χαρμόσυνα μαντάτα.
Κάποτε νομίζαμε οτι ο Θεός έκανε ιδιαίτερη δουλειά για να μας φτιάξει, “έβαλε όλη την τέχνη-του” ας το πούμε, προκειμένου να δημιουργήσει τον άνθρωπο. Αργότερα μάθαμε οτι οι άνθρωποι είμαστε προϊόντα της ίδιας βιολογικής εξέλιξης που δημιούργησε όχι μόνο τους πιθήκους σαν εμάς, αλλά και τους βατράχους, και τα έντομα, και τα δέντρα, και τα βρύα, και τις μούχλες, και τα βακτήρια. Τίποτε το ιδιαίτερο δεν θα χρειαζόταν να κάνει ο Θεός για να “φυτρώσει” (να εξελιχθεί) η αφεντιά-μας.
Κάποτε — κι όχι μόνο κάποτε, αλλά ως τις μέρες-μας ακόμα — ήταν κοινή παραδοχή οτι ο άθρωπος έχει “ψυχή”, αδιαίρετη και άφθαρτη, που του δίνεται κατά τη σύλληψή του και τον ακολουθεί στο ίδιο σώμα εφ’ όρου ζωής. Με το θάνατο, το σώμα μεν μπορεί ν’ αποσυντίθεται, αλλά η ψυχή παραμένει στον αιώνα τον άπαντα. Χμμ...
Αυτή την τελευταία παραδοχή περί ψυχής έρχεται ν’ αμφισβητήσει η άποψη αρκετών επιστημόνων του καιρού-μας. Θέλω να σας πω οτι δεν αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής που πρόκειται να υποστηρίξω την άποψη οτι αν υπάρχει κάτι που θέλουμε να το λέμε “ψυχή”, αυτό έχει πολύ διαφορετικές ιδιότητες από αυτές που παραδοσιακά του αποδίδονται. Δεν είμαι καν πεπεισμένος οτι ήταν καλή ιδέα να γράψω το παρόν. Με ποιο δικαίωμα άλλωστε πηγαίνω να ταράξω την ηρεμία που προκαλεί σε πολλούς η ιδέα οτι η ψυχή είναι έτσι όπως τη φαντάζονται; Από την άλλη, σκέφτομαι δύο πράγματα: πρώτο, αυτοί που θα συνεχίσουν να διαβάζουν το παρόν μέχρι τέλους θα είναι μάλλον μεταξύ όσων νοιάζονται να μάθουν, που δεν τους ικανοποιεί η ηρεμία των τελμάτων. Και δεύτερο, αυτά που θα γράψω έχουν αρχίσει να γίνονται γνωστά σε βιβλία που είναι γραμμένα στα αγγλικά, ενώ στη γλώσσα-μας δεν έχω δει ακόμη τίποτε αντίστοιχο. Πολλοί συμπατριώτες-μου, θαυμάσιοι και ικανότατοι διανοητές, δυστυχώς δεν μπορούν να παρακολουθήσουν ένα επιστημονικό (έστω εκλαϊκευτικό) κείμενο στα αγγλικά. Γιατί λοιπόν να μην έχουν τη δυνατότητα να μάθουν τί ιδέες κυκλοφορούν στην ξένη βιβλιογραφία, όπως αυτή που αναφέρω παρακάτω; — έτσι σκέφτηκα, κι αποφάσισα τη συγγραφή του παρόντος.
Πριν μπω λοιπόν “στο ψητό”, να σημειώσω οτι το βασικό υπόβαθρο για να γράψω το παρόν ήταν το βιβλίο “I Am a Strange Loop” (“Είμαι ένας παράξενος βρόχος”) του Douglas Hofstadter (Ντάγκλας Χοφστάντερ). Αυτός είναι ο “πνευματικός-μου πατέρας”. Τον ονομάζω έτσι γιατί επί μια 10ετία ο Hofstadter μου έδωσε όλα τα εφόδια για να κάνω την έρευνά μου, εργαζόμενος απερίσπαστα στο ερευνητικό-του κέντρο, καθώς δούλευα στη διδακτορική διατριβή-μου υπό την εποπτεία-του. Τα βιβλία-του είναι γνωστά παγκόσμια, αλλά στην Ελλάδα θα τα βρείτε μόνο σε ξενόγλωσσα βιβλιοπωλεία στα αγγλικά, γιατί η μετάφρασή τους είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα. Ο Hofstadter χρησιμοποιεί στη γραφή-του χίλια-δυο λογοπαίγνια και “λεκτικά κόλπα”, που ακούγονται μεν εξαιρετικά διασκεδαστικά στα αγγλικά, αλλά όταν τα μεταφράζει κανείς, ή πρέπει να είναι μεταφραστής–υπεράνθρωπος για να βρει αντίστοιχα λογοπαίγνια στην άλλη γλώσσα, ή να τα προσπεράσει, αγνοώντας έτσι μια ουσιαστική χροιά των βιβλίων-του. Παρ’ όλ’ αυτά, το πιο διάσημο βιβλίο-του, το “Gödel, Escher, Bach: an Eternal Golden Braid” (“Γκέντελ, Έσσερ, Μπαχ: μια Εντυπωσιακή Μαλαματένια Γιρλάντα” — βλέπετε; για να διατηρήσω το “λεκτικό τρικ” στον τίτλο-του θυσίασα την κατά λέξη μετάφραση(*)), που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ, μεταφράστηκε σε πάνω από 20 γλώσσες (χάνοντας στην κάθε μια ένα μέρος της λαμπρότητάς του). Το “Είμαι ένας παράξενος βρόχος” είναι το πιο πρόσφατό του, και συνάμα — κατά την προσωπική-μου άποψη — ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία που έχουν γραφεί ποτέ για τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, και για το “τί είναι η ψυχή του ανθρώπου”.
Δεν είναι όμως μόνο ο Hofstadter· υπάρχουν κι άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς που έχουν εκφράσει παρόμοιες απόψεις, όπως π.χ. ο Daniel C. Dennett (Ντάνιελ Ντένετ), ένας απ’ τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους της εποχής-μας στον τομέα της φιλοσοφίας του πνεύματος, στενός φίλος του Hofstadter, που είχα επίσης την τιμή να γνωρίσω από κοντά. Ο Dennett έχει εκφράσει τις απόψεις-του επί του “τί είναι η ψυχή του ανθρώπου” σε πολλά βιβλία-του, με πιο σχετικό το “Consciousness Explained” (“Η εξήγηση της συνείδησης”). Στη βιβλιογραφία, στο τέλος του παρόντος, αναφέρω και άλλα σχετικά βιβλία. Αυτό που θα διαβάσετε στο παρόν κείμενο δεν είναι μετάφραση κανενός βιβλίου. Είναι ο δικός-μου τρόπος με τον οποίο συνθέτω και εκφράζω ιδέες που — πιστεύω — βρίσκονται σε συμφωνία με τη βιβλιογραφία την οποία έχω υπόψη-μου.
Ας μπούμε όμως τώρα “στο ψητό”.

1. Ψυχές;
Μερικές έννοιες φαίνονται αυταπόδεικτες. Παραδείγματος χάρη, κάθε κύκλος έχει ένα κέντρο· κάθε κράτος μια πρωτεύουσα· και κάθε άνθρωπος μια ψυχή. Έτσι δεν είναι; Αυτή η τελευταία “αυταπόδεικτη αλήθεια”, οτι δηλαδή ο κάθε άνθρωπος έχει μια ψυχή, αποτέλεσε το κεντρικό δόγμα όχι μόνο της Χριστιανικής θρησκείας, αλλά και πολλών άλλων θρησκειών: της Μουσουλμανικής, του Σιντοϊσμού, της Αρχαίας Αιγυπτιακής, όπως και κάθε θρησκείας ή συστήματος ιδεών που ενστερνίζεται τη μετεμψύχωση (Ινδουϊσμός, Βουδδισμός, Ταοϊσμός, κ.ά). Ακόμα κ’ οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν οτι μετά το θάνατο οι ψυχές κατεβαίνουν στο βασίλειο του Άδη (μετέπειτα γνωστού ως Πλούτωνα), όπου και περιφέρονται σε μια κατάσταση όχι και τόσο παρήγορη για τους ζωντανούς: σαφώς μεν καλύτερη από εκείνη της Κόλασης, αλλά σίγουρα χειρότερη από εκείνη του Παραδείσου.
Ακόμα και άτομα που δεν πιστεύουν σε καμιά θρησκεία είναι δύσκολο να φανταστούν την ανθρώπινη φύση χωρίς αυτή την ιδιαίτερη “πεμπτουσία-της”, την αδιαίρετη, άφθαρτη, αιώνια ψυχή, που συσχετίζεται με ένα φθαρτό σώμα όσο το τελευταίο είναι εν ζωή, αλλά “ελευθερώνεται” με το θάνατο και πάει — ποιος (άθεος) ξέρει πού.
Και όμως, αυτή η αυταπόδεικτη, η προφανής αλήθεια, που γνωρίζουμε οτι είναι αλήθεια γιατί την αισθανόμαστε από πρώτο χέρι, μπορεί να είναι μια αυταπάτη. Ο Hofstadter στο “Είμαι ένας παράξενος βρόχος” θέτει αρκετά ερωτήματα σε όποιον πιστεύει οτι με την έννοια της “ψυχής” απαντά πειστικά στο ποια είναι η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης. Μαζί μ’ εκείνον, έχω κ’ εγώ μπόλικα ερωτήματα να προσθέσω. Σημειώστε παρακαλώ οτι τα ερωτήματα δεν τα βάζω για “να κάνω τον έξυπνο”, αλλά για να δείξω οτι δεν είναι και τόσο απλό πράγμα το να υποθέσουμε οτι κάθε άνθρωπος έχει μια ψυχή. Κοιτάξτε τα ερωτήματα αυτά, τα οποία σας προτρέπω να προσπαθήσετε να τα απαντήσετε με τρόπο που να ικανοποιεί πρώτα και κύρια εσάς τους ίδιους:
Ποια ακριβώς στιγμή “εκχωρείται” μια ψυχή σ’ ένα ανθρώπινο σώμα; Μήπως τη στιγμή που ένα σπερματοζωάριο εισβάλλει σ’ ένα ωάριο; Μα ποια είναι ακριβώς εκείνη η στιγμή; Αν δούμε την “εισβολή” του σπερματοζωαρίου σε αργή κίνηση, θα διαπιστώσουμε οτι παίρνει κάποιο χρόνο, κατά τον οποίο το σπερματοζωάριο έχει μισο-εισβάλει, είναι το μισό μέσα και το μισό έξω. Δηλαδή τί γίνεται, περιμένει μια ψυχή να δει πότε κάποιο από τα χιλιάδες σπερματοζωάρια που “πολιορκούν” το ωάριο θα αφεθεί να διαπεράσει την κυτταρική μεμβράνη, ώστε να αναφωνήσει «Τώρα!» και να εκχωρηθεί στο γονιμοποιημένο ωάριο; Κι αν αποβληθεί το σπερματοζωάριο πριν μπει μέσα για τα καλά; (Συμβαίνει αυτό καμιά φορά.) Τί λέει η ψυχή; «Ωχ! Γράψε λάθος!» και ξαναφεύγει; Ακόμα χειρότερα, αν αποβληθεί το γονιμοποιημένο ωάριο λίγο αργότερα (όπως συμβαίνει αρκετά συχνά, χωρίς να το καταλάβει καν η γυναίκα), τί γίνεται με την ψυχή, πάει κι αυτή στ’ αζήτητα; Στον “Παράδεισο” πάει δηλαδή; Μα πόσες τέτοιες “ψυχές εξ αποβολής ωαρίου” υπάρχουν στον Παράδεισο; Δισεκατομμύρια; Και τί κάνουν εκεί πέρα, με τί ασχολούνται; Ποιες είναι οι παραστάσεις-τους, αφού δεν πρόλαβαν να ζήσουν παρά μόνο μερικά λεπτά, ή και δευτερόλεπτα; Στο κάτω-κάτω, σε τί διαφέρουν η μια από την άλλη;
Αν δεν εκχωρείται η ψυχή κατά τη γονιμοποίηση του ωαρίου, τότε πότε εκχωρείται; Μετά από μια μέρα; Μια βδομάδα; Ένα μήνα; Κατά τη γέννηση; Αν κατά τη γέννηση, τότε ποια ακριβώς στιγμή; Η γέννηση διαρκεί αρκετά λεπτά της ώρας.
Επίσης, άλλο πρόβλημα: ας υποθέσουμε οτι το γονιμοποιημένο ωάριο έχει πολλαπλασιαστεί, κ’ έχει γίνει ήδη ένας μικρός αριθμός κυττάρων, και ας υποθέσουμε οτι απέκτησε ψυχή σε κάποια μυστηριώδη χρονική στιγμή. Τί γίνεται αν το μικροσκοπικό αυτό έμβρυο υποστεί σχάση, οπότε θα οδηγηθούμε σε δίδυμα; Σχάται και η ψυχή εκείνη τη στιγμή; Μα είναι φυσική οντότητα η ψυχή ώστε να χωριστεί κι αυτή στα δύο όπως το έμβρυο; Αν δεν σχάται η ψυχή, τότε τί κάνει; Ειδοποιεί μια άλλη ψυχή να πάει να κατοικήσει στο άλλο έμβρυο; Και ποιο είναι το “άλλο”; Πώς αποφασίζεται σε ποιο από τα δυο κομματάκια κυττάρων θα παραμείνει η ψυχή που ήδη υπήρχε στο αρχικό, και σε ποιο θα πάει η άλλη;
Υπάρχει ένα “ρεζερβουάρ ψυχών” ας πούμε, από το οποίο τις παίρνει κάποιος (ο Θεός, π.χ.;) μία-μία και τις εκχωρεί σε φυσικά σώματα, ή μήπως δημιουργούνται επί τόπου; Αν είναι ήδη δημιουργημένες σε “ρεζερβουάρ”, τί κάνουν εκεί πέρα; Αφού δεν έχουν καμιά εμπειρία από το φυσικό κόσμο ακόμα, πώς μπορούν να “ασχοληθούν” με οτιδήποτε; Κι αν οι ψυχές δεν είναι ήδη δημιουργημένες πριν να εκχωρηθούν, κι άρα η κάθε μία δημιουργείται κατά τη στιγμή της εκχώρησης, πώς δημιουργείται; Τί σημαίνει “δημιουργία ψυχής”; Τί περιλαμβάνει δηλαδή μια νέα ψυχή, κάποια ελαττώματα και κάποια προτερήματα; Αν ναι, τότε γιατί είμαστε υπεύθυνοι για όλα τα ελαττώματα και τα προτερήματά μας, αφού κάποια απ’ αυτά προϋπάρχουν της εκχώρησης της ψυχής στο σώμα-μας; Αν όχι, αν η ψυχή δεν περιλαμβάνει τίποτα, τότε τί σημαίνει “δημιουργία οντότητας που δεν περιλαμβάνει τίποτα”, και σε τί διαφέρει ένα τέτοιο “τίποτα” από τις άλλες μη-εκχωρημένες-ακόμα ψυχές;
Ας προσπεράσουμε τα άλυτα ερωτήματα που αφορούν στην εκχώρηση της ψυχής, και ας σκεφτούμε τί γίνεται αφού αυτή εκχωρηθεί. Υπάρχει στο φυσικό χώρο η ψυχή; Δηλαδή, εγώ π.χ. αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο, και πληκτρολογώ το παρόν κείμενο στον υπολογιστή-μου. Είναι η ψυχή-μου εδώ, στο ίδιο δωμάτιο; Αν ναι, πού ακριβώς; Μέσα στο σώμα-μου; Σε όλο το σώμα-μου, ή μήπως βγαίνει λίγο κι απέξω; Και τα άκρα-μου (π.χ., χέρια, πόδια, και δεν-ξέρω-τί-άλλο) έχουν κι αυτά ψυχή; Και οι τρίχες-μου; Αν όχι οι τρίχες-μου, πού το ξέρει η ψυχή πού τελειώνει ακριβώς το σώμα-μου, έχει κάποιον αλγόριθμο με τον οποίο βρίσκει και το τελευταίο κύτταρο της επιδερμίδας-μου; Κι αν το κύτταρο αυτό πεθάνει και πέσει; Αν π.χ. — ο μη γένοιτο — κοπεί ένα χέρι-μου σε ατύχημα, τί γίνεται, αποσύρεται η ψυχή από το κομμένο άκρο; Μα πώς παίρνει αυτήν την απόφαση; Κι αν η ψυχή δεν εκτείνεται ακριβώς σε όλο το σώμα, τότε μέχρι πού εκτείνεται; Περιορίζεται στον εγκέφαλο μήπως; Μα ο εγκέφαλος δεν έχει σαφή όρια, εκτείνεται μέσω της σπονδυλικής στήλης και των νεύρων σε ολόκληρο το σώμα. Πώς αποφασίζει η εγκεφαλικά-περιορισμένη ψυχή μέχρι ποιους νευρώνες του εγκεφάλου να φτάσει; Όταν κινούμαι, κινείται κ’ η ψυχή μαζί-μου στο χώρο; Και αν, τέλος-τέλος, η ψυχή δεν είναι στον φυσικό χώρο, τότε πού είναι; Μη μου πείτε “σε κάποια άλλη διάσταση” σας παρακαλώ, γιατί τότε θα σας ζητήσω να ξέρετε τουλάχιστον τί είναι οι διαστάσεις και μετά να κάνετε έκκληση σε δαύτες. (Πρώτο, κανείς ποτέ δεν γνώρισε μια άλλη μακρο-διάσταση εκτός από τις τέσσερις που γνωρίζουμε στο χωροχρόνο-μας· αλλά και να γνώριζε, και πάλι για το φυσικό χώρο θα επρόκειτο, όχι για κανένα μεταφυσικό κατασκεύασμα.) Λοιπόν, αν δεν είναι η ψυχή στο χώρο (έστω των ν-διαστάσεων), τότε πού είναι; Αν δεν είναι πουθενά, πώς “συνδέεται” με το σώμα στο οποίο ανήκει; Και τότε γιατί λέμε «η ψυχή βγήκε, πέταξε στον ουρανό» όταν το σώμα πεθαίνει; Από τα σώματα δεν βγαίνουν οι ψυχές κατά το θάνατο; Αν όχι, από πού στην ευχή βγαίνουν, μπορείτε να μου πείτε;
Πώς μπορεί η ψυχή να επιδρά στον φυσικό κόσμο χωρίς να παραβαίνει τους νόμους της φυσικής; Παραδείγματος χάρη, μπαίνετε στο αυτοκίνητό σας, βάζετε μπρος, και πηγαίνετε στην ευχή του Θεού. Προκαλέσατε λοιπόν κίνηση σε ένα φυσικό σώμα (στο αυτοκίνητο). Η ψυχή-σας το έκανε αυτό, έτσι δεν είναι; Ε βέβαια, διότι πήρατε κάποια συνειδητή απόφαση, και η συνείδηση είναι ασφαλώς κομμάτι της ψυχής-σας. Μα και μόνο που απλώσατε το χέρι για να γυρίσετε το κλειδί της μηχανής, και πάλι προκαλέσατε συνειδητά κίνηση σε κάποιο φυσικό αντικείμενο — στο χέρι-σας. Πώς προκαλεί την κίνηση η ψυχή; Γνωρίζουμε τους νόμους της φυσικής, το πώς κινούνται τα άτομα, τα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια, τα κουόρκ, οπότε; Μήπως δρα η ψυχή κατευθείαν στα κουόρκ, στα ηλεκτρόνια, κλπ., και τα κινεί; Μα τότε δεν καταλαβαίνουμε καθόλου τους νόμους της φυσικής! Πώς γίνεται να λέμε οτι γνωρίζουμε θαυμάσια τους νόμους της φυσικής, και ταυτόχρονα οι νόμοι αυτοί να ποδοπατούνται βάναυσα κάθε ώρα και στιγμή που ζούμε, και μάλιστα από δισεκατομμύρια ανθρώπους και όλα όσα αυτοί κινούν; Πιστεύετε δηλαδή οτι εκατοντάδες χιλιάδες επιστήμονες στον κόσμο, πυρηνικοί φυσικοί, χημικοί, βιολόγοι, κλπ., είναι τόσο αδαείς ώστε να νομίζουν οτι καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί ο φυσικός κόσμος, και να μη μπορούν να εξηγήσουν μέσω των νόμων-τους πώς εσείς κουνάτε το χέρι-σας; Ε λοιπόν, αφού οι φυσικοί και λοιποί επιστήμονες είναι τόσο αδαείς, εξηγήστε-μου παρακαλώ εσείς πώς οι ψυχές αλληλεπιδρούν με τα υλικά αντικείμενα. Γιατί επιμένω να δώσετε εσείς την εξήγηση; Γιατί εσείς προτείνετε την ύπαρξη ψυχών, άρα εσείς δημιουργείτε τα ερωτήματα αυτά — ερωτήματα που παύουν να υπάρχουν χωρίς την υπόθεση των ψυχών.
Πάμε λίγο και στη μετά θάνατον κατάσταση. Όταν πεθαίνει το σώμα και “φεύγει” η ψυχή, πού πάει; Μήπως πάει κοντά σε άλλες ψυχές; Αν ναι, τί άλλο σημαίνει “κοντά” εκτός από “κοντά σε κάποιο χώρο”; Δηλαδή βρίσκονται οι ψυχές των αποθανόντων σωμάτων κοντά η μια στην άλλη σε κάποιο χώρο; Τί κάνουν εκεί; Μιλάνε, συνδιαλέγονται; Σουλατσάρουν κιόλας στο χώρο εκείνο, ή απλώς “είναι” εκεί; Βλέπουν τίποτα; Τί βλέπουν; Φυσικά αντικείμενα που υπακούν στους φυσικούς νόμους; Αν δεν βλέπουν (δεν ακούν, κλπ.) τότε πώς μπορούν να ζουν επ’ άπειρο χωρίς να δέχονται καινούρια εξωτερικά ερεθίσματα; Εσείς δεν θα βαριόσασταν του θανατά αν σας κλείνανε τα μάτια, τ’ αυτιά, τη μύτη, κλπ., αν δεν είχατε αισθήσεις δηλαδή για ν’ αντιλαμβάνεστε καινούρια πράγματα, όντας περιορισμένοι να μιλάτε και να σκέφτεστε μόνο τα παλιά; Και μάλιστα στον αιώνα τον άπαντα; Φαντάζεστε καθόλου την τυραννία της αιώνιας βαρεμάρας του να είστε καταδικασμένοι ν’ αναμασάτε μόνο τα παλιά; Αλλ’ αν πάλι οι ψυχές έχουν κάποια αίσθηση ή αισθήσεις, θα πρέπει ν’ αντιλαμβάνονται κάποια πράγματα (με εικόνα, με ήχο, με κάτι τέλος-πάντων), άρα θ’ αντιλαμβάνονται κάποια αντικείμενα με φυσική (ή έστω “εικονική”) υπόσταση. Δεν θα έχουν την περιέργεια να μάθουν για τη φυσική, τη χημεία, κλπ., αυτών των αντικειμένων; Φαντάζεστε την ψυχή του Νεύτωνα, ή του Αϊνστάιν, να μην αναρωτιούνται για τα αντικείμενα που θα αντιλαμβάνονται; Μα αν η ψυχή του Αϊνστάιν δεν αναρωτιέται για τη φυσική του χώρου στον οποίο βρίσκεται, αν δεν αναπτύσσει νέες θεωρίες, δεν θα είναι η ψυχή του Αϊνστάιν, αλλά ένα ζόμπι. Το ίδιο θα αισθανόμουν κ’ εγώ για τη δική-μου ψυχή αν μου γινόταν γνωστό οτι πέθανα, αλλά οτι δεν έχω πλέον το δικαίωμα, ή τη δυνατότητα, να σκέφτομαι για το πώς λειτουργεί ο νέος “πνευματικός κόσμος” γύρω-μου, και ν’ αναπτύσσω θεωρίες για τη “φυσική” και τις διεργασίες-του. Μα τότε δεν θα ήμουν εγώ, αλλά ένα ζόμπι. Αυτό δηλαδή κάνουν οι ψυχές μετά θάνατον; Μετατρέπονται σε ζόμπι;
Όταν “φεύγει” η ψυχή ενός σώματος που μόλις πέθανε, προς τα πού κατευθύνεται; Προς τα “πάνω”, προς τον ουρανό; — έτσι δεν πιστεύει ο πιο πολύς κόσμος; Ναι, αλλά το δικό-μας πάνω είναι το κάτω της Αυστραλίας. Φανταστείτε τώρα τη Γη σαν σφαίρα που είναι, και τις εκατοντάδες των ανθρώπων που πεθαίνουν ανά πάσα στιγμή σε κάθε γεωγραφικό τόπο, όπου υπάρχουν άνθρωποι. Εφόσον οι ψυχές-τους φεύγουν προς τα “πάνω”, προς το δικό-τους “πάνω” δηλαδή, η Γη θα πρέπει να εκπέμπει ψυχές ακτινωτά, προς όλες τις διευθύνσεις. Σας φαίνεται λογικό αυτό; Αν πρόκειται να συγκεντρωθούν οι ψυχές των αποθανόντων σε κάποιο σημείο (καθώς είναι τελείως παράλογο να υποθέσουμε οτι συνεχίζουν το ταξίδι στο διάστημα σε ευθεία γραμμή, εκπεμπόμενες ακτινωτά από τη Γη), τότε τί γίνεται, κάνουν μεταβολή κάποιες απ’ αυτές ώστε να συναντήσουν τις άλλες; Τότε γιατί ξεκίνησαν σε λάθος διεύθυνση; Αν όλο αυτό το σενάριο της ακτινωτής εκπομπής ψυχών από τη Γη σας φαίνεται βλακώδες (και με το δίκιο-σας), τότε δεν είναι προφανές οτι το λάθος βρίσκεται στην υπόθεση οτι η ψυχή φεύγει από το σώμα κατευθυνόμενη προς κάποια κατεύθυνση; Αν πάλι θέλετε να δημιουργήσετε μια ολόκληρη “επιστημονικοφανή” θεωρία που να λέει οτι οι ψυχές “φεύγουν σε μια άλλη διάσταση”, πρώτο, θα σας επαναλάβω αυτό που έγραψα και πριν: οι “άλλες διαστάσεις” (αν υπάρχουν στο μακρόκοσμο) δεν αποτελούν κάποιο άλλο, άυλο σύμπαν, αλλά τμήμα αυτού του σύμπαντος στο οποίο ζούμε· και δεύτερο, έχετε ήδη κάνει επίκληση σε μια περίπλοκη επιπλέον ιδιότητα του κόσμου-μας (“άλλες διαστάσεις”) για την οποία ούτε εσείς, ούτε κανένας επιστήμονας έχει την παραμικρή ένδειξη οτι υπάρχει.
Δεν θα σας κουράσω άλλο, απλώς θέλω να τονίσω οτι η εισαγωγή της έννοιας της “ψυχής” γεννά στο νου που αναρωτιέται γι’ αυτήν αμέτρητα αναπάντητα ερωτήματα, απ’ τα οποία τα παραπάνω είναι μόνο ένα απάνθισμα. Μήπως τα ερωτήματα αυτά σας φαίνονται ανάξια λόγου; Μα όλα; Μπορείτε δηλαδή να τ’ απαντήσετε όλα και να μείνετε ικανοποιημένοι με τις απαντήσεις-σας; Αν ναι, τότε σας αξίζουν συγχαρητήρια, και πραγματικά δεν χρειάζεται να διαβάσετε παρακάτω, γιατί έχετε τις τέλειες απαντήσεις μέσα στο κεφάλι-σας. (Θα μπορούσα φυσικά να σας ρωτήσω πώς είστε βέβαιοι για τις απαντήσεις-σας, αλλά δεν θα το κάνω γιατί αυτό είναι ένα ερώτημα που εσείς θα έπρεπε να κάνετε στον εαυτό-σας.) Για όσους όμως κάποια, λίγα έστω από τα παραπάνω ερωτήματα δεν φαίνονται να έχουν ικανοποιητική απάντηση, θα τους συνιστούσα να συνεχίσουν την ανάγνωση γιατί πρόκειται να εκθέσω μια διαφορετική άποψη, που απορρίπτει την εκ των προτέρων ύπαρξη της ψυχής σαν μια πλήρη οντότητα. Η άποψή μου λέει οτι αυτό που ονομάζουμε “ψυχή”, ναι μεν είναι κάτι το υπαρκτό (είναι περίπου αυτό που αισθανόμαστε οτι είμαστε), όμως δεν εμφανίζεται δια μιας σε πλήρη ανάπτυξη κάποια μαγική στιγμή, αλλ’ αναπτύσσεται σιγά-σιγά στη διάρκεια των χρόνων· εμφανίζεται δε μέσω της ύλης, και μόνο μέσω αυτής, χωρίς όμως η ίδια η ψυχή να είναι υλική με τη στενή έννοια, ν’ αποτελείται από άτομα ή άλλα σωματίδια δηλαδή· επιπλέον, σχεδόν εξαφανίζεται με το θάνατο του ατόμου, όχι εντελώς όμως: κάποια μικρά τμήματά της παραμένουν σε υποτυπώδη μορφή στις μνήμες άλλων ανθρώπων, ώσπου να πεθάνουν κι αυτοί, και κάποτε πια να μη μείνει τίποτε από την “ψυχή” εκείνη. Μπορεί να μη σας ευχαριστήσει αυτό που θα διαβάσετε. Σας προειδοποίησα στην εισαγωγή όμως. Επίσης μπορεί να σας ενοχλεί το οτι χρησιμοποιώ τη λέξη “ψυχή” για κάτι που είναι αρκετά διαφορετικό απ’ αυτό που έχετε συνηθίσει να εννοείτε με τη λέξη αυτή. Σας ζητώ συγγνώμη. Σας θυμίζω όμως οτι πολλές φορές οι λέξεις έχουν διπλά και τριπλά νοήματα. Π.χ. στην καθομιλουμένη λέμε “ενέργεια” και εννοούμε ένα πράμα, αλλά αν ρωτήσετε έναν φυσικό θα διαπιστώσετε οτι εκείνος με την ίδια λέξη εννοεί κάτι διαφορετικό· ή, πάρτε τη λέξη “νόηση”: εσείς μπορεί να εννοείτε κάτι μ’ αυτή τη λέξη, εγώ όμως σαν νοολόγος(*) μπορεί να εννοώ κάτι το πιο εξειδικευμένο. Το ίδιο πιστεύω γίνεται και με την έννοια “ψυχή”.

2. Ύλη
Θέλω να σας ζητήσω να οπλιστείτε με υπομονή τώρα, γιατί δεν είναι απλό να δοθεί μια ικανοποιητική εξήγηση για το πώς η ύλη “προκαλεί” τη δημιουργία της ψυχής — ή τέλος-πάντων αυτού που θα διαπιστώσετε οτι ονομάζω “ψυχή”. Αν ήταν απλό, δεν θα είχε κανείς αμφιβολία για το τί είναι η ψυχή, και το παρόν κείμενο δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Θα ξεκινήσω περιγράφοντας το πώς η νεκρή ύλη “ζωντανεύει”, και θα συνεχίσω με το πώς η ζωντανή ύλη αρχίζει και “σκέφτεται”· τέλος, θα καταλήξω με το πιο σημαντικό και μυστηριώδες τμήμα αυτού του ταξιδιού: το πώς η σκεπτόμενη ύλη αρχίζει να πλάθει το “εγώ”, ερχόμενη στην αυτογνωσία. Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε το ταξίδι, παίρνοντας τα πράγματα με μια σειρά.

2.1 Αναφυόμενες ιδιότητες
2.1.1 Η ύλη “ζωντανεύει”
Ρίξτε παρακαλώ μια ματιά στην παρακάτω “επιγραφή”:
Θα μπορούσε να είναι μια από τις χιλιάδες φωτεινές επιγραφές καταστημάτων που βλέπουμε στις πόλεις τη νύχτα, έτσι δεν είναι; Θα σας παρακαλούσα ν’ αφήσετε τα περί σουβλακίων και Χοντρών κατά μέρος (κι αν τυχόν είναι ώρα βραδυνού φαγητού τώρα που το διαβάζετε αυτό, συγχωρέστε-με για την αναφορά σε διαιτολογικές παγίδες) και να προσέξετε το φωτεινό πλαίσιο με τα λαμπιόνια. Θυμάμαι πως όταν ήμουν πιτσιρίκος κοιτούσα με περιέργεια τέτοια πλαίσια επιγραφών. Έβλεπα τα φωτεινά σήματα να πηγαίνουν γύρω-γύρω, και τα κοιτούσα επίμονα καθώς συμπλήρωναν τους κύκλους-τους. Γιατί, δεν είμαι βέβαιος. Ίσως να μου απορροφούσε την παιδική-μου σκέψη η ίδια ιδέα που πρόκειται να σας ζητήσω να σκεφτούμε μαζί τώρα:
Πώς γίνεται και βλέπουμε κάτι να κινείται όταν “στην πραγματικότητα” δεν κινείται τίποτα;
Μη βιαστείτε ν’ απορρίψετε τη σκέψη αυτή σαν επιφανειακή. Ούτε να νομίσετε οτι επειδή ο τίτλος αυτής της υποενότητας είναι “Η ύλη ζωντανεύει”, πως πρόκειται να ισχυριστώ οτι έτσι ζωντανεύει η ύλη! Λάθος μαντέψατε, πάμε παρακάτω.
Λοιπόν, “στην πραγματικότητα” υπάρχει ένας αριθμός από λαμπιόνια, το καθένα βιδωμένο στέρεα σε μια συγκεκριμένη θέση πάνω στην επιγραφή. Τα λαμπιόνια είναι ηλεκτρικά συνδεμένα και ανάβουν διαδοχικά με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργείται σ’ εμάς η ψευδαίσθηση οτι υπάρχουν φωτεινά αντικείμενα που κινούνται γύρω-γύρω στο πλαίσιο.
Μπα; Και γιατί δηλαδή να δώσουμε τόση σημασία στο τί γίνεται σε επίπεδο λαμπιονιών; Στο κάτω-κάτω, μπορεί η επιγραφή του Τζίμη του Χοντρού να είναι τεράστια, και να τη βλέπουμε από πολύ μακρινή απόσταση μέσα στη νύχτα, οπότε να μη μπορούμε να δούμε τα λαμπιόνια που την αποτελούν. (Εντάξει, αν το σουβλατζίδικο του Τζίμη δεν είναι συμβατό με την ιδέα της γιγαντιαίας φωτεινής επιγραφής, μπορεί να είναι το εμπορικό κέντρο της πόλης.) Έτσι λοιπόν όπως βλέπουμε την επιγραφή από μακριά, μπορούμε να την περιγράψουμε όχι σε επίπεδο λαμπιονιών (τα οποία δεν τα βλέπουμε και ούτε είμαστε σίγουροι οτι υπάρχουν), αλλά σε επίπεδο φωτεινών σημάτων:
«Είναι μια επιγραφή που κάτι γράφει στο μέσον με μωβ γράμματα, που δεν βλέπω από τόση απόσταση να διαβάσω, και γύρω-της, πάνω σε ορθογώνιο πλαίσιο, “τρέχουν” τέσσερα φώτα, σε ίσες αποστάσεις μεταξύ-τους, και σύμφωνα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού. Το κάθε φως κάνει περίπου 3 δευτερόλεπτα να συμπληρώσει μία περιφορά πάνω στο πλαίσιο.»
Ορίστε. Πήραμε μια καθ’ όλα αξιοπρεπή περιγραφή σε επίπεδο φωτεινών σημάτων. Γιατί δηλαδή το επίπεδο των λαμπιονιών να είναι “η πραγματικότητα”, ιδίως αν δεν μπορούμε να τα διακρίνουμε; Εμένα μια χαρά πραγματικότητα μου φαίνεται και το επίπεδο των φωτεινών σημάτων.
Ωραία. Και τί σχέση έχουν όλ’ αυτά με τη ζωή, την ύλη, την ψυχή, και όλα όσα μας απασχολούν σ’ αυτό το κείμενο;
Έχουν οτι μας δίνουν τροφή για σκέψη: αυτό που παρατηρούμε μπορεί να περιγράφεται από περισσότερα από ένα επίπεδα. Μπορεί επομένως αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως οντότητα (π.χ.: φωτεινό σήμα) που έχει κάποιες ιδιότητες (“τρέχει με σταθερή ταχύτητα πάνω σ’ ένα ορθογώνιο”) να είναι το αποτέλεσμα άλλων οντοτήτων (π.χ.: λαμπιονιών) που ανήκουν σ’ ένα “χαμηλότερο επίπεδο”. Αυτές τις οντότητες και ιδιότητες του “υψηλότερου επιπέδου”, που δεν μπορούμε να τις παρατηρήσουμε στο χαμηλότερο επίπεδο, τις λέμε αναφυόμενες.(*) Π.χ., τα λαμπιόνια δεν κινούνται, για ποια ταχύτητα λαμπιονιών να μιλήσουμε; Άρα όχι μόνο το φωτεινό σήμα αλλά και η ταχύτητα περιφοράς-του, και η φορά-του (κατά τους δείκτες του ρολογιού), κλπ., είναι όλα αναφυόμενα αντικείμενα και αναφυόμενες ιδιότητες, δηλαδή ιδιότητες που δεν έχουν νόημα στο χαμηλότερο επίπεδο.
Παρόμοια, η ύλη είναι οργανωμένη σε πάμπολλα επίπεδα! Είναι γεμάτη συστήματα που περιγράφονται ταυτόχρονα σε χαμηλότερα και υψηλότερα επίπεδα, και τα τελευταία έχουν αναφυόμενα αντικείμενα και ιδιότητες. Εκεί βρίσκεται το κλειδί της κατανόησης του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η ύλη. Η ζωή, είναι κι αυτή μια αναφυόμενη ιδιότητα της ύλης — πολύ πιο πολύπλοκη όμως από τα λαμπιόνια του Τζίμη. Αλλά και μεταξύ των ζωντανών συστημάτων, αναφυόμενη ιδιότητα είναι η σκέψη. Και μεταξύ των σκεπτόμενων συστημάτων, μια επιπλέον αναφυόμενη ιδιότητα είναι η αυτογνωσία, η ενσυνείδητη γνώση του “εγώ”, που έχει άμεση σχέση με την “ψυχή”. Αυτά θα υποστηρίξω σε όσα ακολουθούν. Πάμε όμως πρώτα να δούμε μερικά παραδείγματα “πολύπλοκων συστημάτων”, όπως λέγονται, με τις αναφυόμενες ιδιότητές τους.
2.1.2 Πολύπλοκα συστήματα
Σκεφτείτε πρώτα την ανθρώπινη κοινωνία, και τη σχέση-της με τα μέλη-της που την αποτελούν, τους ανθρώπους:
Κοινωνία ανθρώπων
Σε υψηλότερο επίπεδο, η ανθρώπινη κοινωνία έχει αναφυόμενες ιδιότητες (δηλ. ιδιότητες που δεν έχουν οι άνθρωποι) όπως οτι κυβερνάται από μία κυβέρνηση· οτι συλλέγει φόρους από τα μέλη-της· οτι της ανήκουν δρόμοι, γέφυρες, τούνελ, αεροδρόμια, λιμάνια, νοσοκομεία, σχολεία, πόλεις, κ.ά.· οτι ζει για απροσδιόριστο χρόνο, ο θάνατός της δεν είναι προδιαγεγραμμένος όπως είναι για κάθε ένα μέλος-της· οτι παράγει ένα εθνικό ακαθάριστο προϊόν· οτι έχει έναν/μια πρόεδρο, ή βασιλιά/βασίλισσα, ή πρωθυπουργό· οτι έχει μια βουλή που νομοθετεί νόμους για τα μέλη-της· οτι έχει ένα πολίτευμα (δημοκρατία, μοναρχία, δικτατορία, θεοκρατία, κλπ.)· και ένα σωρό άλλα.
Κοινωνικές μονάδες
Σε χαμηλότερο επίπεδο, ο άνθρωπος έχει κι αυτός χίλιες-δυο ιδιότητες που δεν τις έχει η κοινωνία. Π.χ. έχει ένα ύψος, ένα βάρος, και μια ηλικία· κολυμπάει στη θάλασσα· παίζει με τα κουβαδάκια-του στην άμμο· ενδιαφέρεται για κορίτσια ή για αγόρια· παντρεύεται· κάνει παιδιά· κάνει συγκεκριμένες σκέψεις («Σήμερα πρέπει να πάω για ψώνια.»)· οδηγάει αυτοκίνητο· προσεύχεται· γράφει ένα κείμενο για το Διαδίκτυο που έχει αντικείμενο την ψυχή του ανθρώπου· διαβάζει αυτό το κείμενο· και ένα σωρό άλλες ιδιότητες, “ων ουκ έστι αριθμός”, που ανήκουν καθαρά στο ανθρώπινο επίπεδο και όχι στο κοινωνικό.
Τώρα θα “κατέβουμε ένα επίπεδο”, για να σκεφτούμε για το ανθρώπινο σώμα (ή για το σώμα οποιουδήποτε σπονδυλωτού, δεν είναι ανάγκη να είναι ανθρώπινο — απλώς είμαστε πολύ πιο εξοικειωμένοι με το δικό-μας σώμα):


Το σώμα σαν ολότητα




Σε υψηλότερο επίπεδο, βλέπουμε το σώμα σαν ολότητα, με ιδιότητες που δεν έχει κανένα από τα όργανα απ’ τα οποία αποτελείται. Για παράδειγμα ο άνθρωπος μπορεί να βήξει, και ο βήχας δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο οργάνου, αλλά συμμετέχει σ’ αυτή τη λειτουγία μια πληθώρα οργάνων: μύες του προσώπου, η στοματική και η ρινική κοιλότητα, ο λάρυγγας, οι πνεύμονες, το διάφραγμα, ακόμα και οι μύες γύρω από την κοιλιά. Ο βήχας λοιπόν είναι μια αναφυόμενη ιδιότητα του ανθρώπινου σώματος, που δεν την έχει κανένα από τα συστατικά-του όργανα· κανένα όργανο δεν βήχει. Παρόμοια, υπάρχουν ένα σωρό άλλες τέτοιες ιδιότητες: το περπάτημα (κανένα όργανο δεν περπατάει από μονο-του), το γαργαλητό και το ξύσιμο, η κατανάλωση τροφής, η αναπνοή, η ομιλία (ή η κραυγή προκειμένου για ζώα εκτός του ανθρώπου), και τόσα άλλα.
Ένα όργανο (καρδιά)
Σε χαμηλότερο επίπεδο, το σώμα αποτελείται από διάφορα όργανα: την καρδιά, το ήπαρ, το στομάχι, τον εγκέφαλο, τα αιμοφόρα αγγεία, τα οστά, το δέρμα, τα έντερα, τα νύχια, τις τρίχες, τα αισθητήρια όργανα, και πολλά άλλα. Το καθένα από τα συστατικά του σώματος έχει κάποιες ιδιότητες που δεν τις έχει το όλο σώμα: η καρδιά συσπάται ρυθμικά και αντλεί το αίμα· το στομάχι επίσης συσπάται (αλλά πιο αργά) και εκκρίνει υγρά που συντελούν στην πέψη· το συκώτι παράγει τη χολή και αποθηκεύει το γλυκογόνο, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενέργειας· και λοιπά, και λοιπά.
Κατεβαίνουμε τώρα ένα σκαλί παρακάτω, και εξετάζουμε ένα από τα όργανα του σώματος, π.χ. την καρδιά.
Η καρδιά σαν ολότητα
Σε υψηλότερο επίπεδο, η καρδιά είναι ένας μυς με πολλές αναφυόμενες ιδιότητες, που δεν τις έχουν τα μυϊκά (ή καρδιακά) κύτταρα απ’ τα οποία αποτελείται. Δηλαδή: η καρδιά αντλεί το αίμα και το οδηγεί μέσω των αρτηριών σε όλα τα σημεία του σώματος· δέχεται νευρικά σήματα από τον εγκέφαλο ώστε ν’ αρχίσει να πάλλεται πιο γρήγορα όταν υπάρχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης (π.χ. ξαφνικός φόβος, θυμός, ερωτική διέγερση), γιατί τότε ο εγκέφαλος χρειάζεται περισσότερο αίμα ανά μονάδα χρόνου· περιλαμβανει κόλπους, κοιλίες, και βαλβίδες· κ.ο.κ.


Ένα καρδιακό κύτταρο
Σε χαμηλότερο επίπεδο, κάθε όργανο του σώματος αποτελείται από κύτταρα . Έτσι π.χ. η καρδιά αποτελείται από μυϊκά κύτταρα (εικόνα αριστερά), το συκώτι (ήπαρ) από ηπατικά, ο εγκέφαλος από εγκεφαλικά (ή αλλιώς “νευρώνες”), κ.ο.κ., αλλά σε οποιονδήποτε τύπο και ν’ ανήκει ένα κύτταρο έχει κάποιες ιδιότητες που τις έχουν όλα τα κύτταρα γενικά. Έτσι, το κύτταρο έχει συνήθως έναν πυρήνα που περιλαμβάνει το μόριο του DNA, μέσω του οποίου το κύτταρο αναπαράγεται. Και όταν αναπαράγεται, το κύτταρο σχάται (σκίζεται στα δύο) και από τη σχάση δημιουργούνται δύο κύτταρα — τα οποία επίσης σχώνται και αναπαράγονται, κ.ο.κ. Εννοείται οτι κανένα όργανο του σώματος δεν αναπαράγεται μέσω σχάσης. Τις περισσότερες ιδιότητες των κυττάρων δεν τις έχουν τα όργανα που τα περιλαμβάνουν.
Κατεβαίνοντας ένα επίπεδο παρακάτω, βλέπουμε οτι και κάθε κύτταρο είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, αποτελούμενο από οργανίδια, ακριβώς όπως και το σώμα ενός ζώου (ή φυτού) που αποτελείται από όργανα:


Το κύτταρο σαν ολότητα


Ένα κυτταρικό οργανίδιο
(μιτοχόνδριο)

Σε υψηλότερο επίπεδο, το κύτταρο εκτελεί λειτουργίες όπως η λήψη θρεπτικών ουσιών από το περιβάλλον, η αποβολή των άχρηστων ουσιών, η αναπαραγωγή μέσω διπλασιασμού του μορίου DNA που βρίσκεται μέσα στον πυρήνα-του (που οδηγεί στη σχάση του κυττάρου), κλπ. Όλα αυτά είναι αναφυόμενες ιδιότητες που δεν τις έχουν τα περισσότερα οργανίδια του κυττάρου.
Σε χαμηλότερο επίπεδο, κάθε κύτταρο αποτελείται από οργανίδια, όπως ο πυρήνας (στο σώμα-μας όμως υπάρχουν και εκφυλισμένα κύτταρα όπως τα αιματικά που δεν έχουν πυρήνα)· τα μιτοχόνδρια στα ζωικά κύτταρα και οι χλωροπλάστες στα φυτικά, που είναι τα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας του κυττάρου· τα ριβοσώματα· οι μηχανές Γκόλτζι· τα λυσοσώματα· η κυτταρική μεμβράνη· και πολλά άλλα. Το καθένα απ’ αυτά τα οργανίδια έχει διάφορες ιδιότητες που δεν ανήκουν στο κύτταρο σαν ολότητα.
Πάμε ακόμα πιο κάτω;

Μιτοχόνδριο – ολότητα
Ένα μόριο (μοντέλο)
Σε υψηλότερο επίπεδο, το μιτοχόνδριο είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, που όπως ανέφερα μόλις πιο πριν είναι το εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας του κυττάρου. Έχει μια εξωτερική μεμβράνη, που του δίνει αυτό το χαρακτηριστικό σχήμα του λουκάνικου (όχι πάντα όμως, μερικά είναι σφαιρικά), και μια εσωτερική, που είναι όλο πτυχώσεις, οι οποίες προσδίδουν στην εσωτερική μεμβράνη μια αρκετά μεγάλη επιφάνεια. Πάνω σ’ αυτήν την επιφάνεια γίνεται η παραγωγή των μορίων της ουσίας ΑΤΡ (αδενοσινοτριφωσφορικό οξύ), που είναι κάτι σαν τη “μονάδα ενέργειας” του οργανισμού, όπως ας πούμε το ευρώ είναι μονάδα χρήματος μιας οικονομίας. Όταν χρειάζεται να γίνει μια “ενεργειακή συναλλαγή” (π.χ. προκειμένου να κουνήσουμε το δάχτυλό μας), μόρια από ΑΤΡ διασπώνται (“υδρολύονται”, όπως είναι η χημική ονομασία της διεργασίας) και απελευθερώνουν ενέργεια. Το μιτοχόνδριο είναι ουσιαστικά ένα μικρο-κύτταρο — ένα κύτταρο μέσα στο κύτταρο — με το δικό-του μόριο DNA, μέσω του οποίου αναπαράγεται, και το οποίο το κληρονομούμε αποκλειστικά από τη μητέρα-μας, και όχι από τον πατέρα.
Σε χαμηλότερο επίπεδο, κάθε μιτοχόνδριο αποτελείται από οργανικά μόρια, και φυσικά οι λειτουργίες των μορίων σε τίποτα δεν θυμίζουν τις λειτουργίες των μιτοχονδρίων, ή των άλλων οργανιδίων τα οποία συνιστούν το κύτταρο. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, γιατί όλοι είμαστε λίγο-ως-πολύ εξοικειωμένοι με τα στοιχειώδη περί μορίων: ενώνονται, διασπώνται, πάλλονται κατά διάφορους τρόπους, συνήθως κινούνται στο χώρο, κλπ.
Τελικά φτάνουμε έτσι σε τόσο “χαμηλά” επίπεδα οργάνωσης της ύλης που πλέον δεν μπορούμε να δούμε τα δομικά υλικά, γιατί η όρασή μας δουλεύει με φωτόνια, που είναι πολύ “χονδροειδή” σαν εργαλεία για να δούμε αντικείμενα τόσο μικροσκοπικά όπως τα μόρια. Έτσι είμαστε αναγκασμένοι να παριστάνουμε τα μόρια και τα άτομα με σφαιρίδια που μοιάζουν με μπάλες του μπιλιάρδου, και που ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Ας με συγχωρήσει λοιπόν ο αναγνώστης για τα τελείως σχηματικά μοντέλα που παρουσιάζω παρακάτω.




Μόριο σαν ολότητα


Ένα άτομο (μοντέλο)




Σε υψηλότερο επίπεδο, το μόριο είναι κι αυτό ένα πολύπλοκο σύστημα, αποτελούμενο από άτομα. Και, όπως πάντα, έχει ιδιότητες που δεν τις έχουν τα συστατικά-του άτομα. Π.χ. ένα μόριο μπορεί να έχει ρίζες που του προσδίδουν τις ιδιότητες του οξέος, ή της βάσης, ή του άλατος, κλπ.




Σε χαμηλότερο επίπεδο, το άτομο έχει ιδιότητες που δεν τις έχουν τα μόρια. Π.χ. μπορεί να είναι ραδιενεργό και να διασπάται μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Έχει έναν πυρήνα, και νέφος ηλεκτρονίων, κατανεμημένα σε στοιβάδες (ή φλοιούς). Έχει ατομικό αριθμό. Και άλλα πολλά.


Εδώ τελείωνε το “ταξίδι προς τα κάτω” μέχρι πριν μερικές δεκαετίες. Από τη δεκαετία του 1960 όμως, και εντεύθεν, έχει βρεθεί ένα επιπλέον επίπεδο οργάνωσης της ύλης: αυτό που περιγράφει τη δομή των πρωτονίων και νετρονίων.




Άτομο σαν ολότητα

Ένα πρωτόνιο (μοντέλο)




Σε υψηλότερο επίπεδο, το άτομο είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, και είπαμε ήδη οτι αποτελείται από άλλα σωματίδια, τα πιο σταθερά από τα οποία είναι τα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια, και τα νετρόνια. Τα δύο τελευταία είδη μαζί ονομάζονται αδρόνια, και αποτελούν τον πυρήνα του ατόμου.

Σε χαμηλότερο επίπεδο, το πρωτόνιο είναι κι αυτό πολύπλοκο σύστημα, και φυσικά έχει ιδιότητες που δεν τις έχουν τα άτομα. Αποτελείται από δύο άνω κουόρκ, και ένα κάτω κουόρκ, τα οποία ανταλλάσσουν μεταξύ-τους γλοιόνια.

Βέβαια είναι γνωστές οι ιδιότητες των κουόρκ, των γλοιονίων, και άλλων σωματιδίων, και οι θεωρητικοί φυσικοί προχωρούν σε περαιτέρω θεωρίες για το τί είναι “πραγματικά” τα σωματίδια αυτά (π.χ. τη θεωρία υπερχορδών). Αλλά για τους στόχους του παρόντος κειμένου, μπορούμε να πούμε οτι κάπου εκεί σταματάει η μέχρι στιγμής γνώση-μας για τα δομικά υλικά απ’ τα οποία χτίζεται η ύλη.

Το παραπάνω “ταξίδι από πάνω προς τα κάτω”, δηλαδή από τις κοινωνίες των ανθρώπων ως τα κουόρκ και τα γλοιόνια, μπορεί να φανεί σε μερικούς αναγνώστες επιφανειακό, και στερούμενο ουσίας. Τί σχέση έχουν τώρα — μπορεί να σκέφτεστε — έννοιες όπως η δημοκρατία σε μια κοινωνία, ή ο έρωτας μεταξύ δύο νέων, με τα πρωτόνια και τα γλοιόνια;! «Σε λίγο θα μας πει ο συγγραφέας», μπορεί να σκεφτεί ο αναγνώστης «οτι η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων είναι θέμα... γλοιονίων! Μήπως θα ισχυριστεί σε λίγο οτι και η ψυχή είναι κι αυτή... γλοιώδης;;»

Αν όντως σας εκφράζει η προηγούμενη σκέψη, αυτό που μπορώ να πω είναι οτι τα θέματα που μας απασχολούν δεν είναι δυνατό να προσεγγιστούν μέσω του συναισθήματος, δηλαδή μέσω του τί θα θέλαμε να ισχύει. Πρέπει να εξετάσουμε το τί πραγματικά ισχύει, δηλαδή να κοιτάξουμε τα δεδομένα. Όπως έγραψα και στην εισαγωγή, της φύσης δεν της καίγεται καρφάκι αν εμείς χτυπιόμαστε και σκοτωνόμαστε επειδή κάποια ιδέα δεν “μιλά κατευθείαν στην καρδιά-μας”, αν δεν συμβαδίζει με τις ενδόμυχες επιθυμίες-μας για το πως θα θέλαμε να είναι η φύση. Και στο κάτω-κάτω, αν νομίζετε οτι η φύση δεν μπορεί να περιλάβει έννοιες που μοιάζουν άυλες, όπως η ψυχή, αν δηλαδή νομίζετε οτι καθετί το φυσικό πρέπει υποχρεωτικά να είναι και “απτό”, ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα: Δείτε πάλι την επιγραφή του Τζίμη του Χοντρού, και προσπαθήστε να πείσετε τον εαυτό-σας οτι τα τέσσερα φωτεινά σήματα που γυρίζουν γύρω-γύρω είναι εντελώς υλικά. Ορίστε πάλι η ταμπέλα του φίλου-μας, για να μη χρειαστείτε να πάτε πίσω στο κείμενο:



Υπάρχουν φωτεινά σήματα που γυρίζουν γύρω-γύρω; — Ναι.
Μπορείτε να τα μετρήσετε; — Ναι. (Ένα, δύο, τρία, τέσσερα.)
Μπορείτε να τα χρονομετρήσετε; — Ναι.
Μπορείτε να τα πυροβολήσετε; — Οχι!

Η τελευταία αυτή ερώτηση τέθηκε για να σας κάνει ν’ αναρωτηθείτε μήπως τυχόν υπάρχουν οντότητες σ’ αυτόν τον κόσμο που, ναι μεν προέρχονται από την ύλη (από τα λαμπιόνια του Τζίμη στο παράδειγμα), αλλά δεν είναι καθαυτό υλικές, με τη στενή έννοια· γιατί κάτι που δεν μπορείτε να το πυροβολήσετε δεν μοιάζει να είναι τυπικό παράδειγμα υλικού σώματος. (Φυσικά θα καταστρέψετε ένα λαμπιόνι μ’ έναν πυροβολισμό, όχι όμως και το φωτεινό σήμα, αν τα λαμπιόνια έχουν την “παράλληλη” ηλεκτρική συνδεσμολογία.)

Αν συμφωνείτε με τα παραπάνω, τότε θα πρέπει να συμπεράνετε οτι η φύση είναι δυνατό να δημιουργήσει οντότητες που μοιάζουν να είναι άυλες, και όμως προέρχονται εξ ολοκλήρου από άλλες, υλικές. Ο λόγος που συμφωνείτε οτι αυτό είναι δυνατό να γίνει στο παράδειγμα του Τζίμη είναι οτι έχετε πλήρη εικόνα, πλήρη γνώση του τί συμβαίνει στην επιγραφή: λαμπιόνια που αναβοσβήνουν με κατάλληλη σειρά, ορίστε η πλήρης-σας εικόνα. Ε λοιπόν, κατά τη γνώμη-μου, ο μόνος λόγος που μπορεί να σας κάνει να διαφωνείτε οτι η “ψυχή” προέρχεται από την ύλη μάλλον είναι οτι δεν έχετε πλήρη εικόνα του πώς οργανώνεται η ύλη, και πώς η οργάνωσή της παράγει τις αναφυόμενες ιδιότητες, μία των οποίων είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν “ψυχή”. Βέβαια, κανείς άνθρωπος σήμερα, πιστεύω, δεν έχει εντελώς πλήρη εικόνα — ούτε ο συγγραφέας. Με τα όσα θα διαβάσετε όμως ελπίζω οτι η εικόνα-σας θα γίνει πιο πλήρης, και θα έρθετε ένα βήμα πιο κοντά στην παραδοχή οτι ίσως η “ψυχή” να είναι μια αναφυόμενη ιδιότητα της ύλης. Το σύντομο ταξίδι από πάνω προς τα κάτω που επιχείρησα προηγουμένως, μέσω παραδειγμάτων, παραήταν σύντομο για να προσθέσει κάτι το ουσιαστικό στην κατανόησή σας του πώς οργανώνεται η ύλη. Χρειάζεται πιο πολλή δουλειά. Αν μου επιτρέπετε, ας συνεχίσουμε.


2.2 Αναφυόμενες, αλλά και Ανακυκλούμενες!

Αναφέρθηκα στην προηγούμενη υπο-ενότητα στο γεγονός οτι κάποια αντικείμενα και ιδιότητες στον φυσικό κόσμο είναι αναφυόμενα. Εκτός όμως από το να αναφύει “νέες ιδέες”, η φύση έχει επίσης την ικανότητα να ανακυκλώνει “παλαιές ιδέες”! Δηλαδή: παίρνει μια έννοια που έχει εμφανιστεί στο παρελθόν, της βάζει νέο περιτύλιγμα, την κάνει πιο πολύπλοκη, και μας τη σερβίρει σαν καινούρια! Θα δώσω παραδείγματα αμέσως, αλλά πρώτα να ξεκαθαρίσω οτι όταν χρησιμοποιώ ρήματα όπως “παίρνει”, “βάζει [περιτύλιγμα]”, “σερβίρει”, κλπ., δεν εννοώ οτι η φύση είναι μια προσωποποιημένη οντότητα που “αποφασίζει” διάφορα πράγματα. Δεν αντικαθιστώ το Θεό με τη φύση. Απλώς, χρησιμοποιώ αυτά τα ρήματα “ποιητική αδεία”. Η φύση είναι “τυφλή”, δεν προσπαθεί να επιτύχει κανένα απολύτως σκοπό, δεν “έχει κάτι στο νου-της” προς το οποίο κατατείνει. Εμάς μας φαίνεται οτι δρα έτσι η φύση, σαν να προσπαθεί να πετύχει κάτι, ιδέα η οποία λέγεται “τελεολογία” (από την αρχαία έννοια της λέξης “τέλος” = “σκοπός”), και που είναι τελείως λαθεμένη. Η φύση γίνεται πιο πολύπλοκη καθώς περνούν οι γεωλογικοί αιώνες, και μέσα απ’ την πολυπλοκότητα ξεπηδούν όλο και πιο “ενδιαφέρουσες” ιδέες, τόσο νέες αναφυόμενες, όσο και παλαιές ανακυκλούμενες.

Ξέρετε τί μου θυμίζει η ανακύκλωση ιδεών στη φύση; Είναι ας πούμε σαν ν’ ακούμε κάποια μελωδία, η οποία αρχίζει με πολύ απλό και σιγανό σκοπό. Στην αρχή λοιπόν ακούγονται κάποια λιτά, σύντομα, απλοϊκά σχεδόν, μελωδικά μοτίβα. Καθώς περνάει η ώρα, η μουσική αφενός δυναμώνει σε ένταση, και αφετέρου γίνεται πιο πολύπλοκη. Ενώ συνεχίζουμε να ακούμε, ξαφνικά αναγνωρίζουμε ένα από τα μουσικά μοτίβα που είχαμε ακούσει και πρωτύτερα, μόνο που τώρα το μοτίβο είναι πιο περίπλοκο, πιο “στολισμένο” ας πούμε με διάφορες νότες, με μουσικά κόλπα και στολίδια. Ταυτόχρονα δεν είναι μόνο αυτό, είναι κι άλλα μοτίβα που ακούγονται, κι αυτά πιο στολισμένα από την αρχική-τους μορφή. Ναι μεν αναφύονται κάποια τελείως νέα μοτίβα, αλλά κάποια άλλα ανακυκλώνονται με πιο πολύπλοκη πάντα μορφή, σχεδόν αγνώριστα σε σχέση με την αρχική-τους εμφάνιση. Κάπως έτσι μοιάζει η μορφή της φύσης καθώς εξελίσσεται. Αλλά είναι ώρα να γίνω πιο συγκεκριμένος.
2.2.1 Κύμα

Πάρτε για παράδειγμα την έννοια “κύμα”:

Ρωτήστε τους φυσικούς, και θα σας πουν οτι ασφαλώς και γνωρίζουν τί είναι κύμα. Είναι μια στοιχειώδης έννοια της φυσικής, μια από κείνες τις απλούστατες “μελωδίες” που εμφανίστηκαν από τις πρώτες στη φύση, όταν δεν υπήρχε σχεδόν τίποτ’ άλλο. Κάθε στοιχειώδες σωματίδιο (ηλεκτρόνιο, κουόρκ, κλπ) είναι επίσης ένα κύμα, θα σας πει ο φυσικός, και θα ζωγραφίσει στο χαρτί την παρακάτω καμπύλη,
που θα ονομάσει “ημιτονοειδή”, όχι για να σας τρομάξει, αλλά για να σας δώσει μια ιδέα της μορφής ενός κύματος. Θα σας πει οτι επί περίπου 8 δισεκατομμύρια χρόνια δεν υπήρχε και τίποτα ουσιαστικά πιο πολύπλοκο στο σύμπαν εκτός από κύματα, τα οποία όταν αλληλεπιδρούν μεταξύ-τους εμφανίζονται σαν σωματίδια. Εσείς βέβαια, βλέποντας την παραπάνω καμπύλη, θα φέρετε στο νου-σας τα κύματα της θάλασσας. Και με το δίκιο-σας! Νά γιατί:

Καθώς πέρασαν τα δισεκατομμύρια χρόνια και σχηματίστηκαν πλανήτες του τύπου της Γης-μας, εμφανίστηκαν στην επιφάνειά τους “κύματα”, αλλά διαφορετικής μορφής από τα αρχέγονα της κβαντικής φυσικής. Τα κύματα αυτά τώρα σχηματίζονταν όπου υπήρχε κάποια ποσότητα υγρού και φυσούσε αέρας, όπως στην επιφάνεια της θάλασσας του πλανήτη-μας. Η μόνη ομοιότητα των “υγρών” αυτών κυμάτων με τα αρχέγονα του σύμπαντος ήταν η επανάληψη, η περιοδικότητα, το συνεχές πάνω-κάτω-πάνω-κάτω... και μάλιστα με μορφή που θυμίζει την προηγούμενη ημιτονοειδή καμπύλη. Όμως τα υγρά κύματα είναι περίπλοκα, δεν έχουν τη απλή και στοιχειώδη μορφή εκείνης της καμπύλης (μπορεί να έχουν αφρό, να γυρίζει η κορυφή-τους και ν’ αναδιπλώνεται, με αποτέλεσμα να χαροποιούν όσους προσπαθούν να γλιστρούν πάνω-τους με ιστιοσανίδα, κλπ). Εκτός από τα κύματα των υγρών, που λέγονται “εγκάρσια”, υπάρχουν και κύματα στα αέρια, που λέγονται “διαμήκη” και προκαλούν τους οικείους-μας ήχους που συλλαμβάνουν τα αφτιά-μας. Μάλιστα τα διαμήκη κύματα μοιάζουν πιο πολύ με τα αρχέγονα της κβαντικής φυσικής, και διαδίδονται όχι μόνο στα αέρια, αλλά και στα υγρά, και στα στερεά. Απλώς για κάποιο λόγο που έχει να κάνει με το οτι τα εγκάρσια κύματα γίνονται πιο εύκολα αντιληπτά (ορατά), η λέξη “κύμα” αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει το κύμα στην επιφάνεια των υγρών, και μόνο πρόσφατα επεκτάθηκε σε οτιδήποτε παρουσιάζει την ίδια βασική υφή, ή “μοτίβο”. Ενώ όμως τη λέξη “κύμα” εμείς οι άνθρωποι την πήγαμε “από πάνω προς τα κάτω” (δηλαδή από τα κύματα της θάλασσας στα κύματα της κβαντικής φυσικής), η φύση πήρε την αρχέγονη “ιδέα” και την πήγε “από κάτω προς τα πάνω”, δηλαδή την ανακύκλωσε! Σημειώστε οτι τα κύματα που περιέγραψα εδώ, είναι κι αυτά αντικείμενο μελέτης της φυσικής — π.χ. μαθαίνουμε γι’ αυτά στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο.

Και όμως, η φύση δεν έμεινε στα κύματα που εξετάζουν οι φυσικοί, αλλά προχώρησε παραπέρα. Σκεφτείτε, πού αλλού χρησιμοποιούμε τη λέξη “κύμα”; Δεν λέμε, “έρχεται κύμα καύσωνα”, ή “κύμα κακοκαιρίας”; Γιατί χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη; Μοιάζουν σε τίποτα αυτού του είδους τα “κύματα” με τα κύματα της θάλασσας;

Λοιπόν, μοιάζουν σε κάτι το τελείως στοιχειώδες: στο “πάνω-κάτω” (της θερμοκρασίας), και στο οτι διαδίδονται στο χώρο, κ’ έρχονται το ένα μετά το άλλο· και διαφέρουν σχεδόν σε όλα τα υπόλοιπα. Γιαυτό δεν ασχολούνται μαζί-τους οι φυσικοί, αλλά άλλοι επιστήμονες (οι μετεωρολόγοι). Όμως το πάνω-κάτω της θερμοκρασίας είναι αρκετό για να “πιάσει” η ανθρώπινη νόηση την ομοιότητα με το πάνω-κάτω του θαλάσσιου κύματος, και να κάνει χρήση της ίδιας λέξης: “κύμα”.

Υπάρχει μια ακόμη πιο αφηρημένη χρήση που κάνουμε της λέξης “κύμα”. Τί θα λέγατε για τα “κύματα της μόδας”; Αυτά είναι ακόμα πιο απομακρυσμένα από τη φυσική, γιατί ακόμα και το “κύμα καύσωνα” περιγράφει κάτι το υλικό, τη θερμοκρασία, κάτι που αισθανόμαστε με τις αισθήσεις-μας. Για το κύμα της μόδας όμως δεν έχουμε καμιά συγκεκριμένη αίσθηση για να το συλλάβουμε. Δεν είναι κάτι το υλικό, είναι τελείως αφηρημένο, μια αναφυόμενη ιδιότητα χωρίς υλική υπόσταση. Δεν μπορούμε ούτε να το σταματήσουμε με τα χέρια-μας, ούτε να το φωτογραφίσουμε. Και όμως, το γνωρίζουμε πολύ καλά, και ανταποκρινόμαστε σ’ αυτό με τις πράξεις-μας. Υπόψη οτι όταν λέω “μόδα” δεν εννοώ “επιδείξεις μόδας” (με ημίγυμνα μοντέλα και διάφορα τέτοια). Εννοώ οποιαδήποτε ιδέα διαδίδεται από ένα “κέντρο” προς άλλα μέρη του κόσμου. Στις μέρες-μας, π.χ., ένα τέτοιο κέντρο που παράγει και διαδίδει “μόδες” είναι οι Η.Π.Α. Μια “μόδα” είναι και η Αμερικανική μουσική, που έχει σαρώσει και κατατροπώσει — και απειλεί με εξαφάνιση — τις εθνικές μουσικές όλου του κόσμου. Άλλη “μόδα” είναι το Δυτικού στυλ ντύσιμο (κοστούμι, γραββάτα, παντελόνι, κλπ). Μια “μόδα” που μας ήρθε από την Ανατολή προς τη Δύση είναι οι Ανατολικού στυλ θεραπευτικές μέθοδοι, όπως ο βελονισμός. Παλιότερες “μόδες” που διαδόθηκαν σχεδόν παγκόσμια είναι το ποδόσφαιρο (με κέντρο την Αγγλία) και η κλασική μουσική (κέντρο η Ευρώπη). Από ακόμα πιο παλιά μας έρχονται οι “μόδες” της δημοκρατίας, του θεάτρου, της χρήσης νομισμάτων, και του αλφαβήτου για φωνήεντα και σύμφωνα (κέντρο η αρχαία Ελλάδα). Αυτού του είδους τα “κύματα” έχουν σαν μέσο-τους ένα είδος πληροφορίας, που αρκετοί σύγχρονοι επιστήμονες ονομάζουν “μιμίδιο” (κατ’ αναλογία προς το βιολογικό “γονίδιο”), όρος που καθιέρωσε ο Richard Dawkins (Ρίτσαρντ Ντώκινς) στο τελευταίο κεφάλαιο του πασίγνωστου βιβλίου-του “The Selfish Gene” (“Το εγωιστικό γονίδιο”).

Αυτό που θα ήθελα να συγκρατήσουμε είναι οτι τα “κύματα” πληροφορίας (“μόδας”) έχουν μια πηγή, και διαδίδονται στο χώρο (αλλά σε ένα χώρο πιο αφηρημένο από το φυσικό: είναι ο χώρος των μνημών των ανθρώπων), κ’ εκεί τελειώνει όλη η ομοιότητά-τους με τα υπόλοιπα είδη κυμάτων. Φυσικά, εμφανίστηκαν εντελώς πρόσφατα στο σύμπαν.
2.2.2 Δύναμη

Άλλο παράδειγμα μοτίβου που ανακυκλώνει διαρκώς η φύση είναι η έννοια “δύναμη”:

Όπως και με την έννοια “κύμα”, και πάλι οι φυσικοί θα σας πουν οτι κατέχουν τί είναι στην πραγματικότητα η δύναμη· ή μάλλον “οι δυνάμεις”. Και δεν θα έχουν και πολύ άδικο. Θα σας πουν λοιπόν οτι στη φύση υπάρχουν ακριβώς τέσσερα είδη δυνάμεων, και όλα τ’ άλλα που ονομάζουμε “δυνάμεις” (όπως π.χ. η μυϊκή) δεν είναι παρά επιφαινόμενα, δηλαδή αποτελέσματα των τεσσάρων βασικών δυνάμεων της φύσης, που είναι οι εξής:
Η δύναμη της βαρύτητας, χάρη στην οποία μένουμε “κολλημένοι” στην επιφάνεια του πλανήτη-μας και δεν σκορπάμε στο διάστημα.
Η ηλεκτρομαγνητική δύναμη, χάρη στην οποία, καθώς τα άτομα έλκουν ή απωθούν το ένα το άλλο, από τη μια μπορούμε να έχουμε στερεά σώματα (με σάρκα και οστά εννοώ, τα δικά-μας σώματα), κι από την άλλη μπορούμε και καθόμαστε σε μια καρέκλα, ή στεκόμαστε στο πάτωμα, χωρίς να περνάμε διαμέσου των στερεών αντικειμένων, όπως το φαντασματάκι ο Κάσπερ.
Η ασθενής πυρηνική δύναμη, που έχει σαν πιο γνωστό αποτέλεσμα τη λεγόμενη “διάσπαση βήτα” των νετρονίων του πυρήνα, όπου ένα νετρόνιο διασπάται και δίνει ένα πρωτόνιο, ένα ηλεκτρόνιο, και ένα αντινετρίνο. Το αποτέλεσμα αυτής της αντίδρασης είναι οτι τα πρωτόνια του πυρήνα αυξάνονται κατά ένα, άρα το άτομο αλλάζει φύση: γίνεται άτομο του επόμενου στοιχείου στον περιοδικό πίνακα των στοιχείων (που μαθαίνουμε στη χημεία στο Λύκειο). Εδώ λοιπόν, με την ασθενή πυρηνική δύναμη, έχουμε μια περίπτωση ραδιενεργούς διάσπασης.
Και η ισχυρή πυρηνική δύναμη, χάρη στην οποία τα πρωτόνια στον πυρήνα του ατόμου, παρόλο που απωθούνται λόγω της ηλεκτρομαγνητικής δύναμης (αφού έχουν το ίδιο — θετικό — φορτίο) έλκονται πολύ ισχυρότερα και συγκροτούν τον πυρήνα. Προφανώς, αν η ισχυρή πυρηνική δύναμη δεν ήταν τόσο ισχυρή, ούτε άτομα θα υπήρχαν στο σύμπαν, ούτε τίποτα απολύτως εκτός από απομονωμένα στοιχειώδη σωματίδια.

Το πιο σημαντικό δίδαγμα που έχουν να μας πουν οι φυσικοί (εκτός του οτι ότι άλλο ονομάζουμε “δύναμη” στη φύση οφείλεται σε τελική ανάλυση στις 4 αυτές δυνάμεις), είναι οτι όταν δύο σωματίδια έλκονται, ή απωθούνται, δεν συμβαίνει οτι “τραβάει το ένα το άλλο” με κάποιο μαγικό τρόπο, αλλά οτι ανταλλάσουν σωματίδια. Συγκεκριμένα,
Κατά τη βαρυτική δύναμη υποτίθεται οτι ανταλλάσσονται βαρυτόνια (ή “γκραβιτόνια”), παρόλο που κανείς δεν έχει μπορέσει να παρατηρήσει βαρυτόνια ακόμα.
Κατά την ηλεκτρομαγνητική δύναμη ανταλλάσσονται φωτόνια, δηλαδή τα σωματίδια που αποτελούν το φως.
Κατά την ασθενή πυρηνική δύναμη ανταλλάσσονται τα λεγόμενα W και Z μποζόνια (αγγλ.: bosons).
Και κατά την ισχυρή πυρηνική δύναμη ανταλλάσσονται γλοιόνια (ή “γλουόνια”, αγγλ.: gluons).

Αυτό είναι όλο κι όλο η “δύναμη” στη φύση: η ανταλλαγή σωματιδίων· όχι κάποιο “αόρατο χέρι” που τραβάει ή απωθεί αντικείμενα.

Όμως η φύση δεν έμεινε στις τέσσερις στοιχειώδεις δυνάμεις. Αντέγραψε το μοτίβο “δύναμη” σε ψηλότερο επίπεδο: στη βιολογία. Έτσι, όλοι-μας γνωρίζουμε τη μυϊκή δύναμη, που είναι η αρχική πηγή της λέξης “δύναμη” στη γλώσσα-μας. Αλλά όπως και με το “κύμα”, η γλώσσα περιέγραψε κάτι που εμφανίστηκε στη φύση αργότερα σε υψηλό επίπεδο, ενώ η πρωταρχική “δύναμη” (τα 4 είδη που ανέφερα) υπήρχε ήδη από γεννησιμιού του σύμπαντος. Και βέβαια, εκτός από τη μυϊκή υπάρχει και η μηχανική δύναμη, που παράγεται από κάποιο σύστημα μοχλών ή γραναζιών που κινούνται μέσω ηλεκτρισμού. Τέτοιες δυνάμεις συναντάμε από τα απλά παιδικά παιχνίδια (π.χ. τον μικροσκοπικό Άη Βασίλη που κουνάει τα χέρια και υποκλίνεται) μέχρι τους τεράστιους γερανούς που χτίζουνε καράβια και πολυόροφα κτίρια. Η μηχανική δύναμη είναι μια αντιγραφή της μυϊκής δύναμης που κάναμε για πρακτικούς λόγους εμείς οι άνθρωποι, για να λύσουμε κάποια προβλήματα.

Αλλά η λέξη “δύναμη” έχει και πιο αφηρημένη έννοια: μιλάμε για τη “δύναμη της αγάπης” μεταξύ δύο ερωτευμένων, έτσι δεν είναι; Μπορεί βέβαια να είναι μεταφορική η έννοια της δύναμης αυτής, αλλά με το δίκιο-μας χρησιμοποιούμε τη συγκεκριμένη λέξη γιατί δυο άνθρωποι που αγαπούν ο ένας τον άλλο νοιώθουν μια έλξη που τους κάνει να θέλουν να βρίσκονται κοντά — κατάσταση που δεν διαφέρει και πολύ από δύο ετερώνυμα φορτία που έλκονται μεταξύ-τους. Αντίθετα, το μίσος και η ηπιότερη “ασυμφωνία χαρακτήρων” απωθεί τους ανθρώπους. Βέβαια όταν μιλάμε για “δύναμη” με “έλξη” και “άπωση” σε ένα τέτοιο υψηλό και αφηρημένο επίπεδο, θα πρέπει να έχουμε υπόψη οτι οι έννοιες γίνονται πιο πολύπλοκες, και εμφανίζονται ιδιότητες που δεν υπήρχαν στα χαμηλώτερα επίπεδα. Π.χ. μεταξύ δύο ανθρώπων, μπορεί ο ένας να αισθάνεται έλξη για τον άλλον, αλλά ο τελευταίος να μην αισθάνεται τίποτα για τον πρώτο, ή και να αισθάνεται άπωση. Τέτοιου είδους “μονόπλευρες δυνάμεις” δεν παρατηρούμε σε χαμηλώτερα επίπεδα. Όπως προανέφερα, οι έννοιες γίνονται πιο πολύπλοκες, στολίζονται με διάφορα στολίδια καθώς ανεβαίνουμε τα επίπεδα οργάνωσης της ύλης.

Τέλος, η φράση “η δύναμη της αγάπης” έχει μια ακόμα πιο αφηρημένη εκδοχή: πρόκειται όχι για τον έρωτα μεταξύ δύο ανθρώπων (που αποτελούνται από υλικά σώματα στο κάτω-κάτω), αλλά για την αγάπη με τη θρησκευτική έννοια: η δύναμη της αγάπης εκείνης που μπορεί να χτίζει δωρεάν σχολεία ή νοσοκομεία σε μια φτωχή χώρα λόγου χάρη. Επίσης υπάρχει και η “δύναμη του χρήματος”, που μπορεί π.χ. να αγοράζει ολόκληρες (διεφθαρμένες) κυβερνήσεις, ενώ η “στρατιωτική ισχύς” μπορεί να καταστρέψει ολόκληρες χώρες. Οι δυνάμεις υπ’ αυτές τις έννοιες είναι τελείως άυλες, δρουν όμως επί υλικών οντοτήτων, και φυσικά εμφανίστηκαν πιο πρόσφατα απ’ όλες τις άλλες μορφές δυνάμεων στο σύμπαν.

Βέβαια, αν είστε φυσικός μπορεί να αισθάνεστε απέχθεια (άπωση!) διαβάζοντας τα παραπάνω, γιατί θα σκέφτεστε οτι όταν λέμε “δύναμη” (ή “κύμα”) και μιλάμε για τη φύση θα πρέπει να ακριβολογούμε, να ξέρουμε για τί πράγμα μιλάμε, όχι να λέμε “δύναμη” έτσι γενικά κι αόριστα, και να βάζουμε στο ίδιο τσουβάλι μήλα με πορτοκάλια — έννοιες φυσικής και έννοιες καθομιλουμένης!

Και όμως, εκεί θα διαφωνήσω, κύριοι φυσικοί. Βλέπετε, αν δούμε τη φύση υπό στενή φυσική έννοια, ασφαλώς και έχετε δίκιο. Το θέμα όμως είναι πώς ν’ αποφύγουμε τα στεγανά μιας συγκεκριμένης επιστήμης, και ν’ αγκαλιάσουμε με τη σκέψη-μας όλες τις επιστήμες που μελετούν την εξέλιξη της ύλης: φυσική, χημεία, βιολογία, και τη νεότευκτη νοολογία· αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να δούμε την εξέλιξη της φύσης στο σύνολό της, και θα περιοριστούμε σε κάποια οπτική γωνία μιας συγκεκριμένης επιστήμης.
2.2.3 Δομή πυρήνα – υπολοίπου

Πάμε τώρα να δούμε το πιο θεμελιώδες παράδειγμα ανακυκλούμενου μοτίβου που εμφανίζεται στη φύση: μια “μελωδία” που παίζεται σε χίλιες οκτάβες από τότε που πρωτοεμφανίστηκε, με χίλιες φωνές και χίλια όργανα. Εντάξει, ίσως υπερβάλλω λιγάκι με τις χιλιάδες που ανέφερα, αλλά κοιτάξτε τον αριθμό των παραδειγμάτων παρακάτω, και θα καταλάβετε. Πώς να το ονομάσουμε αυτό το μοτίβο, που δεν έχει απλό και μεστό όνομα όπως το “κύμα” και η “δύναμη”; Θα το ονόμαζα “δομή πυρήνα–υπολοίπου”, και είναι το βασικό δομικό υλικό απ’ το οποίο έχει χτίσει τα πάντα η φύση: απ’ τα πιο στοιχειώδη ως τα πιο πολύπλοκα — ως εμάς τους ίδιους:




Το μοτίβο πρωτοεμφανίστηκε όταν σχηματίστηκαν τα πρώτα άτομα στο σύμπαν, δηλαδή άτομα υδρογόνου σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Αργότερα, όταν σχηματίστηκαν τα πρώτα αστέρια, οπότε μέσω της πυρηνικής σύντηξης η ύλη άρχισε να “πυκνώνει”, σχηματίστηκαν και βαρύτερα άτομα. Το μοτίβο εδώ εμφανίζεται στην πιο λιτή, “σπαρτιάτικη” εκδοχή-του, και περιλαμβάνει έναν πυρήνα γύρω από τον οποίο υπάρχουν τα “υπόλοιπα” της δομής, τα ηλεκτρόνια. Τα παλιότερα σχολικά εγχειρίδια (κ’ επίσης και τα παλιά 10-δραχμα και κατοστάρικα, με τη φιγούρα του Δημόκριτου) απεικόνιζαν το άτομο σαν ένα πλανητικό σύστημα, ενώ τώρα συνήθως τα ηλεκτρόνια απεικονίζονται σαν νέφη γύρω απ’ τον πυρήνα. Πάντως όπως και να το παραστήσουμε το άτομο λάθος είναι, γιατί δεν είναι δυνατό ποτέ να δούμε τα ηλεκτρόνια. Αυτό είναι αδύνατο, όπως ήδη ανέφερα, γιατί η όρασή μας για να δουλέψει χρειάζεται φωτόνια, τα οποία όταν πέφτουν πάνω στα ηλεκτρόνια “τους αλλάζουνε τα φώτα”! Δηλαδή αλλοιώνουν τις ιδιότητες των αντικειμένων (ηλεκτρονίων) που προσπαθούμε να δούμε.


Ενδιαφέρον έχει να παρατηρήσουμε οτι και πριν να σχηματιστούν τα πρώτα άτομα, δηλαδή πριν να εμφανιστεί η δομή πυρήνα–υπολοίπου στη φύση, δομές υπήρχαν, δεν ήταν η συγκεκριμένη δομή μοναδική· παραδείγματος χάρη, κάθε πρωτόνιο και κάθε νετρόνιο είναι μια δομή (τριων κουόρκ που ανταλλάσσουν γλοιόνια). Μόνο όμως με την εμφάνιση της δομής πυρήνα–υπολοίπου μπόρεσαν να δημιουργηθούν πολύ μεγαλύτερες υλικές οντότητες, όπως το άτομο του ουρανίου, με 92 πρωτόνια, άλλα τόσα ηλεκτρόνια, και συνήθως 238 νετρόνια — μια τεράστια σε μέγεθος οντότητα σε σύγκριση με τα σωματίδια ύλης που δεν έχουν αυτή τη δομή.

Αυτήν την παρατήρηση θα τη δούμε ξανά και ξανά: όποτε εμφανίζεται η δομή πυρήνα–υπολοίπου στη φύση, τα υλικά σώματα (αλλά και τα άυλα, όπως θα δούμε!) μεγαλώνουν σε μέγεθος και πολυπλοκότητα, ενώ πρωτύτερα άλλες δομές παρήγαν μόνο μικροσκοπικές μορφές.

Λίγο αργότερα, σχηματίστηκαν οι πρώτοι γαλαξίες αστέρων. Στο πεδίο της αστρονομίας το μοτίβο πυρήνα–υπολοίπου εμφανίζεται σε πολλαπλά επίπεδα (βλ. εικόνες α–ε, παρακάτω). Για παράδειγμα, πλανήτες όπως η Γη (α) έχουν έναν πυρήνα με πολύ διαφορετική σύσταση από αυτήν του υπολοίπου της μάζας του πλανήτη. Το ίδιο και οι αστέρες. Γίγαντες πλανήτες όπως ο Δίας και ο Κρόνος (β) συνοδεύονται από μεγάλο αριθμό δορυφόρων, άρα έχουμε επανάληψη του ίδιου μοτίβου. Ένα ηλιακό σύστημα σχηματίζει την τυπική εικόνα του μοτίβου (γ), με τον αστέρα να παίζει το ρόλο του πυρήνα και τους πλανήτες στο ρόλο του υπολοίπου. Σε μεγαλύτερη κλίμακα, τα σφαιρωτά σμήνη αστέρων (δ) ακολουθούν ακριβώς το ίδιο μοτίβο, όπως και ο γαλαξίας ολόκληρος (ε), όπως και οι ομάδες γαλαξιών. Ουσιαστικά παντού, όπου και να κοιτάξουμε σε αστρονομική κλίμακα, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο.


α. Η Γη με τον πυρήνα-της

β. Γίγας πλανήτης (Κρόνος)

γ Το ηλιακό-μας σύστημα

δ. Σφαιρωτό σμήνος αστέρων

ε. Σπειροειδής γαλαξίας

Παραδείγματα της δομής πυρήνα–υπολοίπου από την περιοχή της αστρονομίας





Το μοτίβο ξαναεμφανίστηκε — αλλά σε πολύ δυσδιάκριτη μορφή — σε επίπεδο χημείας, όταν δημιουργήθηκαν τα πρώτα οργανικά μόρια στον πλανήτη-μας (γύρω στα 4 δισεκατομμύρια χρόνια πριν). Εδώ ο “πυρήνας” είναι μια αλυσίδα ατόμων άνθρακα (στο σχεδιάγραμμα, δεξιά, παριστάνεται από τα σκούρα σφαιρίδια) ή μια δενδροειδής αλυσίδα, με πολλές διακλαδώσεις, ή και κύκλους· ενώ τα “υπόλοιπα” είναι διάφορες χημικές ρίζες, ή σκέτα άτομα υδρογόνου, οξυγόνου, φωσφόρου, αζώτου, κλπ., που επικολλώνται στη βασική αλυσίδα των ατόμων του άνθρακα.
Παρατηρείστε οτι κ’ εδώ τα υλικά αντικείμενα αποκτούν γιγαντιαίες διαστάσεις όταν εμφανίζεται η δομή αυτή. Τα μη οργανικά μόρια έχουν μεν δομές (αποτελούμενες από διάφορα ενωμένα άτομα), αλλά είναι μικροσκοπικά σε σύγκριση με τα οργανικά μόρια, τα οποία χάρη στον “πυρήνα-τους” (το σκελετό που αποτελεί η αλυσσίδα των ατόμων του άνθρακα) μοιάζουν με υπερ-γίγαντες. Κάποια από τα οργανικά μόρια, όπως τα πολυμερή που έχουν τα πλαστικά, είναι τόσο μεγάλα που φτάνουν σε μήκος τα αρκετά εκατοστά του μέτρου. (Δεν φαίνονται με το μάτι όμως, γιατί το πάχος-τους είναι απειροελάχιστο.)



Κύτταρο: δομή πυρήνα–υπολοίπου


Μια πιο ξεκάθαρη εμφάνιση του μοτίβου έγινε με την άφιξη των πρώτων “ευκαρυωτικών κυττάρων”, σε επίπεδο βιολογίας, γύρω στα 2 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Εντωμεταξύ είχαν ήδη εμφανιστεί απλούστερα κύτταρα, τα βακτήρια, τουλάχιστον 3,5 δισ. χρόνια πριν, αλλά τα βακτήρια είναι κύτταρα χωρίς πυρήνα. Τα ευκαρυωτικά κύτταρα, από τα οποία αποτελείται σχεδόν όλο το σώμα-μας, περιλαμβάνουν πυρήνα (άλλωστε γιαυτό λέγονται έτσι, γιατί “κάρυον” σημαίνει και “πυρήνας”), όπως και “υπόλοιπα”, που είναι τα διάφορα οργανίδια του κυττάρου, όλα κλεισμένα σε μια κυτταρική μεμβράνη που αποτελεί το σύνορο του κυττάρου με τον έξω κόσμο. Το αυγό (κάθε αυγό, είτε πουλιού, είτε ερπετού, κλπ.) είναι παράδειγμα κυττάρου, αλλά γιγαντιαίων διαστάσεων: ο κρόκος είναι ο πυρήνας, και το τσόφλι η κυτταρική μεμβράνη. Επίσης πολλά φρούτα αποτελούν παραδείγματα της ίδιας δομής, έχοντας έναν πυρήνα (κουκούτσι ή κουκούτσια) στο κέντρο και σάρκα γύρω-γύρω, περικλειόμενη από φλούδα.
Και εδώ έχουμε αύξηση του μεγέθους χάρη στον ερχομό της δομής πυρήνα–υπολοίπου. Ένα βακτήριο, που δεν έχει αυτή τη δομή, είναι περίπου χίλιες φορές μικρότερο από ένα ευκαρυωτικό κύτταρο. Ακόμα και το πιο μεγάλο βακτήριο είναι αόρατο με γυμνό οφθαλμό· συγκρίνετέ το όμως με ένα αυγό στρουθοκαμήλου (το μεγαλύτερο “εν ζωη” ευκαρυωτικό κύτταρο), και θα καταλάβετε τη διαφορά.







Αυγό: δομή πυρήνα–υπολοίπου

Φρούτο: δομή πυρήνα–υπολοίπου


Για πολύν καιρό πριν από τις σπουδές-μου στη νοολογία πίστευα οτι και στα ζώα εμφανίζεται το ίδιο μοτίβο, λογαριάζοντας τον εγκέφαλο σαν ένα είδος πυρήνα. Αργότερα όμως αντιλήφθηκα οτι ο εγκέφαλος στα ζώα δεν είναι περισσότερο ζωτικό όργανο από άλλα όργανα του σώματός τους.(*) Για τον άνθρωπο όμως, ο εγκέφαλος έχει πράγματι εξελιχθεί σ’ ένα κεντρικό όργανο του σώματός του· είναι, θα λέγαμε, ο πυρήνας του εαυτού μας, εκεί όπου μας φαίνεται οτι υπάρχουμε στο χώρο. Επειδή το θέμα αυτό άπτεται άμεσα του παρόντος κειμένου στο σύνολό του, δεν είναι αυτό το κατάλληλο σημείο για ν’ αναφερθώ εκτενέστερα.

Όμως η δομή πυρήνα–υπολοίπου εμφανίζεται σε μια κατηγορία φυτών, όπως και σε μια κατηγορία ζώων. Στα φυτά υπάρχει η κατηγορία των δέντρων, όπου ο πυρήνας είναι ο ξυλώδης κορμός και τα κλαδιά-του, ενώ στα “υπόλοιπα” ανήκει το φύλλωμα και τα τυχόν άνθη. Στα ζώα υπάρχει η κατηγορία των σπονδυλωτών (ή πιο σωστά το “φύλον χορδωτών”), όπου ο πυρήνας αποτελείται από τον οστέινο σκελετό, και στα “υπόλοιπα” ανήκουν όλα τα όργανα του σώματος.






Δέντρο: δομή πυρήνα–υπολοίπου

Σπονδυλωτό: δομή πυρήνα–υπολοίπου


Και εδώ έχουμε αύξηση του μεγέθους λόγω έλευσης του μοτίβου πυρήνας–υπόλοιπο. Μεταξύ των ζώων, όσα είδη δεν είναι σπονδυλωτά είναι στη συντριπτική πλειοψηφία-τους μικρά σε μέγεθος (σπόγγοι, μέδουσες, σκουλήκια, αχιβάδες, σαλιγκάρια, σουπιές, αστακοί, καλαμάρια, χταπόδια, καβούρια, έντομα, αράχνες, αχινοί, αστερίες, κ.ά.), ενώ και τα πιο μεγάλα απ’ αυτά (π.χ. γιγάντιο καλαμάρι) είναι μικρότερα από τα μεγαλύτερα σπονδυλωτά. Στη στεριά τα μεγαλύτερα ζώα είναι τώρα οι ελέφαντες, και παλιότερα οι δεινόσαυροι, όλα σπονδυλωτά· ενώ στη θάλασσα κυριαρχούν σε μέγεθος τα σπονδυλωτά ψάρια. Στη θάλασσα επίσης ζει και το μεγαλύτερο ζώο όλων των εποχών, η γαλάζια φάλαινα, ένα θηλαστικό σπονδυλωτό. Μεταξύ των φυτών, τα δέντρα είναι τα μεγαλύτερα απ’ όλα τ’ άλλα, ενώ ένα είδος δέντρου, η σεκβόια της Καλιφόρνιας, είναι ο μεγαλύτερος ζωντανός οργανισμός (μεγαλύτερος κι από τη γαλάζια φάλαινα, τόσο σε μήκος όσο και σε όγκο).

Η κοινωνία των ανθρώπων, όσο πιο πολύπλοκη είναι, τόσο πιο ξεκάθαρα παρουσιάζει τη δομή πυρήνα–υπολοίπου, έχοντας μια κυβέρνηση στο ρόλο του πυρήνα, και το λαό στο ρόλο αυτού που ονομάζω “υπόλοιπα”.

Όσο οι ανθρώπινες κοινωνίες ήσαν άναρχες, χωρίς δομή πυρήνα–υπολοίπου (δηλαδή όσο βρισκόμασταν στο λεγόμενο “στάδιο του κυνηγού–συλλέκτη”) παρέμεναν μικρές σε μέγεθος. Όταν όμως άρχισαν ν’ αποκτούν δομή (με βασιλιάδες, αυτοκράτορες, και αργότερα κυβερνήσεις), απέκτησαν γιγαντιαίες διαστάσεις. Στο θέμα αυτό αναφέρομαι εκτενέστερα σε ένα άλλο άρθρο, όπου εξηγώ γιατί η αναρχία είναι ανέφικτη σε ανθρώπινες κοινωνίες πολλών δισεκατομμυρίων ατόμων.

Και η ίδια η κυβέρνηση μιας κοινωνίας όμως είναι δομημένη με την ίδια δομή: έχει έναν πρωθυπουργό (στη χώρα-μας, ή πρόεδρο αλλού, ή καγκελλάριο, κλπ.), και υπόλοιπα μέλη (υπουργούς, υφυπουργούς, γραμματείς, κλπ.). Στα αρχαιότερα χρόνια υπήρχε ο βασιλιάς και οι αυλικοί-του. Βλέπουμε λοιπόν οτι σε πολύπλοκες δομές μπορούμε να έχουμε “πυρήνα μέσα στον πυρήνα”.

Αλλά και ο φυσικός χώρος όπου οργανώνεται μια κοινωνία έχει παρόμοια δομή: κάθε κράτος έχει μια πρωτεύουσα, κάθε πόλη ένα δημαρχείο, κάθε χωριό μια κεντρική πλατεία, κ.ο.κ. Όλες αυτές οι δομές, παρόλο που μας φαίνονται “μη φυσικές”, επειδή είναι έργα ανθρώπων, εντούτοις είναι φυσικότατες, γιατί δημιουργήθηκαν αυθόρμητα, χωρίς τη συνειδητή βούληση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Κανείς π.χ. δεν σκέφτηκε: «Χμμ... Πρέπει να οργανωθούμε σύμφωνα με το μοντέλο πυρήνα–υπολοίπου!» Ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο, άρα οι δομές που μόλις περιέγραψα δεν είναι τεχνητές· είναι τόσο φυσικές όσο κ’ εκείνες της βιολογίας, της χημείας, και της φυσικής.

Με τα τελευταία παραδείγματα η δομή πυρήνα–υπολοίπου έγινε κάπως πιο αφηρημένη, αφού άλλο να μιλάμε για τον πυρήνα ενός αυγού — που τον βλέπουμε! — κι άλλο για μια κυβέρνηση, που μπορεί να είναι σκορπισμένη στο χώρο. Όμως με το παράδειγμα που ακολουθεί θα δούμε οτι η δομή αυτή μπορεί να δημιουργηθεί σε τελείως αφηρημένο επίπεδο. Συγκεκριμένα, θα επιστήσω την προσοχή-σας στο πώς είναι δομημένη η γλώσσα (ελληνική, αγγλική, ή κινέζικη, δεν έχει καμία σημασία). Η δομή πυρήνα–υπολοίπου εμφανίζεται στη γλώσσα σε πάμπολλα επίπεδα:
Κατ’ αρχήν, μια πλήρης πρόταση έχει ένα και μόνο ένα ρήμα. Αυτό είναι ο πυρήνας της πρότασης. Παράδειγμα:



Ο αέρας που φύσηξε από χτες τη νύχτα μάζεψε τα ξερά φύλλα σε μια γωνιά της αυλής.

Η παραπάνω πρόταση έχει ένα κύριο ρήμα, το «μάζεψε». Όλα τα υπόλοιπα περιστρέφονται γύρω από αυτόν το ρηματικό πυρήνα. Ανάμεσα στα “υπόλοιπα” συγκαταλέγονται ένα υποκείμενο (ποιος μάζεψε; «ο αέρας»)· μία παρενθετική πρόταση που προσδιορίζει περαιτέρω το υποκείμενο (ποιος αέρας; αυτός «που φύσηξε από χτες τη νύχτα»)· ένα άμεσο αντικείμενο (τί μάζεψε; «τα ξερά φύλλα»)· κ’ ένας τοπικός προσδιορισμός (πού τα μάζεψε; «σε μια γωνιά της αυλής»). Σημειώστε οτι και η παρενθετική πρόταση «που φύσηξε από χτες τη νύχτα» έχει ακριβώς την ίδια δομή, με ένα ρήμα–πυρήνα («φύσηξε»), ένα υποκείμενο (το «που», που είναι ένας “δείκτης” που δείχνει προς το ίδιο υποκείμενο της κύριας πρότασης, τον «αέρα»), και έναν χρονικό προσδιορισμό (πότε; «από χτες τη νύχτα»). Δεν είναι τυχαίο το οτι κάθε πρόταση έχει ένα και μόνο ένα ρήμα, δηλ. ρηματικό πυρήνα: εφόσον αποτελεί δομή πυρήνα–υπολοίπου, δεν θα μπορούσε να έχει δύο πυρήνες.
Και τα επί μέρους τμήματα μιας πρότασης, μέσα στο “υπόλοιπο”, έχουν κι αυτά τη δομή πυρήνα–υπολοίπου, όπως μας βεβαιώνουν οι γλωσσολόγοι. Για παράδειγμα, στην ουσιαστική φράση «τα ξερά φύλλα», ο πυρήνας είναι το ουσιαστικό («φύλλα»), ενώ το άρθρο και το επίθετο («τα ξερά») συγκαταλέγονται στα υπόλοιπα. Οι ουσιαστικές φράσεις έχουν για πυρήνα-τους το ουσιαστικό, οι προθετικές φράσεις έχουν για πυρήνα-τους την πρόθεση, κ.ο.κ.

Κατεβαίνοντας στο επίπεδο της λέξης τώρα, και συγκεκριμένα σε ινδοευρωπαϊκές γλώσσες όπως τα ελληνικά, βλέπουμε οτι κάθε λέξη αποτελείται από έναν αριθμό συλλαβών, και υπάρχει μία συλλαβή που τονίζεται ιδιαίτερα. Αυτή η συλλαβή παίζει ρόλο πυρήνα. Παράδειγμα: σι·δη·ρό·δρο·μος. Στα ελληνικά υπάρχει συνήθως μία μόνο τονισμένη συλλαβή, και πιο σπάνια δύο, όπως όταν η λέξη ακολουθείται από εγκλιτική: ά·λο·γό του.(*) Άλλες γλώσσες, όπως η αγγλική, έχουνε πολύ συχνά δευτερεύουσα τονισμένη συλλαβή εκτός απ’ την κύρια, όπως στην αγγλική λέξη res·pi·ra·tor·y, όπου η πρώτη συλλαβή (“res”, 5η από το τέλος!) είναι η κυρίως τονισμένη, ενώ η παραλήγουσα (“tor”) λαμβάνει ένα δευτερεύοντα τόνο. Έτσι λοιπόν στα αγγλικά ακόμα και το “υπόλοιπο” έχει τη δομή του πυρήνα–υπολοίπου. Αξίζει πάντως να σημειωθεί οτι αυτές οι δομές με τις τονισμένες συλλαβές δεν ισχύουν σε πολλές μη ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Π.χ. δεν ισχύουν στα τουρκικά ή στα ιαπωνικά, όπου οι γηγενείς ομιλητές αισθάνονται οτι τονίζουν όλες τις συλλαβές εξίσου· ή στα κινεζικά, όπου η έννοια του τονισμού έχει τελείως διαφορετικό χαρακτήρα (διαχωρίζει το νόημα των λέξεων).

Αλλά και στο επίπεδο της μίας και μοναδικής συλλαβής, κ’ εκεί παρατηρούμε τη δομή πυρήνα–υπολοίπου! Ο πυρήνας είναι το σημείο της συλλαβής με τη μεγαλύτερη “φωνητικότητα” (αγγλ.: sonority), που σχεδόν πάντα είναι ένα φωνήεν ή δίφθογγος. Δεξιά και αριστερά του σημείου αυτού, η φωνητικότητα ελαττώνεται, για να υψωθεί και πάλι μόνο στη διπλανή συλλαβή. Στην ελληνική δεν είναι εύκολο να το παρατηρήσουμε αυτό, γιατί οι περισσότερες συλλαβές είναι της μορφής σύμφωνο–φωνήεν, οπότε κατά τετριμμένο τρόπο το φωνήεν είναι ο πυρήνας και το σύμφωνο το υπόλοιπο. Υπάρχουν όμως και συλλαβές πιο πολύπλοκες, όπως το “τραν-” στο /τράν·dα·γμα/ (αναφέρομαι σε φωνητικές συλλαβές, όχι σε ορθογραφικές): στη συλλαβή αυτή, η φωνητικότητα αρχίζει με πολύ χαμηλή τιμή στο /τ/, υψώνεται αρκετά στο /ρ/, φτάνει στη μέγιστη τιμή στο φωνήεν /α/, και χαμηλώνει λίγο στο επόμενο σύμφωνο /ν/. (Στον κλάδο της φωνολογίας, στον κάθε ήχο αποδίδεται συγκεκριμένη και αναλλοίωτη τιμή φωνητικότητας σε μια κλίμακα από το 1 ως το 10, όπου τα /κ/, /π/, /τ/ έχουν τιμή 1, και τα φωνήεντα τιμή 10.) Στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ολλανδικά, και άλλες “γερμανογενείς” γλώσσες, η συλλαβή είναι συνήθως πιο πολύπλοκη από την ελληνική, και παρουσιάζει πιο ξεκάθαρα τη δομή πυρήνα–υπολοίπου.

Και για το άυλο πεδίο της ανθρώπινης γλώσσας μπορούμε να επαναλάβουμε την παρατήρηση περί αύξησης μεγέθους. Ένα είδος φωνητικής επικοινωνίας έχουν και αρκετά είδη ζώων, είναι όμως χωρίς δομή, αποτελούμενο συνήθως από απλές κραυγές, ή έστω μερικά είδη κραυγών. Μόνο στην ανθρώπινη ομιλία, με τη δομή πυρήνα–υπολοίπου που εμφανίζεται σε πολλαπλά επίπεδα (συλλαβή, λέξη, φράση, πρόταση), έχουμε την εκπληκτική πολυπλοκότητα που απαιτεί μια ολόκληρη επιστήμη για τη μελέτη-της: τη γλωσσολογία.

Τέλος θ’ αναφέρω εδώ πολύ περιληπτικά μια περίπτωση εμφάνισης της δομής πυρήνα–υπολοίπου που είναι ακόμη πιο άυλη κι αφηρημένης μορφής από τη γλώσσα· γιατί η γλώσσα στο κάτω-κάτω έχει μια παράσταση, είτε ακουστική, είτε οπτική, και άρα, εφόσον χρησιμοποιεί τις αισθήσεις-μας, σχετίζεται έμμεσα με τον φυσικό κόσμο. Η “ακόμα πιο άυλη” περίπτωση της δομής αυτής εμφανίζεται στις έννοιες (αγγλ.: concepts), τις εσωτερικές νοητικές παραστάσεις από τις οποίες αποτελούνται οι σκέψεις και η μνήμη-μας. Όπως υποστηρίζει η νοολογική “σχολή” την οποία δημιούργησε ο Hofstadter, οι έννοιες έχουν τη δομή πυρήνα–υπολοίπου, και η ανθρώπινη νόηση βασίζεται σε μια αέναη δημιουργία καινούριων εννοιών, ανάκληση και εμπλουτισμό παλαιών, και κατηγοριοποίησή τους. Ο πυρήνας μιας έννοιας είναι κάτι το αφηρημένο, ένα είδος “σημείου” ας πούμε σε κάποιο νοητό χώρο, και “γύρω” από τον πυρήνα, “κοντά-του”, βρίσκονται τα “υπόλοιπα”, που δεν είναι παρά πυρήνες άλλων, σχετιζόμενων εννοιών. Επειδή αυτά τα πράγματα ακούγονται μυστηριώδη έτσι όπως τα περιγράφω, πρέπει να πω οτι θα τα εξηγήσω με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια αργότερα (στην §5.1–5.2), γιατί εδώ δεν είναι το κατάλληλο σημείο.

Από την πρωταρχική λοιπόν και αρχέγονη εμφάνισή του στη δομή του ατόμου, μέχρι την πολύ πρόσφατη και αφηρημένης μορφής ύπαρξή του στους τομείς της γλωσσολογίας και νοολογίας, το μοτίβο πυρήνα–υπολοίπου μοιάζει ν’ ανακαλύπτεται από τη φύση ξανά, και ξανά, και ξανά... όλο και πιο πολύπλοκο, ολο και πιο “διανθισμένο”, όλο και πιο άυλο. Πράγματι, έχει άραγε υλική υπόσταση ο πυρήνας μιας πρότασης, ή μιας λέξης, ή μιας συλλαβής; Είναι ήχος, ή μήπως εικόνα όταν η γλώσσα είναι οπτικής μορφής για κωφάλαλους, ή όταν γράφουμε την πρόταση στο τετράδιο; Τίποτε απ’ όλα αυτά. Τέτοιου είδους δομές είναι άυλες, αφηρημένες οντότητες, όπως τα φωτεινά κινούμενα σήματα στην ταμπέλα του Τζίμη — και όμως, προερχόμενες αποκλειστικά από υλικά αντικείμενα.

Αυτό ακριβώς θα δούμε οτι είναι και η ζωή, στην επόμενη ενότητα: μια αναφυόμενη, άυλη οντότητα, προερχόμενη όμως αποκλειστικά από υλικά αντικείμενα. Τίποτε το “μαγικό”, το υπερφυσικό, το μη προερχόμενο από την ύλη, δεν υπάρχει σ’ αυτό που ονομάζουμε “ζωή” στη φύση.

Και, αν μου επιτραπεί να προτρέξω για μια στιγμή μονάχα, αυτό ακριβώς θα υποστηρίξω αργότερα (§5) και για την ανθρώπινη ψυχή: τίποτε το “μαγικό”, το υπερφυσικό, το μη προερχόμενο από τη ζωή (άρα τελικά από την ύλη) δεν υπάρχει σ’ αυτό που ονομάζουμε “ψυχή”, που λέμε οτι έχουν κάποια έμβια όντα. Αλλά ας μην προτρέχω.


3. Ζωή
3.1 Αναφυόμενες, Ανακυκλούμενες, αλλά και Διατηρούμενες!



Στην υπο-ενότητα αυτή θα δούμε πώς κάποιες ιδιότητες, εκτός από το οτι είναι αναφυόμενες και ανακυκλούμενες, διατηρούνται επίμονα στην έμβια ύλη. Στη συνέχεια, στην §4 θα διαπιστώσουμε οτι κάποιες απ’ αυτές τις διατηρούμενες ιδιότητες της ύλης γίνονται οι βάσεις γι’ αυτά που χαρακτηρίζουμε σαν συναισθήματα, δηλαδή ιδιότητες της προσωπικότητας ενός ατόμου. 3.1.1 Τροφή

Πάμε πρώτα να εξετάσουμε μια βασική και επίμονη ιδιότητα της ύλης, τόσο βασική που την εκτελούμε καθημερινά (τουλάχιστον οι περισσότεροι από μας, όσοι μπορούμε): την πρόσληψη τροφής. Αυτό όμως που δεν είναι εύκολο ν’ αναγνωρίσουμε είναι οτι η πρόσληψη τροφής δεν είναι καν ιδιότητα της έμβιας ύλης. Μας έρχεται από το πολύ μακρινό παρελθόν, από τότε που είχαμε μόνο χημεία και καθόλου βιολογία στον πλανήτη-μας: τότε που δεν υπήρχε τίποτα το ζωντανό που θα μορούσαμε να το δείξουμε και να πούμε οτι «αυτό έφαγε εκείνο».

Μπορεί η ιδέα ενός γεύματος (είτε πρόκειται για νοστιμότατο στιφάδο, είτε για ταπεινό σουβλάκι — όπως τα περίφημα πλέον του Τζίμη) να μας φαίνεται κοινότατη· δεν είναι όμως καθόλου άνευ σημασίας για τη συζήτησή μας. Γνωρίζουμε βέβαια πολύ καλά οτι δεν τρώμε μόνο εμείς οι άνθρωποι, αλλά και κάθε ζωντανός οργανισμός που έχει μεταβολισμό, που προσλαμβάνει δηλαδή κάποιες ουσίες από το περιβάλλον, και αποβάλλει κάποιες άλλες. Και τα ζώα τρώνε — μερικά μάλιστα ακριβώς όπως εμείς, — και τα φυτά απομυζούν ουσίες από το έδαφος, και οι μονοκύτταροι οργανισμοί βρίσκουν θραύσματα οργανικής ύλης και τα ενσωματώνουν (όπως οι αμοιβάδες, που αλλάζουν το σχήμα-τους και περικλείουν την τροφή στα κολπίδια που σχηματίζει η κυτταρική-τους μεμβράνη — θα μιλήσουμε γι’ αυτά παρακάτω). Όλα αυτά όμως είναι τετριμμένες παρατηρήσεις. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να παρατηρήσουμε οτι και τα μόρια “τρώνε”! Βέβαια στη χημεία δεν τη λέμε “φαγητό” τη διαδικασία, αλλά “ένωση ενός μορίου με άλλο”· εκεί όμως βρίσκεται η βάση της έννοιας “τροφή”: στην ένωση μορίων. Επιτρέψτε-μου να εξηγήσω τί εννοώ μ’ αυτό.

Δείτε πρώτα ένα από τα απλούστερα μόρια που υπάρχουν στη φύση, ένα μόριο μεθανίου:



Αποτελείται μόνο από ένα άτομο άνθρακα (μαύρο, στο μέσον), και τέσσερα άτομα υδρογόνου (άσπρα, γύρω-γύρω). (Όχι, δεν σκοπεύω να σας στείλω για ύπνο με ένα μάθημα χημείας. ) Ας υποθέσουμε τώρα οτι ένα από τα τέσσερα υδρογόνα αντικαθίσταται από κάποιο άλλο είδος ατόμου, ας πούμε από ένα χλώριο. (Εννοείται οτι τα άτομα δεν έχουν χρώματα, ούτε μοιάζουν με μπάλες του μπιλιάρδου, όπως τόνισα στην §1· απλά, τα ζωγραφίζουμε έτσι για να έχουμε μια οπτική αντίληψή τους.)



Θα λέγατε ποτέ οτι το μεθάνιο απέβαλε ένα υδρογόνο και “έφαγε ένα άτομο χλωρίου;” Ασφαλώς όχι. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιγραφεί ένα τέτοιο χημικό γεγονός με γαστριμαργικούς όρους. Υπόψη οτι το εικονιζόμενο μόριο δεν λέγεται πλέον μεθάνιο, αλλά “μεθυλοχλωρίδιο” (ή χλωρομεθάνιο), και έχει πολύ διαφορετικές ιδιότητες από το μεθάνιο (π.χ. δεν μυρίζει όπως το μεθάνιο, έχει άλλα σημεία τήξης και πήξης, χρησιμοποιείται σε ψυκτικά υγρά ψυγείων, κλπ.). Άλλωστε έτσι τεράστιο που φαίνεται εκείνο το άτομο χλωρίου στην εικόνα (πράσινο), εμένα μου μοιάζει μάλλον σαν να είναι το χλώριο που “κατάπιε” το υπόλοιπο μόριο. Προχωράμε λοιπόν.

Δείτε τώρα ένα ελαφρώς πιο πολύπλοκο μόριο: πρόκειται για ένα μόριο χοληστερόλης. Τα μαύρα είναι και πάλι άτομα άνθρακα (που αποτελούν τον σκελετό, τον “πυρήνα” του μορίου), και τα άσπρα είναι άτομα υδρογόνου, ενώ το κόκκινο είναι ένα άτομο οξυγόνου (αυτά λοιπόν είναι τα “υπόλοιπα” της δομής πυρήνα–υπολοίπου).



Ας υποθέσουμε και πάλι, όπως και πριν, οτι ένα από τα πολλά άτομα υδρογόνου φεύγει, και στη θέση-του έρχεται ένα άτομο χλωρίου. (Είναι το μισοκρυμμένο πράσινο σφαιρίδιο στα δεξιά.) Τώρα; Τί θα λέγατε;



Πάλι δεν είναι σωστό να πούμε οτι “έφαγε” ένα χλώριο η χοληστερόλη (και απέβαλε ένα υδρογόνο). Έτσι δεν είναι; Απλώς αντάλλαξε ένα υδρογόνο με ένα χλώριο — τί νόημα έχει το ρήμα “τρώω” εδώ; Πάντως η φύση του μορίου της χοληστερόλης δεν άλλαξε τόσο δραστικά όπως στο προηγούμενο παράδειγμα, γιατί όλα τα άλλα άτομα άνθρακα και υδρογόνου παρέμειναν στις θέσεις-τους. Το μόριο που παίρνουμε σαν αποτέλεσμα αυτής της αντίδρασης σίγουρα θα μοιάζει αρκετά με το αρχικό της χοληστερόλης.(*)

Κι αν είχαμε να κάνουμε μ’ ένα σημαντικά μεγαλύτερο μόριο; Τί θα λέγατε αν είχαμε ένα από τα παρακάτω;







πολύπλοκο

πολυπλοκότερο

πολυπλοκότατο


Τί θα άλλαζε στις ιδιότητες τέτοιων μορίων αν ένα και μοναδικό άτομο κάποιου στοιχείου ερχόταν και κολλούσε στην υπόλοιπη δομή του μορίου; Σχεδόν τίποτα. Όσο πιο μεγάλο το μόριο, τόσο πιο εύκολο είναι να φανταστούμε την έννοια οτι το μόριο καταπίνει ένα άτομο — ένα τοσοδά, μικρούλι ατομάκι! — και το προσθέτει στη δομή-του, χωρίς ν’ αλλάζει κατά ουσιαστικό τρόπο. Επίσης, όσο πιο μεγάλο το μόριο (φανταστείτε βιολογικά μόρια, με χιλιάδες άτομα), τόσο πιο μεγάλο μπορεί να είναι και το “κομματάκι τροφής”, το οποίο έτσι μπορεί να είναι κ’ εκείνο ένα ολόκληρο μόριο, πάντα όμως σημαντικά μικρότερο από το μεγάλο που το “καταπίνει”, ώστε να μην αλλάζουν ουσιαστικά οι ιδιότητες του μεγάλου μορίου (να μη “βαρυστομαχιάζει”! ).

Έτσι, μεγαλώνοντας πολλές χιλιάδες φορές το μέγεθος των υλικών που “καταπίνουν” το ένα το άλλο, ερχόμαστε στο στάδιο της βιολογίας, όπου κύτταρα, που αποτελούνται από τρισεκατομμύρια μόρια, συχνά καταπίνουν (στην κυριολεξία όμως τώρα) μικρά κομματάκια βιολογικής ύλης, που μερικές φορές είναι άλλα, πολύ μικρότερα κύτταρα. Αυτό το πετυχαίνουν δημιουργώντας ένα “κολπίδιο” στην εξωτερική μεμβράνη-τους, που λειτουργεί σαν στόμα, με το οποίο περικλείουν το κομματάκι τροφής, όπως δείχνει το παρακάτω σχεδιάγραμμα.



Αφού κλειστεί το κομματάκι τροφής μέσα στο κολπίδιο, αρχίζει η πέψη-του μέσα στο σώμα του κυττάρου με τη βοήθεια οργανιδίων που ονομάζονται λυσοσώματα, που περιέχουν πεπτικά υγρά και “λύουν” (χωνεύουν) έτσι τα συστατικά της τροφής. Τα λυσοσώματα παίζουν επομένως ρόλο στομάχου για τα κύτταρα.

Βλέπουμε έτσι οτι σε επίπεδο κυττάρου αρχίζουμε να συναντούμε έννοιες, όπως “στόμα”, “πέψη”, “στομάχι”, κλπ., που γίνονται πιο πολύπλοκες σε οργανισμούς που εμφανίστηκαν αργότερα στη φύση. Τα μόρια δεν έχουν τέτοιες πολυτέλειες.

Εδώ όμως μπορεί κανένας να διαμαρτυρηθεί οτι πραγματοποίησα ένα γιγαντιαίο βήμα περνώντας από τη χημεία στη βιολογία, προσπαθώντας να σας πείσω οτι “το φαγοπότι αρχίζει από πολύ νωρίς”: απ’ το επίπεδο των μορίων, ενώ στην πραγματικότητα σ’ εκείνο το επίπεδο δεν υπάρχει τίποτε το ουσιαστικό που σχετίζεται με την έννοια “τροφή”. Σας έχω παραπλανήσει, με άλλα λόγια — αυτό θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς.

Και όμως, όχι μόνο δεν σας παραπλάνησα, αλλά έχω ξεκινήσει να σας δίνω ένα παράδειγμα μιας έννοιας, η οποία εμφανίστηκε σε εξαιρετικά απλοϊκή μορφή στο σύμπαν. Την έννοια αυτή μπορούμε να την πούμε “τρώγειν”, δανειζόμενοι έναν αρχαίο ρηματικό τύπο (το απαρέμφατο, που είναι “σκέτο το ρήμα”, αφού στα νέα ελληνικά είμαστε υποχρεωμένοι να βάλουμε πρόσωπο και αριθμό: “εγώ τρώω”, “εσύ τρώς”, κλπ.). Αυτό το “τρώγειν” λοιπόν, έχει έναν πυρήνα, που περιγράφεται κάπως έτσι:






“Τρώγειν” = Αφομοίωση μικρότερης ποσότητας ύλης από μεγαλύτερη,
έτσι ώστε τελικά η μεγαλύτερη ύλη να μην αλλάζει ουσιαστικά τις ιδιότητές της.


Αυτό είναι η ουσία, ο πυρήνας της έννοιας “τρώγειν”. Όλα τ’ άλλα — στόματα, κολπίδια, στομάχια — είναι “σάλτσες”, υπόλοιπα, μπιχλιμπίδια που προστέθηκαν μετά. Και μάλιστα τα μπιχλιμπίδια συνέχισαν να προστίθενται καθώς περνούσαν τα εκατομμύρια χρόνια και εξελισσόταν η ύλη. Π.χ., τα κύτταρα δεν έχουν πεπτικό σωλήνα· από κάποιο σημείο και μετά προστέθηκε ο πεπτικός σωλήνας (που περιλαμβάνει το στόμα, το στομάχι, και τα έντερα μεταξύ άλλων). Μετά προστέθηκαν αισθήσεις μέσω των οποίων η τροφή εντοπίζεται, και ο οργανισμός συνήθως πηγαίνει προς την τροφή αν είναι ζώο, αντί να περιμένει να έρθει τυχαία η τροφή σ’ αυτό. Κι όχι μόνο πηγαίνει, αλλά στήνει και ενέδρα για να την πιάσει. Μπορεί το ζώο να κυνηγάει την τροφή-του, ενώ εκείνη να προσπαθεί να ξεφύγει. Κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι για να φτάσουμε ως το τωρινό σημείο μιας πολύ μακρινής διαδρομής, όπου η τροφή μπορεί να μας σερβίρεται σε πιάτο· ν’ ανήκει σε κάποιο είδος κουζίνας, όπως Κινεζική, Ιταλική, Γαλλική, κλπ.· να τη στολίζουμε με καρυκεύματα· να έχει η τροφή τη μορφή τούρτας γενεθλίων· να νηστεύουμε· να πηγαίνουμε με φίλους σε ταβέρνα για να τη φάμε, όπου ο κύριος σκοπός μπορεί να μην είναι καν η κατανάλωση της τροφής, αλλά η κουβέντα με τους φίλους· και χίλια δυο άλλα. Όλα αυτά, που ονόμασα “μπιχλιμπίδια”, είναι έννοιες σχετιζόμενες με τον πυρήνα του “τρώγειν”, και ανήκουν στα “υπόλοιπα”.

Βλέπουμε λοιπόν οτι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε μια έννοια (οποιαδήποτε γλώσσα, όχι ειδικά η ελληνική) διαθέτει μια και μοναδική λέξη (“τρώγειν”, ή κάτι τέτοιο), ενώ η έννοια ξεκινάει από τελείως στοιχειώδη μορφή όπου νοιώθουμε οτι η λέξη δεν είναι κατάλληλη: σε επίπεδο μορίων και ατόμων μας φαίνεται οτι πρόκειται για κάτι άλλο, όχι για τροφή· και όμως, πρόκειται για τον πυρήνα της ίδιας έννοιας, “γυμνό” από τα περιττά ενδύματα. Έπειτα, την ίδια λέξη χρησιμοποιούμε για το κύτταρο που “τρώει” ένα βιολογικό θραύσμα ύλης, αλλά και για το Μεγάλο Πέτρο που έτρωγε αστακούς με σως από κάστανα και συκώτι αγριόπαπιας. Άρα η γλώσσα αναγνωρίζει μεν την ομοιότητα και την ουσία του τρώγειν στα δύο αυτά πολύ διαφορετικά παραδείγματα (άνθρωπος και κύτταρο), αλλά φτάνει μέχρις ενός σημείου και δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη της ουσίας παραπέρα, στο πεδίο της χημείας. Επίσης έχει λέξη ή λέξεις για τον πυρήνα (“τρώω”, “τροφή”) αλλά συχνά δεν διαφοροποιεί το στοιχειώδες από το πολύπλοκο (άλλο το “τρώγειν” του κυττάρου, και άλλο εκείνο του Μεγάλου Τσάρου). Όλα αυτά είναι χαρακτηριστική αντιμετώπιση των περισσοτέρων εννοιών εκ μέρους της γλώσσας, και θα τη συναντήσουμε ξανά και ξανά. Το συμπέρασμα είναι οτι δεν πρέπει η γλώσσα να μας μπερδεύει στην αναγνώριση της προέλευσης μιας έννοιας, του πυρήνα-της, και των υπολοίπων-της.

Αυτό που πρέπει να μας μείνει από την παρούσα συζήτηση είναι οτι το “τρώγειν” είναι μια διατηρούμενη έννοια, που εμφανίστηκε πολύ νωρίς, πριν ακόμα δημιουργηθεί το ηλιακό-μας σύστημα (μόρια υπήρχαν και πιο πριν, σε άλλους πλανήτες άλλων ηλιακών συστημάτων), και έκτοτε μεγαλώνει σε πολυπλοκότητα, προσθέτοντας όλο και περισσότερα στα “υπόλοιπα” της δομής της έννοιας αυτής. Σημειώστε όμως οτι πρόκειται για μια άυλη δομή — κάθε έννοια άλλωστε είναι άυλη. Άυλη, αλλά όχι μεταφυσική.

Παρόλο όμως που εμφανίστηκε από πολύ νωρίς, το “τρώγειν” ουσιαστικά “πήρε τ’ απάνω-του” από τη στιγμή που συνδυάστηκε με μια ιδιότητα της ύλης που πραγματικά οδήγησε σε ένα νέο επίπεδο οργάνωσης: το βιολογικό επίπεδο, ενώ πρωτύτερα υπήρχε μόνο το χημικό. Αυτή η ιδιότητα είναι η αναπαραγωγή, η οποία εξετάζεται αμέσως παρακάτω.

3.1.2 Αναπαραγωγή

Χμμ... «αναπαραγωγή». Μμμμάλιστα. Και διαβάζοντάς το αυτό, ξέρω πού πάει το μυαλό-σας, ω πονηρέ αναγνώστα! Στο “ξες”! (Όπως λέμε, “Ξες εσύ!”) Αλλά δεν πρόκειται να τη γράψω τη λέξη αυτή κανονικά. Θα τη γράψω μόνο ανεστραμμένη: “ξες”. Γιατί αν τη γράψω κανονικά θα έρθει η γνωστή μηχανή αναζήτησης που χώνει τη μύτη-της σε όλες τις ιστοσελίδες, θα σημειώσει την παρούσα σελίδα ως σχετική με το “ξες”, κι από κει και πέρα θα γίνει της κακομοίρας, ή μάλλον του κακομοίρη· δηλαδή θα την επισκέπτεται όποιος κακομοίρης ψάχνει για “ξες” στο Διαδίκτυο, με αποτέλεσμα να φορτωθεί η ηλεκτρονική-μου διεύθυνση με επισκέψεις από τη Σάρα, τη Μάρα, και το Κακό Συναπάντημα. Ε λοιπόν όχι. Προτιμώ χίλιες φορές να έχω μηνύματα από πιο επιλεγμένους αναγνώστες: αυτούς που έφτασαν στο παρόν σημείο επειδή τους ενδιέφερε το “κυρίως πιάτο” της σελίδας αυτής, κι όχι το περιστασιακά αναφερόμενο “ξες”.

Και όμως, αν νομίζετε οτι το “ξες” είναι η ουσία, ο πυρήνας της αναπαραγωγής, “πλανάσθε πλάνην οικτράν”! Το “ξες” είναι ένα απλό μπιχλιμπίδι, ένα απ’ τα “υπόλοιπα” της αναπαραγωγής, ένας μηχανισμός που ανακαλύφθηκε σχετικά πρόσφατα, αλλά αποδείχτηκε αποτελεσματικότατος (για λόγους που θα εξηγήσω), γιαυτό διατηρήθηκε στα είδη των έμβιων όντων που τον “ανακάλυψαν”. Για μας τους ανθρώπους, σύμφωνοι, παίζει σπουδαίο ρόλο το “ξες”, και μάλιστα για μεγάλο μέρος της ζωής-μας. Όμως επί ενάμισο δισεκατομμύριο χρόνια υπήρχε ζωή, υπήρχε αναπαραγωγή στη Γη, αλλά δεν υπήρχε “ξες”. Τί βρίσκεται λοιπόν στον πυρήνα της αναπαραγωγής, αν όχι το “ξες”;

Αυτό που βρίσκεται στον πυρήνα λέγεται αντιγραφή. Έτσι άρχισε αυτό που ονομάζουμε “ζωή”, με την αντιγραφή από μόριο σε μόριο, ώστε από κει που υπήρχε ένα μόριο κάποιου τύπου, μέσω αντιγραφής τα μόρια έγιναν δύο· μετά, πάλι μέσω αντιγραφής, τα δυο μόρια έγιναν τέσσερα· μετά οκτώ· κ.ο.κ. Βέβαια δεν ήσαν τόσο απλά τα πράγματα. Επιτρέψτε-μου να αναφερθώ με περισσότερες λεπτομέρειες στο πώς αναπτύχθηκε η έννοια της αναπαραγωγής, και πώς έφτασε να μοιάζει μ’ αυτό που βλέπουμε σήμερα.

Υπάρχουν κάποιες βασικές αρχές σε κάθε επιστήμη, κάποιοι θεμελιώδεις νόμοι. Έτσι π.χ. στην κλασική φυσική (μηχανική, κινηματική) έχουμε τους νόμους της κίνησης, του Νεύτωνα· στη νεώτερη φυσική έχουμε τα αξιώματα της σχετικότητας, του Αϊνστάιν· στην κβαντομηχανική έχουμε, μεταξύ άλλων, την αρχή της απροσδιοριστίας, του Χάιζενμπεργκ, και την απαγορευτική αρχή του Πάουλι· στην αστρονομία έχουμε τους νόμους της κίνησης των ουρανίων σωμάτων, του Κέπλερ· στη χημεία έχουμε τους μοριακούς νόμους του Ντάλτον· και στη βιολογία έχουμε το νόμο της εξέλιξης μέσω φυσικής επιλογής, του Κάρολου Δαρβίνου (Charles Darwin).

Στο παρόν κείμενο δεν πρόκειται να κάνω λεπτομερειακή εξήγηση του πώς λειτουργεί η εξέλιξη των ειδών στη φύση, γιατί θα έφευγα εκτός θέματος. Η εξέλιξη είναι ο βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου αναπτύχθηκε η ζωή στη Γη, κι αυτό που κάνω στο παρόν κείμενο είναι οτι δεν μπαίνω σε λεπτομερή επεξήγηση μηχανισμών, αλλά σε απλή περιγραφή των γεγονότων· λέω δηλαδή τί έγινε, όχι πώς έγινε.

Όμως στην περίπτωση της εξέλιξης, δηλαδή της θεωρίας που πρωτοδιατύπωσε ο Δαρβίνος (όπως και ο Άλφρεντ Γουάλλας), έχουμε μια ειδική περίπτωση, γιατί η θεωρία αυτή έχει δεχτεί — και δέχεται ακόμη — λυσσαλέα επίθεση εναντίον-της από τον κάθε θρησκόληπτο που νοιώθει οτι προσβάλλεται το θρησκευτικό-του συναίσθημα όταν μαθαίνει οτι, σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης, ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε με ειδική φροντίδα από το Θεό, αλλά είναι προϊόν τής ίδιας εξελικτικής διαδικασίας που δημιούργησε όλα τα έμβια όντα· και οτι εμείς οι άνθρωποι έχουμε κοινούς προγόνους με τους πιθήκους (αλλά και με τα βακτήρια, παρόλο που δεν το καταλαβαίνουν αυτό οι θρησκόληπτοι)· επίσης οτι δεν προήλθαμε από τους σημερινούς πιθήκους, όπως γορίλλες, χιμπαντζήδες, κλπ. (που ούτε αυτό το καταλαβαίνουν οι θρησκόληπτοι). Έτσι, προτιμώ να πω απλώς δυο λόγια, ελπίζοντας να ξεκαθαρίσω κάποιες έννοιες στο μυαλό μερικών αναγνωστών που δεν προσβάλλονται από την ιδέα οτι όλα τα έμβια όντα έχουν κοινή και ταπεινή καταγωγή.

Κατ’ αρχήν, μια και αναφέρθηκα σε λυσσαλέες επιθέσεις, να σημειώσω οτι στη χώρα-μας αυτές δεν παρατηρούνται σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο παρατηρούνται στις Η.Π.Α.: τη Μέκκα του χριστιανικού φανατισμού, του “φονταμενταλισμού” όπως λέγεται, δηλαδή της απαγκίστρωσης από τις θεμελιώδεις (fundamental) αρχές της χριστιανικής και ιουδαϊκής πίστης. Εκεί στις Η.Π.Α. αναπτύχθηκε η ιδέα του “δημιουργισμού” (creationism), σαν αντίδραση στη θεωρία της εξέλιξης. Σύμφωνα με το δημιουργισμό, η ζωή δημιουργήθηκε στη Γη από κάποιο Υπέρτατο Ον, και φυσικά μ’ αυτό εννοούν το Θεό, παρόλο που δεν το λένε ξεκάθαρα γιατί θέλουν να περνάνε για επιστήμονες και ουδέτεροι. Και βέβαια εννοούν οτι η ζωή δημιουργήθηκε έτσι όπως περιγράφεται στη Γένεση, κεφ. 1, της Παλαιάς Διαθήκης, παρόλο που ούτε αυτό το λένε ξεκάθαρα, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Στη χώρα-μας ο δημιουργισμός έχει ρηχές ρίζες, γιατί για κάποιο λόγο εμείς οι Έλληνες δεν νοιώθουμε οτι απειλείται δα η ύπαρξή μας αν η ζωή εξελίχθηκε όπως λέει η επιστήμη, και δεν δημιουργήθηκε όπως πιστεύουν οι θρησκόληπτοι. Ίσως να έχουμε πιο άμεσα προβλήματα να επιλύσουμε από τους Αμερικάνους. Πάντως μερικές παραφυάδες του δημιουργισμού έχουν εμφανιστεί κ’ εδώ. Βγαίνουν λοιπόν διάφοροι (καλόγεροι, παπάδες, αρχιμανδρίτες, και αυτοδημιούργητοι “φιλόσοφοι” — μίζεροι “διανοητές” με πλήρη άγνοια της άγνοιάς τους), και γράφουνε βιβλία και ιστοσελίδες, και δίνουν διαλέξεις, μερικές φορές έχοντας σαν στόχο-τους τα εύπλαστα μυαλά των Ελληνόπουλων, ώστε ο σκοταδισμός-τους να βρει πρόσφορο έδαφος και να ριζώσει. (Ιδού ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.) Από την άλλη, στα σχολεία δεν γίνεται καμία μνεία στην εξέλιξη στο μάθημα της βιολογίας. Η εξέλιξη περιλαμβάνεται σε κάποιο από τα τελευταία κεφάλαια, στο οποίο ποτέ δεν “προλαβαίνουν” να φτάσουν οι καθηγητές, λες και δεν ξέρουν τη σχολική ύλη από την αρχή της χρονιάς, κι αδυνατούν να φτιάξουν ένα πρόγραμμα έτσι ώστε να περιληφθεί όλη η ύλη. Το αποτέλεσμα είναι οτι οι μαθητές τελειώνουν το Λύκειο μην έχοντας ακούσει ποτέ για τον πιο βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου εξελίχθηκε και συνεχίζει να εξελίσσεται η ζωή στη Γη.

Ελάχιστα μόνο έχω να πω προς όλους όσους γράφουν εναντίον της εξέλιξης και προπαγανδίζουν το δημιουργισμό: αγαπητοί κύριοι, για να κρίνει κανείς και να μιλήσει για κάποιο θέμα, πρέπει να έχει πλήρη γνώση του αντικειμένου-του. Η θεωρία της εξέλιξης περιλαμβάνει χιλιάδες — στην κυριολεξία — γνώσεις γεγονότων, τις οποίες εσείς αγνοείτε. Για σας η “εξέλιξη” είναι κατά βάση μια λέξη· μια ενοχλητική λέξη κενή περιεχομένου, σχετιζόμενη μ’ εκείνον τον επίσης ενοχλητικό επιστήμονα που άκουγε στο όνομα “Δαρβίνος”. Αυτό είναι η εξέλιξη στο μυαλό-σας: μια κενή έννοια, ένας πυρήνας χωρίς υπόλοιπα. Για να καταλάβετε τί είναι αυτό εναντίον του οποίου επιτίθεστε, πρέπει να ξοδέψετε τουλάχιστον μια δεκαετία σπουδάζοντας βιολογία, και μαθαίνοντας, όπως είπα, χιλιάδες γεγονότα, που αν τα βάλει κανείς δίπλα-δίπλα, όπως τα κομμάτια ενός παζλ, θα δει την πλήρη εικόνα του παζλ να σχηματίζει την έννοια “ΕΞΕΛΙΞΗ”. Εσείς όμως βλέπετε το πολύ ένα-δυο κομματάκια του παζλ, και απ’ αυτά συμπεραίνετε οτι η εξέλιξη δεν μπορεί να έχει συμβεί, γιατί δεν ταιριάζει με την προαποφασισμένη ιδεολογία-σας.

Και όμως, το οτι η εξέλιξη είναι ιδιότητα της ύλης αποδεικνύεται ακόμη και μαθηματικά! Το να επιτίθεται κανείς εναντίον της εξελικτικής θεωρίας έχει τόσο νόημα όσο το να επιτίθεται εναντίον του Πυθαγορείου Θεωρήματος. «Μα αφού υπάρχει απόδειξη, ορίστε, νά την!» θα σας έλεγε το κάθε γυμνασιόπαιδο αν ισχυριζόσαστε οτι οι Πυθαγόρειοι(*) δεν ήξεραν τί έλεγαν όταν διατύπωναν τη γνωστή σχέση μεταξύ υποτείνουσας και κάθετων πλευρών ορθογωνίου τριγώνου. Για να αποδείξουμε οτι η εξέλιξη πράγματι μπορεί να συμβεί, αρκεί να δεχτούμε τις παρακάτω λογικές υποθέσεις (ή αξιώματα, όπως είναι πιο γνωστά στα μαθηματικά):
Οτι υπάρχει ένας πληθυσμός από οντότητες (δεν είναι απαραίτητο να είναι έμβια όντα, μπορούν να είναι οτιδήποτε, π.χ. άτομα και μόρια, ή ακόμη και μη υλικές οντότητες, όπως προγράμματα σε υπολογιστή), που έχουν την ιδιότητα να αναπαράγονται, δηλαδή να δημιουργούν αντίγραφα του εαυτού-τους.
Οτι τα αντίγραφα δεν είναι απόλυτα πιστά, αλλά έχουν μικροατέλειες· πάντως είναι αρκετά πιστά ώστε να χαρακτηρίζονται σαν αντίγραφα.
Οτι οι οντότητες αυτές υπάρχουν μέσα σε ένα περιβάλλον από το οποίο προσλαμβάνουν συστατικά (“τροφή”) και στο οποίο αποβάλλουν άλλα συστατικά.
Οτι οι οντότητες δεν εξακολουθούν να υπάρχουν επ’ άπειρο, δηλαδή κάποτε καταστρέφονται και αποδίδουν στο περιβάλλον τα συστατικά από τα οποία αποτελούνται.
Οτι το περιβάλλον είναι πεπερασμένο, δηλαδή δεν μπορεί να συντηρήσει άπειρο αριθμό οντοτήτων με τα συστατικά-του.

Αυτά είναι, δεν έχει άλλα. Τουλάχιστον αυτά είναι τα “βασικά” αξιώματα, γιατί αν κάτσετε να γράψετε ένα πρόγραμμα που να τα υλοποιεί, θα δείτε οτι θα χρειαστείτε και κάποιες άλλες προφανείς υποθέσεις, όπως οτι υπάρχει ένας “χρόνος” που ρέει, ή οτι η κάθε οντότητα κάνει κάτι σε μια μονάδα χρόνου (κινείται, τρώει, αποβάλλει, σχάται και αναπαράγεται, κλπ.). Καμία όμως από αυτές τις υποθέσεις δεν είναι εξωπραγματική ή μυστήρια· είναι ακριβώς οι υποθέσεις που θα αναμέναμε για ένα φυσικό σύστημα. Τα βάζετε λοιπόν όλα τα παραπάνω στον υπολογιστή-σας, τρέχετε το πρόγραμμα, και διαπιστώνετε οτι οι οντότητες εξελίσσονται, δηλαδή τα χαρακτηριστικά των οντοτήτων-απογόνων αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου. Ένα τέτοιο πρόγραμμα ονομάζεται “τυπικό σύστημα” (αγγλ.: formal system), και καθώς δεν δέχεται δεδομένα από εξωγενείς παράγοντες, δηλαδή εξαρτάται μόνο από τα δεδομένα που του έχουμε προκαθορίσει, ονομάζεται “κλειστό” τυπικό σύστημα. Κάθε κλειστό τυπικό σύστημα, αφού εκτελεστεί και ολοκληρώσει την εκτέλεσή του, ισοδυναμεί με μια μαθηματική απόδειξη. Επειδή όμως η απόδειξη αυτή είναι πολύπλοκη (εξαιρετικά πολύπλοκη αν επιχειρούσαμε να τη γράψουμε όπως γράφουμε τις πιο παραδοσιακές αποδείξεις στα μαθηματικά), αφήνουμε τον υπολογιστή να κάνει τη δουλειά-του (να εκτελέσει το κλειστό τυπικό σύστημα), και όταν τελειώσει και παρατηρήσουμε τα αποτελέσματα, λέμε οτι έχουμε μια “απόδειξη”. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που αναμένουμε να παρατηρήσουμε είναι η ύπαρξη εξέλιξης. Στη σελίδα αυτή (γραμμένη στα αγγλικά, ελπίζω να μπορείτε να την παρακολουθήσετε) παρουσιάζω ακριβώς ένα τέτοιο πρόγραμμα, που ισοδυναμεί με απόδειξη στοιχειώδους εξέλιξης.

Βέβαια η εξέλιξη των βιολογικών ειδών έχει πολλά επιπλέον χαρακτηριστικά που δεν έπονται άμεσα από τα παραπάνω αξιώματα, όπως π.χ. οτι περιλαμβάνει είδη φυτών και ζώων που διατηρούνται για κάποιο χρόνο πριν να εξαφανιστούν· ή οτι τα είδη σχηματίζουν οικογένειες, τάξεις, ομοταξίες, συνομοταξίες, φύλα, κλπ.· όμως όλα αυτά είναι “μπιχλιμπίδια” που προστέθηκαν μετά, πάνω στο βασικό “πυρήνα” που είναι η αναπαραγωγή, ή καλύτερα ακόμα, ο πυρήνας είναι τα βασικά αξιώματα που προανέφερα. Η ύπαρξη διαφορετικών βιολογικών ειδών, λόγου χάρη, έγινε κανόνας κυρίως μετά την εμφάνιση του “ξες”. (Όσο πιο πίσω πάμε στο χρόνο, συναντώντας οργανισμούς χωρίς “ξεσουαλική” αναπαραγωγή, τόσο λιγότερο καλά ορισμένη βλέπουμε οτι γίνεται η έννοια “είδος”.)

Όμως οι αντιρρήσεις των “αντιφρονούντων” είναι συνήθως διττής μορφής: όχι μόνο αντιτίθενται στην ιδέα οτι η εξελικτική διαδικασία δημιούργησε όλα τα έμβια όντα (κι αυτά που υπάρχουν τώρα, κι αυτά που υπήρξαν στο παρελθόν) χωρίς κανένα “θεϊκό δάκτυλο”, αλλά και ρωτούν — δικαιολογημένα, λόγω άγνοιας — «Πώς είναι δυνατό να εμφανίστηκε η εξέλιξη; Ποιος όρισε την εξέλιξη — που άντε, ας υποθέσουμε χαριστικά οτι ισχύει — σαν θεμελιώδη νόμο της φύσης;» (Ποιος αν όχι ο Θεός, θέλουνε να πούνε, αλλά περιμένουν τους επιστήμονες να καταλήξουν σ’ αυτό το συμπέρασμα.)

Δεν χρειάζεται όμως καμιά θεϊκή δύναμη για να συμβεί η εξέλιξη στο γήινο περιβάλλον. Το ερώτημα που θέτουν οι “αρνητές της πραγματικότητας” είναι ουσιαστικά το εξής: πώς εμφανίστηκε το πρώτο μόριο που μπορούσε να αναπαράγει τον εαυτό-του;

Στη σελίδα αυτή (την ίδια που ανέφερα μόλις προ ολίγου) εξηγώ πώς μπορεί να εμφανίστηκαν τέτοια μόρια (πολλά, όχι ένα), αλλά η σελίδα είναι γραμμένη στα αγγλικά, και στο παρόν προσπαθώ να εξηγήσω κάποια πράγματα χωρίς να θεωρώ προαπαιτούμενη τη γνώση της αγγλικής. Γιαυτό θα κάνω μια περίληψη της σελίδας εκείνης στις λίγες παραγράφους που ακολουθούν.

Το ερώτημα του πώς εμφανίστηκε το πρώτο μόριο που μπορούσε να αναπαράγει τον εαυτό-του είναι ένα ψευδοερώτημα. Είναι τόσο λανθασμένο, όσο και το ερώτημα: Πώς εμφανίστηκε το πρώτο μόριο που μπορούσε να φάει ένα άλλο;

Ποτέ δεν χρειάστηκε να εμφανιστεί ένα πρώτο μόριο που μπορούσε να φάει άλλα, γιατί όπως είδαμε στην υπο-ενότητα περί τροφής, η ιδιότητα του “τρώγειν” ενυπάρχει στην ύλη, ακόμα και στην πιο ταπεινή χημική ένωση· απλά, όταν εμφανίζεται σε τόσο εμβρυακή μορφή δεν την αναγνωρίζουμε εύκολα και δεν τη λέμε “τρώγειν”. Παρόμοια, η έννοια του “αναπαράγεσθαι” επίσης ενυπάρχει στην ύλη, αλλά είναι ακόμα πιο συγκεκαλυμένη, ακόμα πιο δύσκολο είναι να την αναγνωρίσουμε ως τέτοια. Συγκεκριμένα, όταν συμβαίνει οποιαδήποτε χημική αντίδραση, έχουμε κάποια μόρια πριν από την αντίδραση, τα “αντιδρόντα”, και κάποια μόρια μετά, τα “παράγωγα”. Στις συνηθισμένες χημικές αντιδράσεις (αυτές που μας μαθαίνουν στην ανόργανη χημεία στο Λύκειο), τα παράγωγα δεν μοιάζουν καθόλου με τα αντιδρόντα μόρια. Γιαυτό και ούτε ασχολείται κανείς με το ερώτημα του αν μοιάζουν, και κατά πόσο μοιάζουν τα παράγωγα με τα αντιδρόντα. Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με πολύπλοκες αντιδράσεις οργανικών μορίων, και μάλιστα με ολόκληρες ακολουθίες αντιδράσεων, τότε μπορούμε να παρατηρήσουμε οτι τα τελικά παράγωγα ίσως έχουν μια κάποια — αμυδρή και δυσδιάκριτη έστω — ομοιότητα με τα αρχικά αντιδρόντα. Και πάλι βέβαια δεν ασχολείται κανείς με το θέμα της ομοιότητας, γιατί δεν είναι κάτι που αφορά τους χημικούς. Οι βιολόγοι, από την άλλη, ασχολούνται με έμβια όντα, όχι με μόρια επιπέδου οργανικής χημείας. Εκεί όμως βρίσκεται ο “πυρήνας” της αναπαραγωγής: στα όρια μεταξύ χημείας και βιολογίας, και συγκεκριμένα στο γεγονός οτι στις πιο πολύπλοκες ακολουθίες αντιδράσεων οργανικών ενώσεων ενυπάρχει η έννοια “ομοιότητα κάποιου αρχικού αντιδρόντος με ένα από τα τελικά παράγωγα”, έστω κι αν πρόκειται για ομοιότητα κατά προσέγγιση. Τώρα, η κρίσιμη παρατήρηση είναι η εξής:

Από τη στιγμή που θα συμβεί ένας κύκλος αντιδράσεων που θα παράγει μόρια ελαφρώς παρόμοια με κάποιο αρχικό αντιδρόν μόριο, και δεδομένου οτι τα παράγωγα είναι περισσότερα του ενός, ο πληθυσμός αυτών των αντιδρόντων–παραγώγων μορίων θα έχει την τάση να αυξηθεί, γιατί και τα παράγωγα μόρια θα γίνουν αντιδρόντα και θα δημιουργήσουν άλλα παράγωγα, που επίσης θα μοίάζουν ελαφρώς με τα αντιδρόντα. Εκείνα που δεν μοιάζουν αρκετά θα χαθούν μέσα στο πλήθος των άλλων οργανικών μορίων· όσα όμως μοιάζουν λίγο περισσότερο θα “επιμείνουν” κι αυτά, γιατί θα παράγουν απογόνους από τους οποίους κάποιοι βέβαια δεν θα τύχει να τους μοιάζουν, κάποιοι άλλοι όμως θα τύχει να τους μοιάζουν ακόμα περισσότερο· και ούτω καθεξής. Χάρη σ’ αυτή τη διαδικασία λοιπόν (που μας φέρνει στο νου την έννοια “φαύλος κύκλος”), η ιδιότητα του “ομοιάζειν” τελειοποιείται, απλά και μόνο λόγω στατιστικής και πιθανοτήτων, χωρίς να υπάρχει κάποιο μαγικό χέρι που να σπρώχνει την όλη διαδικασία.

Αν πιστεύετε οτι “κατά τύχη” δεν είναι δυνατό να συμβούν τα παραπάνω, κάνετε πολύ μεγάλο λάθος. Το “κατά τύχη” μπορεί να δημιουργήσει υλικές δομές με σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα. Κοιτάξτε για παράδειγμα το παρακάτω διάγραμμα:



Η μπάλα που βλέπουμε στο άνω μέρος του διαγράμματος πέφτει προς τα κάτω, και συναντά τα εμπόδια με το σχήμα Λ, τα οποία είναι καρφωμένα στον τοίχο. Όταν συναντά ένα τέτοιο εμπόδιο η μπάλα πέφτει κατά τύχη (με πιθανότητα 50%) ή προς τα δεξιά ή προς τ’ αριστερά. Στο κάτω μέρος βλέπουμε αρκετές τέτοιες μπάλες μαζεμένες στο πάτωμα, η κάθε μια να έχει καταλήξει σε μια στοίβα. Παρόλο που οι μπάλες πέφτουν τελείως τυχαία, σχηματίζουν στο πάτωμα έναν σωρό που έχει το σχήμα της λεγόμενης διωνυμικής κατανομής, που είναι περίπου σαν καμπάνα. Το σχήμα της καμπύλης αυτής φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα:



Αυτό το σχήμα αποτελεί μια δομή που σχηματίζεται τυχαία μεν, με εξαιρετικά μεγάλη βεβαιότητα δε. Κάτι παρόμοιο θα συμβεί κι αν στρίψετε ένα νόμισμα χίλιες φορές: μπορεί μεν την κάθε φορά να έχετε την ίδια πιθανότητα (50%) να πάρετε κορώνα ή γράμματα, αλλά στις χίλιες φορές μπορείτε να έχετε μεγάλη βεβαιότητα οτι περίπου οι πεντακόσιες θα έρθουν κορώνα, και οι υπόλοιπες γράμματα. Μπορείτε μάλιστα να στοιχηματίσετε όλα τα λεφτά-σας στο οτι δεν πρόκειται να σας τύχουν λιγότερες από 10 κορώνες (και περισσότερα από 990 γράμματα). Γιατί μπορείτε να πάτε ένα τέτοιο στοίχημα; Γιατί έχετε τεράστια βεβαιότητα οτι κάτι σαν κι αυτό που περιέγραψα δεν πρόκειται να συμβεί πρακτικά ποτέ, όπως μπορούν να σας βεβαιώσουν οι νόμοι της στατιστικής και των πιθανοτήτων. Άρα το τυχαίο μπορεί να είναι τυχαίο, αλλά όταν επαναλαμβάνεται παράγει βεβαιότητα, μέσω των πιθανοθεωρητικών νόμων. Και η επανάληψη στη βιολογία οφείλεται στην αναπαραγωγή.

Το λάθος που κάνουν οι δημιουργιστές, από καθαρή άγνοια και μόνο, είναι οτι νομίζουν οτι αυτό που δημιουργήθηκε τυχαία ήταν το πρώτο κύτταρο. Όσες φορές και να τους τονιστεί οτι η αναπαραγωγή αφορά σε οργανικά μόρια, και όχι κύτταρα, δεν πρόκειται να το καταλάβουν. Ούτε πρόκειται να καταλάβουν οτι ποτέ δεν εμφανίστηκε το πρώτο αυτο-αναπαραγόμενο μόριο εντελώς ξαφνικά, αλλά οτι και αυτή ακόμη η έννοια της αυτο-αναπαραγωγής εξελίχθηκε και τελειοποιήθηκε με το χρόνο. (Άλλο η εξέλιξη των μορίων, κι άλλο η εξέλιξη της εξέλιξης, δηλαδή της έννοιας της αυτο-αναπαραγωγής· για την τελευταία αυτή μιλώ στη σελίδα που προανέφερα.)

Έτσι λοιπόν βλέπουμε οτι και το “αναπαράγεσθαι”, όπως και το “τρώγειν”, ξεκίνησε από πολύ ταπεινό στάδιο· συγκεκριμένα από το στάδιο της χημείας, όπου δεν το αναγνωρίζουμε καν ως την ιδιότητα αυτή. Μόνο όταν τα μόρια μέσω της τελειοποίησης της διαδικασίας της αναπαραγωγής άρχισαν να παράγουν αρκετά πιστά αντίγραφά τους, τότε μόνο πέρασε η ύλη από το στάδιο της χημείας στο στάδιο της βιολογίας — πέρασμα που βέβαια δεν έγινε “εν μιά νυκτί”, αλλά διήρκεσε πολλά εκατομμύρια χρόνια. Πάνω στον αρχικό πυρήνα της απλής αναπαραγωγής άρχισαν να προστίθενται “υπόλοιπα”, όπως χημικοί μηχανισμοί που τελειοποιούν την πιστότητα των αντιγράφων· ή άλλα μόρια που λειτουργούν ως “τείχη κάστρων” που προστατεύουν τα άλλα μόρια, τα υπεύθυνα για την αναπαραγωγή (από τέτοια “κάστρα μορίων” δημιουργήθηκαν τα πρώτα κύτταρα)· ή η δυνατότητα του να μπορεί ολόκληρο το “κάστρο” (το κύτταρο) να μετακινείται προς την τροφή, αντί να περιμένει να έρθει η τροφή προς το μέρος-του. Αυτοί οι μηχανισμοί προστέθηκαν όχι από κάποιο αόρατο χέρι, αλλά από την ίδια τη διαδικασία της εξέλιξης, καθώς οι οντότητες που ανέπτυξαν τους μηχανισμούς αυτούς σταδιακά και κατά τύχη, επικράτησαν εις βάρος εκείνων που δεν τους ανέπτυξαν. Σε κάποιο προχωρημένο στάδιο “ανακαλύφθηκε” και το “ξες”, που προσδίδει κάποια πλεονεκτήματα στην αναπαραγωγή: επιτρέπει τον εμπλουτισμό του πληθυσμού των γονιδίων, θέμα στο οποίο δεν έχουμε το χώρο να υπεισέλθουμε, αλλά που είναι ο λόγος για τον οποίο η αιμομιξία είναι “κακή ιδέα” στη βιολογία: επειδή καταστρατηγεί τον εμπλουτισμό των γονιδίων· γιαυτό αναπτύξαμε (όχι μόνο εμείς αλλά και όλοι οι “ξεσουαλικά αναπαραγόμενοι” οργανισμοί) ένα μηχανισμό αποφυγής της αιμομιξίας, δηλαδή την έμφυτη απέχθεια που δείχνουν οι γονείς στο να κάνουν απογόνους με τα παιδιά-τους. (Φυσικά κανένας μηχανισμός στον κόσμο της βιολογίας δεν είναι “αεροστεγής”, γιαυτό περιστασιακά παρατηρούνται εξαιρέσεις.) Εμείς οι άθρωποι, πάνω στο “ξες” έχουμε στήσει ολόκληρο οικοδόμημα, τη γνωστή “βιομηχανία του ξες”. Όλα αυτά όμως δεν είναι παρά “μπιχλιμπίδια”, υπόλοιπα γύρω απ’ το βασικό πυρήνα.

Στην επόμενη ενότητα θα δούμε πώς η ύλη, που μέσω της αναπαραγωγής έγινε αυτό που λέμε “έμβια”, άρχισε να “σκέφτεται”. Όπως συνήθως, οι βάσεις του “σκέπτεσθαι” ενυπήρχαν στην ύλη από πολύ πρώιμο στάδιο. Αλλά ας δούμε τα σχετικά με αυτό το θέμα.

4. Σκέψη



Απ’ όλα τα υλικά σώματα, τα μόνα τα οποία μπορούμε να πούμε οτι “σκέφτονται” είναι τα έμβια, γιατί προφανώς οι πέτρες δεν εκτελούν κανενός είδους τέτοια λειτουργία. (Εκτός κι αν είμαστε ανιμιστές, πιστεύοντας οτι όλα τα υλικά αντικείμενα έχουν “ψυχή” — animus στα λατινικά — αλλά αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε για να διαβαστεί από αναγνώστες που πιστεύουν τέτοιες ανοησίες.) Και μεταξύ των εμβίων όντων, πάλι δεν μπορούμε να πούμε για όλα-τους οτι “σκέφτονται”. Σκέφτεται ένα κύτταρο; Μία αμοιβάδα, π.χ., είναι ένας ζωντανός μονοκύτταρος οργανισμός: τρώει, κινείται, αναπαράγεται, αλλά προφανώς δεν σκέφτεται. Μα φυσικά, πώς να σκεφτεί, αφού δεν έχει νευρώνες, δηλαδή νευρικά κύτταρα που να σχηματίζουν κάτι σαν μυαλό· και πώς να έχει νευρικά κύτταρα, αφού η αμοιβάδα είναι ένα και μόνο κύτταρο.

Μήπως λοιπόν, προκειμένου να ισχυριστούμε οτι ένας οργανισμός “σκέφτεται”, πρέπει να απαιτήσουμε να έχει τουλάχιστον νευρικά κύτταρα, δηλαδή εγκέφαλο; Και πόσος εγκέφαλος απαιτείται για να υπάρξει σκέψη; Αρκούν τα ελάχιστα νευρικά κύτταρα μιας μέδουσας (“τσούχτρας”), ή, στο άλλο άκρο, πρέπει να έχει κανείς εγκέφαλο τόσο πολύπλοκο όσο ο ανθρώπινος για να πούμε οτι σκέφτεται; Δηλαδή ένας σκύλος, ένα άλογο, ή ένας χιμπαντζής, δεν σκέφτονται ποτέ και τίποτα; Απλώς “αντιδρούν” σαν αυτόματα; Τί είναι αυτό που ονομάζουμε “σκέψη”, στο κάτω-κάτω; Αν δεν ξέρουμε τί είναι αυτό για το οποίο μιλάμε, πώς μπορούμε ν’ αποφασίσουμε αν το τάδε ή το δείνα έμβιο είδος έχει την ικανότητα να σκέφτεται;




Κάπως έτσι θα μπορούσαν να μοιάζουν τα νευρικά κύτταρα σ’ έναν εγκέφαλο, με τη διαφορά οτι το καθένα

έχει κάπου χίλιες απολήξεις, όχι μόνο πέντ’-έξι όπως σ’ αυτό το σχεδιάγραμμα. Η πληροφορία μεταφέρεται

από κύτταρο σε κύτταρο μέσω αυτών των απολήξεων, και η μνήμη βρίσκεται στις μεταξύ-τους συνδέσεις.

Ούτε είναι έτσι διαρρυθμισμένοι σε γραμμές και στήλες οι νευρώνες, οπως στο σχεδιάγραμμα αυτό, αλλά

καταλαμβάνουν θέσεις στον τριδιάστατο χώρο του κρανίου, και βρίσκονται σε τυχαίες θέσεις μέσα σ’ αυτόν.

Στις παραγράφους που ακολουθούν θα δούμε οτι το “σκέπτεσθαι” (όπως και το “τρώγειν”, και το “αναπαράγεσθαι”), έχει βαθύτατες ρίζες. Δεν μπορεί να είναι χαρακτηριστικό αποκλειστικά ανθρώπινο, αλλά ούτε και αποτελεί μια “άσπρη ή μαύρη” ιδιότητα, δηλαδή κάτι το οποίο ένας οργανισμός είτε το έχει είτε όχι· μπορεί να το έχει σε μικρό βαθμό· μπορεί μάλιστα να το έχει σε τόσο μικρό βαθμό που ούτε που μας περνάει από το μυαλό να χαρακτηρίσουμε τη συμπεριφορά-του σαν “σκέψη”. Πριν όμως εξετάσουμε τη σκέψη καθαυτό, πρέπει να κάνουμε ορισμένες “πνευματικές ασκήσεις”, εξετάζοντας κάποιες ιδιότητες που σχετίζονται κατά κάποιον τρόπο με τη σκέψη.

4.1 Βούληση

Ας υποθέσουμε οτι πεινάτε. Για να ικανοποιήσετε το αίσθημα της πείνας σηκώνεστε, πηγαίνετε στο ψυγείο, το ανοίγετε, και κοιτάτε τα περιεχόμενά του. Θελήσατε λοιπόν και σηκωθήκατε, κάνατε όλη τη διαδρομή ως το ψυγείο, και το ανοίξατε. Συμφωνούμε όλοι πως με τη θέλησή σας έγιναν όλ’ αυτά, γιατί οι άνθρωποι που δεν έχουν καθόλου θέληση, ή βούληση όπως τη λέμε αλλιώς — όπως π.χ. όσοι πάσχουν από τη νόσο του Αλτσχάιμερ — δεν σηκώνονται από μόνοι-τους να πάνε στο ψυγείο όταν πεινάνε.

Ωραία. Τωρα ας σκεφτούμε μία γάτα, που επίσης πεινάει. Αν είναι γάτα “του σαλονιού”, το καλομαθημένο-μας ζωάκι δηλαδή, θα έρθει να μας ζητήσει την τροφή από μόνη-της. Έχει βούληση η γάτα όταν το κάνει αυτό; Το θέλει και το κάνει; Νομίζω πως οι περισσότεροι αναγνώστες θα απαντούσαν «Ασφαλώς και το θέλει! Αν δεν το ήθελε τότε γιατί ήρθε νιαουρίζοντας και άρχισε να τρίβεται στο πόδι-μου, όπως κάνει πάντα όταν πεινάει;». Ιδίως αν έχετε κατοικίδιο είναι πολύ δύσκολο να αποφύγετε την παραπάνω σκέψη — και με το δίκιο-σας.

Κι αν πρόκειται για γάτα απ’ αυτές που προτιμούν την ελεύθερη ζωή εκτός σπιτιών, ή για γάτα αδέσποτη (κοινώς “κεραμιδόγατα” ), δεν θα πάει από μόνη-της να βρει την τροφή-της; Και πάλι πολύ δύσκολα θα γίνουμε πιστευτοί αν ισχυριστούμε οτι η γάτα δεν έχει βούληση, δεν θέλει από μόνη-της να κάνει αυτό που κάνει. Αν δεν θέλει από μόνη-της τότε πώς το κάνει; Ποιος την ωθεί να το κάνει;

Το ίδιο πράγμα που είπαμε για τις γάτες μπορούμε να το πούμε και για κάθε οργανισμό που ψάχνει να βρει την τροφή-του, ή και το ταίρι-του. Βλέπουμε λοιπόν οτι δεν απαιτούνται βαθειές νοητικές ικανότητες για να πούμε οτι κάποιος οργανισμός “θέλει” να κάνει κάτι. Και το ψάρι “θέλει” και πηγαίνει στην τροφή-του, “θέλει” και πλησιάζει το ψάρι του αντίθετου φύλου. Μπορεί βέβαια να μην έχει την απαιτούμενη εγκεφαλική πολυπλοκότητα για να κάνει τη σκέψη «Νά κάτι που φαίνεται ενδιαφέρον, ας το πλησιάσω!», αλλά τί σημασία έχει αν μπορεί να κάνει συνειδητά τη σκέψη αυτή ή όχι; Το γεγονός είναι οτι δρα με τέτοιον τρόπο που μας δίνει την εντύπωση οτι “θέλει” να πάει προς κάποιο άλλο αντικείμενο, και γιαυτό αλλάζει θέση στο χώρο.

Αλλά ότι είπαμε για το ψάρι, μπορούμε να το πούμε και για ένα μεμονωμένο κύτταρο, όπως μια αμοιβάδα. Και η αμοιβάδα πάει προς την τροφή-της, ή κι αν δεν πάει, τουλάχιστον την αντιλαμβάνεται όταν βρίσκεται πολύ κοντά-της και σχηματίζει τα κολπίδια στο σώμα-της προκειμένου να την καταβροχθίσει. Όμως η αμοιβάδα σίγουρα δεν κάνει καμία σκέψη, γιατί δεν έχει εγκέφαλο. “Θέλει”, αλλά χωρίς μυαλό.

Θα σας αναφέρω τέλος ένα παράδειγμα που δείχνει οτι βούληση μπορούμε να ανακαλύψουμε ακόμα κ’ εκεί που δεν την περιμένουμε καθόλου. Το παράδειγμα αυτό πρωτοσυνάντησα στο βιβλίο “Kinds of Minds” του Daniel Dennett («Είδη Νόων» θα μετάφραζα τον τίτλο, αλλά δεν ξέρω αν το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί στα ελληνικά):

Φέρτε στο μυαλό-σας την εικόνα μιας συστάδας θάμνων, με πολλά φυτά μπερδεμένα το ένα με τ’ άλλο, πολλή πρασινάδα απ’ αυτή που φουντώνει συνήθως κατά τα μέσα με τέλη της άνοιξης. Τα φυτά μοιάζουν απλά να υπάρχουν στο σημείο εκείνο. Ούτε μοιάζει να “θέλει” κάποιο απ’ αυτά τίποτε, ούτε να επιδιώκει κάποιο σκοπό. Τουλάχιστον έτσι μας φαίνεται καθώς τα παρατηρούμε.



Η φωτογραφία αυτή είναι ευγενική παραχώρηση του εξαδέλφου-μου, Χάρη Σπυριδωνίδη

Φανταστείτε όμως τώρα οτι βάζουμε μια κάμερα απέναντι από τα φυτά, και τη ρυθμίζουμε έτσι ώστε να παίρνει, π.χ., ένα καρέ κάθε λεπτό. Άρα μέσα σε μία ώρα θα παίρνει 60 καρέ, σε ένα εικοσιτετράωρο 1440, και σε δύο μήνες 86.400. Αυτοί οι αριθμοί σημαίνουν οτι αν στο τέλος των δύο μηνών παίξουμε το φιλμάκι σε κανονική ταχύτητα (π.χ. με 24 καρέ ανά δευτερόλεπτο), θα δούμε μέσα σε μία ώρα όλα όσα συνέβησαν στη διάρκεια των δύο μηνών. Τί νομίζετε οτι θα παρατηρήσουμε τότε;

Αυτό που θα δούμε θα μοιάζει με έναν αγώνα επιβίωσης, μια μάχη των φυτών μεταξύ-τους. Θα δούμε διάφορα φυτά ν’ αναδύονται από το έδαφος, και να διαγκωνίζονται “για μια θέση στον ήλιο”, στην κυριολεξία. Μια περικοκλάδα θα πετάγεται από τη μια μεριά και θα σκιάζει με τό φύλλωμά της τον διπλανό αναπτυσσόμενο θάμνο, ο οποίος θα σπρώχνει το παραδίπλα αναρριχητικό φυτό, που θα αγωνίζεται να τυλιχτεί στον κορμό του νεαρού δέντρου, το οποίο όμως με τη σειρά-του θα στρέφει τα φύλλα-του καθημερινά προς τον ήλιο (δηλαδή μία φορά ανά λεπτό, σύμφωνα με την ταχύτητα του φιλμ-μας), αφήνοντας τα κοντύτερα φυτά να αγωνιούν ν’ αρπάξουν τις ηλιαχτίδες που θα περνούν μέσα από το φύλλωμα-του... Τα φυτά κυριολεκτικά θα σπρώχνουν το ένα το άλλο, κάτι το οποίο δεν αντιλαμβανόμαστε καθόλου στις απελπιστικά αργές ταχύτητες που τα φυτά κάνουν αυτά τα πράγματα σύμφωνα με τη δική-μας αντίληψη του χρόνου.

“Θελουν” τα φυτά και επιδεικνύουν αυτές τις συμπεριφορές; Επιδιώκουν να φτάσουν προς το ηλιακό φως και να κλέψουν λίγο περισσότερο φως από τα άλλα φυτά; Δύσκολο να χρησιμοποιήσουμε τέτοια ρήματα όπως “θέλουν” και “επιδιώκουν” προκειμένου για φυτά. Όμως για ποιον τότε δικαιούμαστε να τα χρησιμοποιούμε; Μόνο για τον άνθρωπο;

Πολλοί βιολόγοι ισχυρίζονται οτι οι οργανισμοί απλώς “αντιδρούν” στα εξωτερικά ερεθίσματα. Κάποιοι ψυχολόγοι των αρχών του 20ού αιώνα μάλιστα, ακραίων απόψεων, οι λεγόμενοι “μπιχεβιοριστές” (behaviorists), ορμώμενοι από παραδείγματα όπως τα παραπάνω, ισχυρίστηκαν οτι ακόμα και ο άνθρωπος απλώς “αντιδρά” σε ερεθίσματα, δηλαδή οτι και η σκέψη δεν είναι παρά ένα σύνολο αντιδράσεων. Βέβαια όταν εμφανίζονται τέτοιες ακραίες απόψεις στην επιστήμη, συνήθως δεν αντέχουν στη βαθύτερη εξέταση. Όχι πάντα, γιατί οι μεγαλύτερες επιστημονικές “επαναστάσεις” βασίστηκαν πράγματι σε ακραίες απόψεις, αλλά τέτοιες επαναστάσεις δεν γίνονται κάθε μέρα. Έτσι, η “επανάσταση” των μπιχεβιοριστών απέτυχε, γιατί η άποψή τους δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα: δεν είναι απλώς κουτό να ισχυρίζεται κανείς οτι οι άνθρωποι απλά αντιδρούν και οτι η σκέψη δεν είναι κι αυτή παρά ένα σύνολο αντιδράσεων σε ερεθίσματα, αλλά συμβαίνει οτι η άποψη αυτή αποτυγχάνει να εξηγήσει ικανοποιητικά ένα πλήθος δεδομένων (παρατηρήσεων) σχετικά με την ανθρώπινη νόηση. Όταν τα δεδομένα δεν εξηγούνται από μια θεωρία, η θεωρία μένει στα αζήτητα.

Αυτή λοιπόν, η άποψη των μπιχεβιοριστών, ανήκει στο ένα άκρο, που λέει οτι όλη η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν είναι παρά ένα σύνολο αντιδράσεων. Υπάρχει και το άλλο άκρο, που λέει — μισοσοβαρά-μισοαστεία — οτι όλη η ύλη σκέφτεται και “βούλεται”: όχι μόνο τα φυτά, αλλά και οι πέτρες, και τα βουνά και τα λαγκάδια. Ποιαν άποψη να πιστέψει κανείς;

Όπως συμβαίνει συχνά όταν υπάρχουν δυο ακραίες και αντικρουόμενες απόψεις, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στο μέσον. Δεν είπαν άλλωστε χωρίς λόγο το «παν μέτρον άριστον» οι αρχαίοι-μας πρόγονοι, δηλαδή οτι τα άκρα πρέπει να αποφεύγονται. Πιο καλή συχνά είναι η μέση λύση, να γίνονται τα πράγματα “με μέτρο”. Ποια είναι όμως η μέση λύση;

Μια μέση λύση είναι να πούμε για το “βούλεσθαι” αυτό που είπαμε και για ιδιότητες όπως το “τρώγειν” και το “αναπαράγεσθαι”: δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο στην εξελικτική πορεία της ύλης κατά το οποίο να μπορούμε να πούμε οτι έκανε ξαφνικά την εμφάνισή της η βούληση. Οι ρίζες της βούλησης ενυπάρχουν κι αυτές — σε πολύ εμβρυακό επίπεδο — στα πολύ πρώιμα στάδια οργάνωσης της ύλης. Από τα άτομα που χάνουν ένα ηλεκτρόνιο και “θέλουν” να το αναπληρώσουν για να εκμηδενίσουν το θετικό ηλεκτρικό φορτίο-τους, μέχρι τις κυβερνήσεις που κάνουν αναπάντεχες δαπάνες και “θέλουν” να ισοσκελίσουν τον ετήσιο προϋπολογισμό-τους, υπάρχει ένα “συνεχές”. Βάλτε το ρήμα “θέλω” να έχει ότι εύρος θέλετε εσείς πάνω σ’ αυτό το συνεχές, αλλά όποιο εύρος και ν’ αποφασίσετε για τη λέξη, η ουσία δεν πρόκειται ν’ αλλάξει. Η ουσία είναι η ύπαρξη του συνεχούς, δηλαδή της έννοιας της βούλησης που ξεκινάει από έναν πολύ στοιχειώδη πυρήνα, και καταλήγει να συνοδεύεται από χίλια δυο “υπόλοιπα” στην περίπτωση των ανθρώπων με τις ακόρεστες ορέξεις-τους για πράγματα που θέλουν στη ζωή-τους.

4.2 Θυμός – Φόβος

Δεν θα σας κουράσω άλλο με μια ακόμα ανασκόπηση σε βάθος των δύο αυτών συναισθημάτων, του θυμού και του φόβου. Θα ζητήσω απλώς από τον αναγνώστη να σκεφτεί: είμαστε μόνο εμείς οι άνθρωποι που θυμώνουμε και που φοβόμαστε; Κανένα άλλο ζωικό είδος δεν φαίνεται να επιδεικνύει θυμό, ή φόβο; Ποτέ δεν έχετε δει σκυλί να προτάσσει απειλητικά τους κυνόδοντες και να γρυλίζει ερεθισμένο; Ούτε γάτα να “ανατριχιάζει” όταν νοιώθει οτι απειλείται; Ούτε σαλίγκαρο να μαζεύεται ξαφνικά μέσα στο κέλυφός του επειδή αγγίξατε το εμπρός μέρος του σώματός του; Όσο πιο πολύ ψάχνετε, τόσο περισσότερα παραδείγματα μπορείτε να βρείτε. Δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινα λοιπόν αυτά τα συναισθήματα, μας έρχονται από το πολύ μακρινό παρελθόν. Αλλά όπως και με τις υπόλοιπες ιδιότητες που εξετάσαμε, στον άνθρωπο οι έννοιες “θυμός” και “φόβος” μπορούν να γίνουν εξαιρετικά πολύπλοκες. Δεν θυμώνουμε απλώς με κάποιον συνάνθρωπο που μας απειλεί εκ του σύνεγγυς, θυμώνουμε και με μια κυβέρνηση που μας φαίνεται ανάξια να λύσει τα κοινωνικά προβλήματα· όπως επίσης μπορεί να “θυμώνει” μια ολόκληρη κοινωνία και να ξεκινά πόλεμο με μια άλλη· φοβόμαστε την υπερθέρμανση του πλανήτη από το φαινόμενο του θερμοκηπίου και ανησυχούμε όχι τόσο για το μέλλον το δικό-μας, αλλά γι’ αυτό των παιδιών και των εγγονιών-μας. Αντίθετα, ένα ταπεινό σαλιγκαράκι “φοβάται” μόνο το φυσικό εμπόδιο που εμφανίζεται αναπάντεχα εμπρός-του.

Ίσως όμως ο θυμός και ο φόβος να μη φτάνουν σε τόσο αρχαίες εποχές όπως οι ιδιότητες που εξετάσαμε μέχρι τώρα. Μπορεί να μοιάζει να “φοβάται” το σαλιγκάρι, αλλά δύσκολα θα βρούμε κάτι αντίστοιχο εκτός βιολογίας, δηλαδή μεταξύ μορίων και ατόμων, στο χημικό επίπεδο.

Και μπορούμε να σκεφτούμε κι άλλες, ακόμα πιο πολύπλοκες ιδιότητες, που δεν θα τις συναντήσουμε ούτε καν μεταξύ των απλοϊκών οργανισμών, αλλά μόνο μεταξύ αυτών που εμφανίστηκαν πιο πρόσφατα στον πλανήτη, όπως η αγωνία· η έκπληξη· ο έρωτας· η φαντασία· ο θαυμασμός· ο φθόνος· η κολακεία· η ειρωνεία· το χιούμορ· και άλλα πολλά. Μερικά από αυτά τα συναισθήματα είναι τόσο πολύπλοκα που δύσκολα μπορούμε να τα φανταστούμε εκτός της ανθρώπινης νόησης. (“Αγωνία” μπορεί να έχει κ’ ένας πίθηκος, κ’ ίσως ακόμα και “έρωτα”, αλλά ειρωνεία και χιούμορ μάλλον μόνο ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει.) Αυτό όμως είναι το αναμενόμενο. Δεν είναι δυνατό να μη δημιουργήθηκε τίποτα το καινούριο με την έλευση της ανθρώπινης νόησης. Ίσα-ίσα, πολλές καινούριες έννοιες δημιουργήθηκαν, που δεν έχουν αντίστοιχο στις προηγούμενες μορφές ύπαρξης της ύλης. Η “ψυχή” όμως, όπως θα δούμε, δεν είναι ανάμεσα σ’ αυτές, αλλά συγκαταλέγεται μεταξύ των σχετικά παλιών. Προτρέχω όμως.

4.3 Συναισθήματα και Ρητές Σκέψεις

Είμαστε ακόμα στο στάδιο της εξέτασης της σκέψης, και τα όσα ανέφερα μέχρι τώρα (βούληση, θυμός, φόβος, έκπληξη, κλπ.) δεν αποτελούν ρητή σκέψη, αλλά συναισθήματα. Όταν λέω ρητή σκέψη εννοώ το είδος της σκέψης που μπορούμε να εκφράσουμε συνειδητά, συνήθως μέσω ολόκληρων προτάσεων: «Αύριο να θυμηθώ να πληρώσω το λογαριασμό του τηλεφώνου»· «Αυτός ο τύπος με το γυαλί και το μούσι κάτι μου θυμίζει»· «Μου φαίνεται θα φύγω από ’δώ, όλο τα ίδια και τα ίδια λένε»· και λοιπά, και λοιπά. Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ συναισθημάτων και ρητών σκέψεων.

Η διαφορά είναι οτι τα συναισθήματα μπορούν και τα παράγουν οι εγκέφαλοι πολλών άλλων ζωικών ειδών εκτός των ανθρώπων, όπως είδαμε με τα προηγούμενα παραδείγματα. Αντίθετα, ρητές σκέψεις μπορεί να παράγει μόνο ο ανθρώπινος εγκέφαλος, και υπάρχει πολύ συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτό. Ο λόγος είναι οτι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει ένα κομμάτι που είναι εξαιρετικά μεγάλο σε σχέση με τα υπόλοιπα θηλαστικά, τον λεγόμενο μετωπιαίο λοβό (αγγλ.: frontal lobe), που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της κρανιακής κοιλότητας στο μπροστινό και άνω μέρος του εγκεφάλου, πίσω από το μέτωπο και κάτω από την κορυφή του κρανίου, και που είναι ελάχιστα αναπτυγμένος ακόμα και στους φυλογενετικά πιο κοντινούς-μας συγγενείς, τους χιμπαντζήδες.(*) Δεν σημαίνει αυτό οτι οι ρητές σκέψεις σχηματίζονται μόνο στο μετωπιαίο λοβό, κι οτι χωρίς αυτόν οι εγκέφαλοι των άλλων ζώων μπορούν να έχουν μόνο συναισθήματα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα το τμήμα αυτό του ανθρώπινου εγκεφάλου παίζει σπουδαίο ρόλο. Μεγάλο μέρος αυτού που ονομάζουμε υποσυνείδητο, που είναι υπεύθυνο για την ύπαρξη των συναισθημάτων, φαίνεται οτι εδράζεται στο κάπως πιο “αρχαίο” τμήμα του εγκεφάλου, αυτό που έχουν και μη-θηλαστικά (το limbic system, στα αγγλικά)· αντίθετα, το συνειδητό, αυτό που είναι υπεύθυνο για τις ρητές σκέψεις, το χειρισμό της γλώσσας, και, όπως θα δούμε, την αίσθηση του “εγώ” (που παίζει θεμελιώδη ρόλο στην αντίληψη αυτού που ονομάζουμε “ψυχή”) εδράζεται στα εξελικτικά νεώτερα τμήματα του εγκεφάλου.

Εκτός από το οτι παράγονται από διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου, συναισθήματα και ρητές σκέψεις έχουν και μια άλλη, δομική διαφορά: τα συναισθήματα είναι σχεδόν πάντα απλές, σκέτες έννοιες, που σημαίνει οτι στη γλώσσα συνήθως αρκεί μία και μοναδική λέξη για να τα περιγράψει: θυμός, χαρά, αγωνία, έκπληξη, δυσαρέσκεια, ελπίδα, απόλαυση, κλπ. Αντίθετα, οι ρητές σκέψεις είναι σύνθετα κατασκευάσματα, αποτελούμενα συνήθως από περισσότερες από μία έννοιες, γιαυτό και απαιτούν ολόκληρες προτάσεις για την περιγραφή-τους: «Ανεβαίνουν οι τιμές στα καύσιμα, καλύτερα να βάλω βενζίνη αύριο.» Στην πρόταση αυτή έχουμε ένα πλήθος εννοιών (τιμή, καύσιμο, ανύψωση, βενζίνη, αυτοκίνητο, πρατήριο βενζίνης, κ.ά,) που συνδέονται μεταξύ-τους με τους συνδετικούς κρίκους της γλώσσας (άρθρα, προθέσεις, αντωνυμίες, σύνδεσμοι, μόρια, κλπ.), και που κάποιες απ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται σαν λέξεις στην πρόταση που ανέφερα (π.χ., “βενζίνη”), ενώ κάποιες άλλες υπάρχουν έμμεσα μόνο (π.χ., “αυτοκίνητο”, “πρατήριο”). Το οτι υπάρχουν έμμεσα όμως δεν σημαίνει οτι υπολείπονται σε κάτι από τις άλλες. Γενικά μια ρητή σκέψη αποτελείται από κάποιες έννοιες δομημένες (συνδεδεμένες) μεταξύ-τους με κάποιον τρόπο· το πώς θα εκφράσουμε τη σκέψη σε μια γλώσσα, ποιες έννοιες θα βάλουμε στην πρόταση σαν λέξεις, και ποιους συνδετικούς κρίκους θα χρησιμοποιήσουμε, είναι θέμα που εξαρτάται από τη γλώσσα (π.χ. ελληνικά, γαλλικά, κλπ.) αλλά και την ψυχολογία της στιγμής (π.χ., θα μπορούσαμε να πούμε «...καλύτερα να περάσω απ’ το πρατήριο...», αντί «...καλύτερα να βάλω βενζίνη....»). Η ρητή σκέψη όμως είναι μια εσωτερική παράσταση, ανεξάρτητη της γλώσσας.

Ναι αλλά τί είναι τελικά μια ρητή σκέψη; Είπα είναι «εσωτερική παράσταση». Τί σημαίνει αυτό; Είναι ύλη η σκέψη, ή είναι άυλη;

Είναι καί τα δύο. Κατ’ αρχήν υπάρχουν υλικές οντότητες μέσω των οποίων υλοποιούνται οι σκέψεις. Είναι οι νευρώνες του εγκεφάλου, δηλαδή τα εγκεφαλικά κύτταρα (δείτε το σχεδιάγραμμα σε προηγούμενη παράγραφο). Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει πάνω από 100.000.000.000 (εκατό δισεκατομμύρια) νευρώνες, χώρια τα άλλα κύτταρα που είναι υποστηρικτικά της όλης εργασίας-του, χώρια τα αιμοφόρα αγγεία. Ο κάθε νευρώνας κάνει μια πολύ απλή και γνωστή διεργασία: συγκεκριμένα, δέχεται ηλεκτρικά σήματα από άλλους νευρώνες, τα αθροίζει, και ανάλογα με το αποτέλεσμα της άθροισης, αν αυτό ξεπεράσει ένα όριο, θα μεταδώσει το σήμα παραπέρα (σε άλλους συνδεμένους νευρώνες), αλλιώς (αν είναι κάτω απ’ το όριο) δεν θα το μεταδώσει. Αυτό το απλούστατο κάνει όλο κι όλο ένας νευρώνας. Και χάρη σ’ αυτήν την απλούστατη λειτουργία των νευρώνων παράγονται οι σκέψεις, τόσο οι ρητές, όσο και τα συναισθήματα.

Δύσκολο να γίνει πιστευτό; Είναι δυνατόν ποτέ μια πολυσύνθετη σκέψη όπως αυτή των τιμών που ανεβαίνουν και του ακόλουθου συμπεράσματος να γεμίσει το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου να είναι το αποτέλεσμα αθροίσεων ηλεκτρικών σημάτων στο εσωτερικό δισεκατομμυρίων ταπεινών νευρώνων;

Τότε θα ρωτήσω με τη σειρά-μου: Είναι δυνατόν ποτέ αυτό που ονομάζουμε “ζωή” να είναι το αποτέλεσμα των χημικών αντιδράσεων μεταξύ δισεκατομμυρίων (και βάλε) ταπεινών μορίων;

Είναι δυνατόν το φωτεινό σήμα που φαίνεται να κινείται στο πλαίσιο της πινακίδας του Τζίμη του Χοντρού να είναι το αποτέλεσμα του αναβοσβησίματος μερικών λαμπτήρων;

«Ναι!» θα απαντήσετε εμφατικά στο τελευταίο ερώτημα, γιατί γνωρίζετε οτι δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο στην πινακίδα του Τζίμη πέρα από λαμπιόνια· και γνωρίζετε οτι τα φωτεινά σήματα δεν είναι υλικά (δεν πιάνονται), αλλά προέρχονται από υλικά σώματα. Όπως είδαμε, τα κινούμενα φωτεινά σήματα είναι αναφυόμενη ιδιότητα της συντονισμένης λειτουργίας των λαμπτήρων.

Το ίδιο «ναι» θα δώσετε σαν απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, ιδίως αν είστε βιολόγοι και γνωρίζετε “απ’ έξω κι ανακατωτά” το πώς οι οργανικές ενώσεις μορίων παράγουν τη ζωή, σαν αναφυόμενη ιδιότητα. Είναι θέμα του σε πόσο βάθος γνωρίζουμε τα πράγματα: αν τα γνωρίζουμε ελάχιστα, η άγνοια μας κάνει να νομίζουμε οτι πρόκειται για μυστήριο.

Και το ίδιο «ναι» θα απαντήσετε στο πρώτο ερώτημα, αν είστε νοολόγοι, και γνωρίζετε το οτι οι εγκεφαλικοί νευρώνες παράγουν τις σκέψεις, σαν αναφυόμενη ιδιότητα. Σήμερα μπορεί να μοιάζει απίστευτο το οτι οι σκέψεις παράγονται από απλά κύτταρα, τους νευρώνες, και από τίποτ’ άλλο. Αν όμως μοιάζει απίστευτο, αυτό συμβαίνει γιατί έχουμε σχετική άγνοια για το πώς προκύπτουν οι σκέψεις από νευρώνες. Και δεν μιλάω μόνο για το μέσο άνθρωπο· ακόμα και οι επιστήμονες (νοολόγοι, ψυχολόγοι, νευροβιολόγοι) αγνοούν τις λεπτομέρειες. Πήραμε το μάθημά μας όμως. Βλέπετε, μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα αρκετοί φιλόσοφοι πίστευαν οτι για να είναι ζωντανός ένας οργανισμός πρέπει να έχει μια ειδική και μυστηριώδη ουσία, που ο Γάλλος φιλόσοφος Henri Bergson ονόμασε “ζωτική δύναμη” (“élan vital”), το 1907. (Όπως επίσης κάτι παρόμοιο είχε υποστηρίξει και ο Έλληνας στωικός φιλόσοφος Ποσειδώνιος ο Ρόδιος, το 2ο αι. π.Χ.) Όμως τελικά συσσωρεύθηκε αρκετή γνώση στη βιολογία ώστε να καταλάβουμε πως καμιά μυστηριώδης “ζωτική δύναμη” (που φυσικά δεν ανιχνεύθηκε ποτέ) δεν είναι απαραίτητο να υποτεθεί οτι υπάρχει. Η συνδυασμένη λειτουργία των κυττάρων ενός οργανισμού αρκεί. Παρόμοια, σήμερα έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε οτι καμία “ψυχική ουσία” δεν είναι απαραίτητο να υποτεθεί οτι υπάρχει προκειμένου να μπορεί ένας οργανισμός, και ιδίως ένας άνθρωπος, να κάνει ρητές σκέψεις.

Φανταστείτε λοιπόν οτι όπως τα φωτεινά σήματα που τρέχουν πάνω στην πινακίδα του Τζίμη είναι κάτι το άυλο, αλλά ταυτόχρονα κάτι το υπαρκτό (αφού μόνο υπαρκτά πράγματα τρέχουν στο χώρο και αλλάζουν στο χρόνο), έτσι και οι σκέψεις: είναι άυλες μεν (με την έννοια οτι δεν μπορούμε να τις αγγίξουμε), αλλά ταυτόχρονα υπαρκτές, γιατί διαδίδονται μεταξύ των νευρώνων μέσα στον εγκέφαλο. Γιά ρίξτε μια ματιά στο παρακάτω διάγραμμα, που είναι επανάληψη ενός προηγούμενου (εκείνου που δείχνει σχηματικά εγκεφαλικούς νευρώνες), αλλά αυτή τη φορά το παρουσιάζω σαν κινούμενη εικόνα. Μήπως σας φέρνει στο νου κάτι γνώριμο;




Διάγραμμα που σκοπό έχει να βοηθήσει τη φαντασία του αναγνώστη να “δει” τις σκέψεις. Βέβαια οι νευρώνες σ’

έναν εγκέφαλο δεν φωτίζονται όπως στο διάγραμμα, ούτε μοιάζουν με αστραπές οι σκέψεις. Αλλά κάτι ανάλογο

συμβαίνει: ηλεκτρικά σήματα διαδίδονται από νευρώνα σε νευρώνα, και από αυτά τα σήματα γίνονται οι σκέψεις.

Εμένα μου φέρνει στο νου το φίλο-μου το Τζίμη, και την περίφημη ταμπέλα-του. Και όσο και να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό-μου οτι ίσως υπάρχει κάποια θεμελιώδης διαφορά, τέτοια διαφορά ψάχνω, αλλά δεν βρίσκω.

Αν το παράδειγμα των φωτεινών σημάτων από λαμπιόνια σας φαίνεται υπεραπλουστευτικό σαν παραλληλισμός των σκέψεων, και το άλλο της ζωής από κύτταρα μοιάζει απόμακρο (και γιαυτό όχι ιδιαίτερα πειστικό), τότε σκεφτείτε και το εξής πιο οικείο παράδειγμα: αυτή τη στιγμή που διαβάζετε το παρόν κείμενο τί συμβαίνει; Σας το παρουσιάζει ο περιηγητής ιστοσελίδων του Διαδικτύου που χρησιμοποιείτε, ένα πρόγραμμα που τρέχει στον υπολογιστή-σας. Τί είναι ένα πρόγραμμα; Μήπως μοιάζει κάπως με τα λαμπιόνια του Τζίμη, αλλά σε πιο πολύπλοκη έκδοση; Πράγματι, για κάτι τέτοιο πρόκειται. Ο υπολογιστής περιέχει τσιπάκια στο εσωτερικό-του, τα οποία είναι οργανωμένα έτσι ώστε να περιέχουν μερικά δισεκατομμύρια bits (μηδενικά ή άσους), δηλαδή λαμπιόνια που αναβοσβήνουν! Όμως αναβοσβήνουν με τέτοιο συνδυασμένο τρόπο που παράγουν όλα τα προγράμματα που λειτουργούν στον υπολογιστή. Είναι υλικά τα προγράμματα; Και ναι, και όχι. Δεν πιάνονται με το χέρι, αλλά και δεν έχουν κάποια μαγική ουσία που τους “δίνει ζωή”. Όπως οι ζωντανοί οργανισμοί είναι ζωντανοί χωρίς να έχουν “ζωτική δύναμη” (élan vital), έτσι και τα προγράμματα λογισμικού κάνουν τα όσα κάνουν χωρίς να έχουν “λογισμική δύναμη”. Έχουν μάλιστα τόσες δυνατότητες παράστασης πληροφοριών, που οι περισσότεροι νοολόγοι (συμπεριλαμβανομένου και του συγγραφέα) είναι σχεδόν βέβαιοι οτι μια μέρα κάποια προγράμματα υπολογιστών θα μπορούν να κάνουν ρητές σκέψεις, που δεν θα διαφέρουν ουσιαστικά σε τίποτα από αυτές των ανθρώπων. Γι’ αυτό το θέμα όμως θα συζητήσουμε αργότερα (§6).

5. Ψυχή



Μέχρι στιγμής πάντως δεν έχουμε “χτυπήσει το θηρίο στην καρδιά-του”. Δεν έχουμε “πιάσει τον ταύρο απ’ τα κέρατα”, αν μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω δυο κάπως μπανάλ εκφράσεις. Εννοώ οτι πήγαμε από δω, πήγαμε από κει, το γυροφέραμε το θέμα, είπαμε για αναφυόμενες, επαναλαμβανόμενες, και διατηρούμενες ιδιότητες, για το πώς εξελίχθηκε η ζωή, ακόμα και για το με τί μοιάζουν οι σκέψεις, όμως άλλο όλ’ αυτά, και άλλο η προσωπική αίσθηση του τί σημαίνει να ζεις, να αισθάνεσαι, να σκέφτεσαι σε πρώτο πρόσωπο. Όσο και να σας πω για συναισθήματα και ρητές σκέψεις, και να σας εξηγήσω το από τί αποτελούνται και πώς οργανώνονται, ακόμα κι αν σας πείσω οτι είναι δυνατό να δημιουργήσουμε κάποτε προγράμματα υπολογιστών που να κάνουν σκέψεις παρόμοιες με τις ανθρώπινες, εσείς θα πείτε «Καλά όλ’ αυτά, αλλά εγώ γνωρίζω τί σημαίνει να ζω, να σκέφτομαι και να υπάρχω. Όταν λέω “η ψυχή-μου”, σκέφτομαι κυρίως σε πρώτο πρόσωπο. Αυτό πώς εξηγείται;»

Αυτή ήταν κυρίως η ιδέα που έκανε τους ανθρώπους να υποθέσουν οτι έχουν “ψυχή”. Η ζωή μας παρουσιάζεται σαν ένα συνεχές στο χρόνο, και η ύπαρξή μας φαίνεται κι αυτή να είναι ένα συνεχές: μοιάζουμε να είμαστε οι ίδιες οντότητες που ήμασταν και χθες, και προχθές, και τον προηγούμενο μήνα, χρόνο, δεκαετία, μέχρι τις πρώτες αναμνήσεις της παιδικής-μας ηλικίας. Είμαστε όλα αυτά: αυτό που είμαστε τώρα (που ήδη πέρασε και έγινε πριν), όπως και αυτό που ήμασταν σε όλες τις αναμνήσεις που διατηρούμε στη μνήμη-μας για τον εαυτό-μας (περισσότερα στην §5.2.2). Αυτή λοιπόν η οντότητα, που γνωρίζουμε “από πρώτο χέρι”, λέμε πως έχει μια ψυχή. Και μάλιστα για λόγους που εξηγώ στην αρχή της σελίδας-μου περί θρησκείας, οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν οτι ενώ το σώμα προφανώς πεθαίνει και αποσυντίθεται, η ψυχή είναι αθάνατη και η ύπαρξή της παραμένει αιώνια. Δεν θα επαναλάβω εδώ τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι ανέπτυξαν αυτές τις δοξασίες — οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες μπορούν να επισκεφτούν τη σελίδα που μόλις προανέφερα — αλλά θ’ αναπτύξω το θέμα του τί είναι αυτό που μας δίνει την εντύπωση της εμπειρίας σε πρώτο πρόσωπο· τί είναι το “εγώ”, πώς δημιουργείται αυτή η έννοια, από τί αποτελείται, και γιατί μοιάζει τόσο ιδιαίτερη σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη έννοια που γνωρίζουμε;

Αλλά για να περιγράψω τί είναι το “εγώ”, πρέπει πρώτα να περιγράψω τί είναι τα “άλλα”. Δηλαδή: το “εγώ” είναι κι αυτό μια έννοια όπως όλες οι άλλες, αλλά έχει πράγματι κάτι το ιδιαίτερο σε σύγκριση με τις υπόλοιπες έννοιες. Για να δούμε τί το ιδιαίτερο έχει, πρέπει πρώτα να καταλάβουμε λίγο καλύτερα το πώς οργανώνονται οι έννοιες. Είπα βέβαια στις προηγούμενες ενότητες οτι οι έννοιες ακολουθούν τη δομή πυρήνα–υπολοίπου, όπως και τόσα άλλα συστήματα στη φύση, αλλά πρέπει να δούμε κάπως βαθύτερα την οργάνωση αυτή των εννοιών, με κάποια λεπτομέρεια, ώστε μετά να μπορέσουμε να καταλάβουμε την ιδιαιτερότητα του “εγώ”.

5.1 Οι έννοιες: τα “μόρια” της νόησης



Θυμίζω οτι όταν μιλώ για έννοιες εννοώ τα συστατικά — τα δομικά υλικά, τα “τούβλα” — από τα οποία δομείται η σκέψη (τόσο η ρητή, όσο και τα συναισθήματα). Η σκέψη δεν δημιουργείται στο νου του ανθρώπου από μόνη-της, σε απουσία του εξωτερικού κόσμου, χωρίς εξωτερικά ερεθίσματα. Βέβαια θα πείτε, «Μα αν κλείσω τα μάτια-μου και τ’ αυτιά-μου μπορώ να εξακολουθώ να σκέφτομαι, χωρίς εξωτερικά ερεθίσματα!» Κάποιοι μάλιστα μπορούν να παίξουν ολόκληρες παρτίδες σκάκι, ακόμα και με πολλαπλούς αντιπάλους, έχοντας δεμένα τα μάτια! Αλλά, πρώτο, για να μπορέσετε να είστε σε θέση να κάνετε σκέψεις χωρίς όραση και ακοή τώρα, περάσατε χρόνια ολόκληρα πρωτύτερα, χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις-σας: βλέποντας, ακούγοντας, πιάνοντας, κλπ. Δεν γεννήθηκαν λοιπόν οι σκέψεις-σας εκ του μηδενός. Και δεύτερο, αυτού του είδους η “σκέψη σε θάλαμο απομόνωσης” δεν διαρκεί πολύ. Είναι γνωστό οτι φυλακισμένοι που κλείνονται σε απόλυτη απομόνωση (σε μικρό σκοτεινό ηχοαπομονωμένο κελί) τελικά τρελαίνονται, χάνουν το λογικό-τους — γιαυτό και οι πρακτικές αυτές απαγορεύονται σε κοινωνίες που σέβονται τον εαυτό-τους και τους πολίτες-τους. Οι αισθήσεις είναι λοιπόν απαραίτητες για τη λειτουργία της σκέψης, γιατί μέσω αυτών δημιουργούνται οι έννοιες στο νου του ανθρώπου.

Έχουμε πέντε αισθήσεις που συλλαμβάνουν ερεθίσματα από τον εξωτερικό κόσμο: όραση, ακοή, αφή, όσφρηση, και γεύση. Έχουμε επίσης αισθήσεις που ασχολούνται με την εσωτερική κατάσταση του οργανισμού-μας, όπως η αίσθηση της ισορροπίας, της πείνας, της δίψας, και άλλες. Απ’ όλες αυτές, στο κείμενο που ακολουθεί θ’ ασχοληθώ αποκλειστικά με την όραση, για διάφορους λόγους. Π.χ., η όραση έχει για μας τους ανθρώπους το πιο μεγάλο “βεληνεκές”, δηλαδή φτάνει πιο μακριά απ’ όλες τις άλλες αισθήσεις (βλέπουμε ως τ’ αστέρια, ενώ για ν’ ακούσουμε ήχο μακρύτερα από μερικές δεκάδες μέτρα πρέπει να είναι ή βροντή ή έκκρηξη). Επίσης η όραση είναι, όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για όλη την τάξη των “πρωτευόντων” (αγγλ. primates, δηλ. μαϊμούδες, και πίθηκοι–άνθρωποι), η “κύρια” αίσθηση, δηλαδή όλα τα πρωτεύοντα είμαστε κυρίως “οπτικοί τύποι” — σε αντίθεση με τα αιλουροειδή, τα κυνοειδή, τα βοοειδή, κλπ., που έχουν σαν κύρια αίσθηση την όσφρηση. Το γεγονός οτι η όραση είναι η κύρια αίσθησή μας παίζει αποφασιστικό ρόλο στο πώς δομούνται οι αφηρημένες ιδέες-μας, όπως θα δούμε: δηλαδή οι αφηρημένες έννοιες “χτίζονται” πάνω σε έννοιες που προέρχονται κατευθείαν από την όραση.

Πώς λοιπόν οδηγούμαστε από τις αισθήσεις, και συγκεκριμένα από την όραση, στις σκέψεις;

Αυτό γίνεται χάρη στο οτι, μέσω ενός νοητικού μηχανισμού που δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητός, οι εικόνες που βλέπουμε με τα μάτια-μας δημιουργούν αφηρημένες παραστάσεις στο νου-μας που αντιπροσωπεύουν αυτά που βλέπουμε. Οι παραστάσεις αυτές δεν είναι εικόνες (δεν είναι φωτογραφική μηχανή ο εγκέφαλος), αλλά δομές — της μορφής πυρήνα–υπολοίπου — που, συν τω χρόνω, μετατρέπονται στις έννοιες για τις οποίες μιλάω από την αρχή αυτού του κειμένου. Συνδέοντας τις έννοιες με κατάλληλους τρόπους, φτάνουμε στις ρητές σκέψεις.

Στο σημείο αυτό όμως οφείλω μια εξήγηση σε όσους τυχόν συναδέλφους νοολόγους διαβάζουν το παρόν, και οι οποίοι πρέπει ν’ αναρωτιούνται τώρα για τί στην ευχή πράγμα μιλάω! Γιαυτό ανοίγω μια παρένθεση, για όσους έχουν αυτήν την απορία. Αν δεν είστε νοολόγος, ή αν αισθάνεστε οτι παρακολουθείτε σε γενικές γραμμές χωρίς να χρειάζεστε λεπτομέρειες, παραλείψετε τις παραγράφους που αρχίζουν από λίγο πιο δεξιά, παρακάτω, και προχωρήστε μετά απ’ αυτές.


Τα όσα ανέφερα από την αρχή μέχρι το σημείο αυτό αποτελούν λίγο-ως-πολύ πράγματα επιβεβαιώσιμα, και είναι είτε ήδη αποδεκτά, είτε δυνάμει αποδεκτά από την επιστήμη. Στο σημείο αυτό όμως είμαι υποχρεωμένος ν’ αφήσω την πεπατημένη επιστημονική γνώση γιατί πρόκειται να περιγράψω ιδέες αποκλειστικά δικές-μου, που υλοποιήθηκαν σ’ ένα πρόγραμμα το οποίο αποτέλεσε τη βάση της διδακτορικής-μου διατριβής. Το αν αυτά που θα περιγράψω είναι σωστά ή όχι, θα το δείξει ο χρόνος. Δυστυχώς, πρόκειται για οντότητες που από τη φύση-τους δεν υπόκεινται στην παραδοσιακή επιστημονική εξέταση. Τί εννοώ: όταν έχουμε να κάνουμε με φυσικά αντικείμενα (π.χ. κύτταρα, αστέρες), παίρνουμε το κατάλληλο επιστημονικό εργαλείο (μικροσκόπιο, τηλεσκόπιο), και τα παρατηρούμε. Αυτό κάνουμε και όταν τα φυσικά αντικείμενα είναι οι νευρώνες του εγκεφάλου: το σύνηθες επιστημονικό εργαλείο στις μέρες-μας είναι η σάρωση fMRI. Το κάνουμε λοιπόν αυτό και παρατηρούμε, τουλάχιστον χονδρικά και στατιστικά, τη λειτουργία των νευρώνων. Εδώ όμως δεν πρόκειται να μιλήσω για νευρώνες, αλλά για έννοιες, οντότητες που είναι σαν το λογισμικό ενός υπολογιστή, ενώ οι νευρώνες αντιστοιχούν στα τσιπάκια-του (ή ίσως στα bytes-του). Ας πούμε οτι έχουμε μπροστά-μας έναν υπολογιστή, και οτι αγνοούμε το πώς γίνονται τα προγράμματα, πώς τα εκτελούν οι υπολογιστές, κλπ. Βλέπουμε λοιπόν στην οθόνη του υπολογιστή να εκτελείται ένα πρόγραμμα, π.χ. το Excel, και θέλουμε να εξηγήσουμε το πώς υλοποιείται αυτό μέσω του υπολογιστή. Τί μπορούμε να κάνουμε; Μπορούμε μήπως να πιάσουμε ένα αμπερόμετρο, ή ένα βολτόμετρο, ή κάτι τέτοιο, και ν’ αρχίσουμε να εξετάζουμε τσιπάκια; Άδικος κόπος! Τα τσιπάκια είναι σε λάθος επίπεδο οργάνωσης, εφόσον αυτό που θέλουμε να εξετάσουμε είναι στο επίπεδο του λογισμικού (software), και όχι του υλικού (hardware). Πώς να εξετάσουμε λοιπόν το λογισμικό, με τί εργαλείο, αφού είναι άυλο; Αυτό το πρόβλημα έχουμε κι όταν θέλουμε να εξετάσουμε τις έννοιες του νου: είναι άυλες, δεν μπαίνουν κάτω απ’ το μικροσκόπιο· από την άλλη, οι νευρώνες που μπαίνουν κάτω από επιστημονικά εργαλεία βρίσκονται σε λάθος επίπεδο.

Οι περισσότεροι επιστήμονες της εποχής-μας ακολουθούν τη γνωστή και πεπατημένη οδό: παίρνουν τα υλικά εργαλεία-τους, είτε fMRI λέγονται αυτά είτε οτιδήποτε άλλο, και παρατηρούν αυτά που είναι εύκολο και άμεσο να παρατηρηθούν: τους νευρώνες. Έτσι όμως δεν συνάγονται συμπεράσματα για τη νόηση σε υψηλό επίπεδο, αλλά για τη βιολογία του εγκεφάλου, τη νευροβιολογία. Για τη νόηση σε υψηλό επίπεδο απαιτείται να μιλήσουμε για έννοιες, αγνοώντας το πώς αυτές υλοποιούνται μέσω νευρώνων στον εγκέφαλο. Θα ήταν ευχής έργο αν το γνωρίζαμε κι αυτό, αλλά προς το παρόν δεν μπορούμε, και δεν είναι απαραίτητο. Άλλωστε, σύμφωνα με μια γενική αρχή της νοολογίας, η νόηση είναι υλοποιήσιμη και μέσω υλικών μη-βιολογικής προέλευσης (π.χ. μέσω υπολογιστών, §6). Γιατί λοιπόν να πρέπει σώνει και καλά ν’ αναφερόμαστε σε νευρώνες όταν μιλάμε για τη νόηση σε υψηλό επίπεδο; Στο κάτω-κάτω, όταν εξετάζουμε τη βιολογία ενός οργανισμού δεν αναφερόμαστε σε κουόρκ και ηλεκτρόνια — που βρίσκονται σε λάθος επίπεδο — και, απ’ όσο είναι γνωστό, και η ζωή είναι δυνατό να υλοποιηθεί σε υπολογιστές, μέσω προσομοίωσης· απλώς απαιτεί υπολογιστική δύναμη που δεν έχουμε προς το παρόν. Το ίδιο πιστεύω ισχύει και για τη νόηση.

Υπόψη όμως οτι αυτά που θα γράψω παρακάτω είναι υποχρεωτικά μια επιφανειακή περίληψη μόνο, εφόσον το κείμενο αυτό γράφτηκε για μη ειδικούς. Όποιος ενδιαφέρεται για περισσότερες λεπτομέρειες μπορεί να διαβάσει τη διατριβή-μου.
5.1.1 Πώς μέσω της όρασης δημιουργούνται παραστάσεις

Ας πούμε οτι είστε όχι άνθρωπος, αλλά ένα άλλο, “απλούστερο” θηλαστικό, π.χ. σκίουρος, ή νυφίτσα, ή ακόμα και πτηνό, όπως περιστέρι, ή γλάρος. Κι ας πούμε οτι αυτό που βλέπετε είναι μια λεπτή μαύρη ευθεία γραμμή πάνω σε μια λευκή επιφάνεια. Δεν βλέπετε τίποτ’ άλλο, μόνο αυτό:



Το παραπάνω “οπτικό σήμα” λοιπόν εμφανίζεται για ένα-δυο δευτερόλεπτα, και μετά εξαφανίζεται, οπότε τα μάτια-σας σκεπάζονται και δεν βλέπετε τίποτα (είστε στο εργαστήριο παρανοϊκού επιστήμονα, για κακή-σας τύχη! ). Τί σχηματίζεται στον σκιουρίστικο, ή περιστερίστικο, κλπ., νου-σας σαν ενθύμηση αυτού που είδατε;

Μήπως είναι ένα είδος μνημονικής “φωτογραφίας” αυτό που σας εντυπώνεται σαν ανάμνηση της μαύρης γραμμής; Αυτή είναι η πρώτη εντύπωση που σχηματίζει κανείς όταν σκέφτεται το θέμα αυτό. Ορίστε, ξαναγίνετε αυτό που είσαστε, άνθρωποι δηλαδή, και κλείστε τα μάτια, φέρνοντας στο νου-σας τη μαύρη γραμμή. Δεν είναι σαν “εικόνα” αυτό που φαντάζεστε;

Επειδή όταν φέρνουμε με τη φαντασία-μας κάτι από τη μνήμη μπορούμε να το “δούμε” σαν εικόνα (με το “μάτι της φαντασίας”), φυσικό είναι να πιστεύει κανείς οτι αυτό ακριβώς είναι που αποθηκεύουμε στη μνήμη-μας: μια “φωτογραφία” αυτού που είδαμε κάποτε με τα μάτια-μας.

Και όμως, οι ενδείξεις στην έρευνα της νοολογίας κατατείνουν σε μια διαφορετική άποψη. Αυτό που αποθηκεύουμε στη μνήμη μάλλον δεν είναι φωτογραφία, αλλά κάτι άλλο, πιο αφηρημένο. Αν ήταν φωτογραφία, τότε δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα ν’ αντιληφθούμε αμέσως οτι η παρακάτω εικόνα



είναι διαφορετική από την προηγούμενη. (Μην κλέβετε! Μην κοιτάτε την προηγούμενη γραμμή.) Η δεύτερη γραμμή είναι λίγο πιο κοντή από την πρώτη, και υπό ελαφρά μεγαλύτερη γωνία ως προς τον ορίζοντα (πιο ανασηκωμένη). Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως μπερδεύονται, και νομίζουν οτι πρόκειται για την ίδια γραμμή. Τόσο πιο πολύ μάλιστα μπερδεύονται όσο μεγαλύτερο είναι το “διάλειμμα”, ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της παρουσίασης των δυο γραμμών. Κι όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα (όπως αυτά που προανέφερα) μπερδεύονται, όταν εξεταστούν κατάλληλα στο εργαστήριο.

Έπειτα, η θεωρία της νοερής φωτογραφίας δεν εξηγεί το πώς μπορούμε να περιγράφουμε την παραπάνω εικόνα ως “ευθεία γραμμή”. Οι ψηφιακές φωτογραφίες αποτελούνται από ψηφίδες (pixels)· και οι αναλογικές φωτογραφίες αποτελούνται κι αυτές από “σημεία”: τους κόκκους του φωτογραφικού φιλμ. Αν αυτό που αποθηκεύουμε στη μνήμη είναι φωτογραφία, δηλαδή ένα σύνολο από ψηφίδες ή κόκκους, πώς γίνεται να ονομάζουμε αυτό που θυμόμαστε “ευθεία γραμμή”; Πότε μετατρέψαμε τους κόκκους σε κάτι το τόσο γενικό όπως μια ευθεία γραμμή; Μήπως κάνουμε τη μετατροπή από κόκκους σε “ευθεία” επί τόπου, κάθε φορά που ανακαλούμε τη φωτογραφία απ’ τη μνήμη-μας; Μα τότε, πώς μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα όταν μας ζητήσει κάποιος: “Θυμήσου εκείνη την ευθεία γραμμή σε άσπρο φόντο που σου παρουσίασα χθες!” Πώς θυμόμαστε κάτι τέτοιο αν αυτό που έχουμε αποθηκεύσει είναι οι ψηφίδες/κόκκοι μιας φωτογραφίας, και όχι η πιο αφηρημένη έννοια “ευθεία γραμμή μιας κάποιας κλίσης και μήκους”; Το ίδιο πρόβλημα έχει και ο υπολογιστής-σας. Επειδή οι υπολογιστές αποθηκεύουν όντως φωτογραφίες σε μορφή ψηφίδων, δεν μπορείτε ποτέ να δώσετε στον υπολογιστή την εντολή: “Φέρε-μου στην οθόνη τη φωτογραφία από τις περσινές διακοπές που είμαι στη βάρκα, σε παραλία της Πάρου, και ψαρεύω.” Αντί γι’ αυτό (που θα ήταν ευχής έργο αν γινόταν), πρέπει να πάτε στο φάκελλο που έχετε αποθηκεύσει τις φωτογραφίες από τις Παριανές-σας διακοπές, και να τις εξετάσετε μία-μία. Προφανώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος ποτέ δεν κάνει κάτι τέτοιο. Πόσω μάλλον εκείνος του ζώου, γιατί αν το ζώο καθόταν να εξετάσει μία-μία τις “φωτογραφίες” της μνήμης-του μέχρι να θυμηθεί αυτό που πρέπει, θα γινόταν μια μπουκιά για το άλλο ζώο που δεν θα ασχολιόταν μ’ αυτό το επικίνδυνο σπορ.

Κάτι άλλο λοιπόν αποθηκεύουμε στη μνήμη. Κάτι πιο αφηρημένο, πιο κοντά στα περιεχόμενα αυτού που είδαμε, δηλαδή στην περιγραφή “ευθεία γραμμή”. Κάτι πιο “συμμαζεμένο” σε όγκο από το πολύ μεγάλο μέγεθος μιας φωτογραφίας με όλες τις ψηφίδες-της. (Για να μη μιλήσουμε για τμήματα “κινηματογραφικών έργων”, δηλαδή συμβάντων της ζωής-μας που περιλαμβάνουν κίνηση, τα οποία επίσης μπορούμε μερικές φορές να ανακαλέσουμε από τη μνήμη-μας, και που όπως όλοι ξέρουμε καταλαμβάνουν τεράστιο χώρο έτσι όπως τα αποθηκεύουμε στον υπολογιστή.) Από αυτήν την πιο απλή και αφηρημένη παράσταση παράγουμε την εικόνα με τη φαντασία-μας όποτε το θελήσουμε, και την εικόνα αυτή “βλέπουμε” με το εσωτερικό “μάτι” της φαντασίας, του νου.

Όταν κλήθηκα να λύσω αυτό το πρόβλημα προκειμένου να προχωρήσω τη διατριβή-μου (η οποία αφορούσε σε ένα άλλο, πιο μεγάλο έργο, για το οποίο θα μιλήσω προς το τέλος [§6.5], και του οποίου η εσωτερική παράσταση των μνημών ήταν μόνο ένα μικρό μέρος), έκανα την απλή υπόθεση οτι αυτό που αποθηκεύουμε στη μνήμη, σαν εσωτερική παράσταση π.χ. μιας ευθείας (ή και οτιδήποτε άλλου), είναι μια δομή που έχει τη μορφή πυρήνας–υπόλοιπο. Ο “πυρήνας” της προηγούμενης εικόνας είναι η έννοια “ευθεία”, και στα “υπόλοιπα” ανήκουν έννοιες όπως: “είναι μαύρη”, “είναι λεπτή”, “έχει κλίση περίπου τόση”, “έχει μήκος περίπου τόσο”, κ.ά. Αυτά τα αποθήκευα όχι μέσω λέξεων (αλλίμονο αν οι μνήμες-μας ήταν λέξεις — τότε τα ζώα δεν θα είχανε καθόλου μνήμες!), αλλά μέσω εσωτερικών “κουτιών” — ας τα πούμε — στη μνήμη του υπολογιστή. Ορίστε μια απλοποίηση του τρόπου με τον οποίο παρίστανα την παραπάνω ευθεία, όπου το κάθε “κουτί” είναι κυκλικό στο σχήμα που ακολουθεί:



Βλέπετε οτι από τον πυρήνα (“ευθεία”, στο μέσον) ξεκινούν βέλη που συνδέουν τον πυρήνα με τα υπόλοιπα, τα οποία αντιστοιχούν κι αυτά σε πυρήνες εννοιών, αλλά στην παραπάνω εσωτερική παράσταση παίζουν απλώς το ρόλο των “υπολοίπων”. Το καθένα από αυτά τα υπόλοιπα περιλαμβάνει έναν αριθμό, μια τιμή. Π.χ., το κυκλικό κουτάκι για το υπόλοιπο “μήκος” έχει μέσα-του μια τιμή, που είναι το “περίπου μήκος” της ευθείας που παρατήρησε όποιος σχημάτισε αυτήν την εσωτερική παράσταση. Δεν είναι τιμή σε εκατοστά, ή μέτρα, γιατί κανένα ζώο (ή και άνθρωπος προσχολικής ηλικίας, ή και αμόρφωτος) δεν ξέρει περί εκατοστών του μέτρου· είναι μια τιμή με κάποια εσωτερική και αυθαίρετη μονάδα μέτρησης. Το ίδιο για το κυκλικό κουτάκι που λέει “κλίση”: αυτό έχει την τιμή μιας γωνίας μέσα-του (όχι σε μοίρες, αλλά πάλι σε μια εσωτερική μονάδα). Το κουτάκι που λέει “λεπτή” θα μπορούσε να γράφει και “πάχος”, και να έχει μια μικρή τιμή για το πάχος της ευθείας. Το ίδιο και για το κουτάκι που λέει “μαύρη”: θα μπορούσε να γράφει “χρώμα”, με την τιμή κάποιου σκούρου χρώματος μέσα-του.

Σημειώστε οτι τα κυκλικά κουτάκια δεν έχουν μέσα-τους λέξεις. Τις λέξεις τις έβαλα εγώ στο σχεδιάγραμμα, για να καταλαβαίνουμε εμείς τί είδους είναι το κάθε κουτάκι. Ο άνθρωπος, το ζώο, ή ο υπολογιστής που σχηματίζει την παραπάνω εσωτερική παράσταση βλέποντας την ευθεία, “ξέρει” τί είδους είναι το κάθε κουτάκι. (“Ξέρει” υποσυνείδητα όμως, χωρίς να μπορεί να εξετάσει συνειδητά την παράσταση αυτή.) Ούτε έχει καμιά σημασία το οτι τα έκανα στρόγγυλα τα κουτάκια· θα μπορούσα να τα κάνω και τετράγωνα. Ούτε το οτι είναι άσπρα με μαύρη περίμετρο, ούτε το οτι βρίσκονται στις συγγεκριμένες θέσεις στο διάγραμμα και στις αποστάσεις εκείνες από τον πυρήνα. Τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά δεν έχει σημασία. Τα κουτάκια αυτά, που λέγονται “κόμβοι” (αγγλ.: nodes), δεν έχουν σχήμα, είναι απλώς θέσεις μνήμης, οι οποίες στον μεν υπολογιστή υλοποιούνται μέσω προγραμμάτων, στον δε εγκέφαλο ανθρώπου και ζώων — κατά την άποψή μου — μέσω μεγάλου αριθμού νευρώνων το καθένα. Πιο συγκεκριμένα, όπως γνωρίζουμε από τη νευροβιολογία, η μνήμη βρίσκεται στις συνάψεις μεταξύ των νευρώνων, δηλαδή στα σημεία όπου οι δενδροειδείς απολήξεις ενός νευρώνα σχεδόν ακουμπούν τον άξονα ή και τις απολήξεις άλλων νευρώνων. Αυτό όμως είναι το “χαμηλό” επίπεδο περιγραφής της ανθρώπινης μνήμης, το επίπεδο του “υλικού” (hardware). Τα κουτάκια που ζωγραφίζω σ’ αυτήν την ενότητα περιγράφουν τη μνήμη σε “υψηλό” επίπεδο: στο επίπεδο του “λογισμικού” (software). Κατά τη γνώμη-μου τα κουτάκια αυτά είναι ανάλογα των φωτεινών σημάτων της πινακίδας του Τζίμη: είναι άυλα (δεν μπορούμε να τα πιάσουμε), αλλά υλοποιούνται μέσω υλικών αντικειμένων: των συνάψεων μεταξύ των νευρώνων, που αποτελούν τη μνήμη σε χαμηλό επίπεδο.

Επαναλαμβάνω οτι αυτή είναι η προσωπική-μου άποψη, όχι κάποια γενικά παραδεκτή ιδέα από την επιστημονική κοινότητα (η οποία δεν έχει παγιωμένη άποψη για το πώς μπορεί να οργανώνεται η μνήμη σε επίπεδο υψηλότερο από αυτό των νευρωνικών συνάψεων). Αν οι άνθρωποι και τα ζώα δεν σχηματίζουν τέτοια κουτάκια στη μνήμη-τους — έστω με κάποιον αφηρημένο τρόπο — τότε ας προτείνει κάποιος άλλος κάτι καλύτερο. Αυτόν τον τρόπο εσωτερικής παράστασης μνημών προέκρινα ως τον πιο λογικό. (Ή μάλλον κάτι παρόμοιο, καθώς εδώ παρουσιάζω μια απλουστευτική εικόνα.)

Υπάρχουν πολύ περισσότερα που μπορεί να πει κανείς γι’ αυτές τις εσωτερικές παραστάσεις μνημών, και τα οποία εξηγώ στη διατριβή-μου, αλλά δεν θα κουράσω τον αναγνώστη με άλλες λεπτομέρειες, γιατί στο κάτω-κάτω άλλος είναι ο σκοπός-μου εδώ, όχι να εξηγήσω μια διδακτορική διατριβή. Ο σκοπός είναι να δούμε πώς σχηματίζεται, “μόριο” προς “μόριο”, η ψυχή του ανθρώπου. (Βάζω όμως τη λέξη “μόριο” σε εισαγωγικά, γιατί δεν πρόκειται για τα γνωστά υλικά μόρια, αλλά για τις έννοιες, το αντικείμενο της παρούσας ενότητας.)

Τα κουτάκια αυτά αντιστοιχούν στα άτομα ενός υλικού. Προσέξτε, δεν είναι άτομα, δεν είπα αυτό το πράγμα· ούτε είναι υλικά, ώστε να αποτελούνται από άτομα. Είναι τόσο άυλα όσο και τα φωτεινά σήματα στην επιγραφή του Τζίμη: έρχονται και παρέρχονται· σήμερα είναι, αύριο δεν είναι (φυσικά, αφού αύριο μπορεί να ξεχάσετε την ευθεία που είδατε σήμερα, ιδίως αν δεν σας τη θυμίσει κανείς). Μια απλή αντιστοίχιση κάνω, μια αναλογία είναι που επισημαίνω μεταξύ των κουτιών-μου και των ατόμων. Και ολόκληρη η εσωτερική παράσταση του διαγράμματος που παριστάνει την ευθεία, αντιστοιχεί σε ένα μόριο.

Και όπως τα μόρια συγκροτούν υλικά σώματα, έτσι και οι εσωτερικές αυτές παραστάσεις συγκροτούν μνήμες. Παραδείγματος χάρη, η ευθεία εκείνη θα μπορούσε να είναι τμήμα ενός πιο πολύπλοκου διαγράμματος, που ν’ απεικονίζει ένα σπίτι, ή ένα δέντρο. Το ίδιο και με τα μόρια: όταν είναι τοποθετημένα κατάλληλα στο χώρο, σχηματίζουν πολύπλοκες χημικές ενώσεις, και τελικά φτιάχνουν όλα τα υλικά σώματα απ’ τα οποία αποτελείται ο φυσικός κόσμος-μας. Έτσι φαντάστηκα τις εσωτερικές παραστάσεις των εννοιών: οτι τοποθετημένες με κατάλληλο τρόπο, ή μάλλον συνδεμένες με κατάλληλο τρόπο, σχηματίζουν όλες τις μνήμες-μας των φυσικών αντικειμένων, αλλά και των σχέσεων μεταξύ αυτών των αντικειμένων, όπως και των ιδιοτήτων των σχέσεων αυτών. Φανταστείτε, λόγου χάρη, ένα κόκκινο αυτοκίνητο δίπλα σ’ έναν άνθρωπο, με το αυτοκίνητο να κινείται αργά. Λοιπόν, το αυτοκίνητο και ο άνθρωπος είναι αντικείμενα· το “κόκκινο” είναι ιδιότητα του αυτοκινήτου· το “δίπλα”, όπως και το “κινείται”, είναι σχέσεις μεταξύ αυτοκινήτου και ανθρώπου· και το “αργά” είναι ιδιότητα της σχέσης “κινείται”.

Ή, για ένα πιο πλήρες παράδειγμα, θεωρείστε την εξής πρόταση, που τη βρήκα σε ένα βιβλιαράκι για παιδιά της προσχολικής ηλικίας (τη μεταφράζω από τα αγγλικά):


Τα μικρά ψάρια κοιμούνται στη σκοτεινή θάλασσα με τα μάτια-τους διάπλατα ανοικτά.

Το παραπάνω θα μπορούσε να είναι μια σκέψη (ενός μικρού παιδιού ίσως). Πώς θα μπορούσαμε να παραστήσουμε εσωτερικά, στη μνήμη-μας δηλαδή, μια τέτοια σκέψη; Ορίστε πώς:




Παράσταση της σκέψης: “Τα μικρά ψάρια κοιμούνται στη σκοτεινή θάλασσα με τα μάτια-τους διάπλατα ανοικτά”

Ο “πυρήνας” στην παραπάνω σκέψη είναι ο μεγάλος κύκλος με το κοιμάσθαι, δηλαδή το “κοιμούνται” της πρότασης. Γιατί έγραψα “κοιμάσθαι”; Διότι το διάγραμμα αυτό περιγράφει μια σκέψη, δηλαδή σύνολο έννοιών, και όχι λέξεων της ελληνικής. Χρησιμοποίησα λοιπόν το απαρέμφατο, κοιμάσθαι, για να δείξω οτι αυτός ο κύκλος συμβολίζει την έννοια, όχι την ελληνική λέξη “κοιμούνται” που εμπεριέχει τον ενεστώτα χρόνο, τρίτο πρόσωπο, και πληθυντικό αριθμό. Όλα αυτά είναι ειδικά χαρακτηριστικά που επιβάλλονται από την ελληνική γλώσσα στη “σκέτη ιδέα” του κοιμάσθαι. (Στα αγγλικά για παράδειγμα θα λέγαμε απλώς sleep, χωρίς να δίνουμε πρόσωπο, αριθμό, κλπ.). Για τον ίδιο λόγο σημειώνω “ψάρι” στον κύκλο πάνω-αριστερά, όχι “ψάρια”. Γενικά, όλα τα παραπάνω είναι έννοιες, όχι λέξεις κάποιας γλώσσας. Θα μπορούσε η ίδια σκέψη να εκφραστεί σε άλλη γλώσσα: αγγλικά, γαλλικά, κλπ., σαν σκέψη όμως θα παρέμενε η ίδια.

Όλα τα υπόλοιπα, στο διάγραμμα, περιστρέφονται (μεταφορικά) γύρω από τον πυρήνα. Για παράδειγμα:
Ποιο είναι αυτό που κοιμάσθαι; Είναι τα μικρά ψάρια. Αυτό που απαντάει στο Ποιο (ή Ποιος, ή Ποια) του ρήματος λέγεται υποκείμενο, και τη σχέση αυτή τη βλέπετε σημειωμένη με θαλασσί οβάλ στο διάγραμμα (όπως και κάθε άλλη σχέση).
Πού κοιμάσθαι; Στη θάλασσα, η οποία έχει την ιδιότητα να είναι σκοτεινή. Αυτό που απαντάει στο Πού είναι ο τόπος, και ο τόπος δεν είναι παρά ένα είδος ιδιότητας.
Πώς κοιμάσθαι; Με τα μάτια ανοικτά (το ανοικτά είναι ιδιότητα του μάτια) διάπλατα· το επίρρημα διάπλατα είναι ο τρόπος που είναι ανοικτά τα μάτια· και ο τρόπος δεν είναι παρά ένα είδος ιδιότητας.
Ένα εννοούμενο στοιχείο της σκέψης (και παραλειπόμενο από τον τρόπο που εκφράστηκε στα ελληνικά) είναι το ερώτημα: Πόσα είναι τα ψάρια που κοιμούνται όπως περιγράφεται; Η απάντηση είναι όλα. Υπάρχει δηλαδή ένα έμμεσο εύρος υποκειμένων στο οποίο εφαρμόζει το κοιμάσθαι. Η πρόταση θα μπορούσε να δοθεί κ’ έτσι: “Όλα τα μικρά ψάρια...” οπότε το εύρος θα είχε έτσι εκφραστεί άμεσα.

Το παραπάνω είναι ένα παράδειγμα ενός μεγαλούτσικου “μορίου” μνήμης: μια ρητή σκέψη. Θα μπορούσαμε να πούμε οτι μια σκέψη είναι το ανάλογο μιας χημικής ένωσης. Οι μνήμες αποτελούνται από σκέψεις, αλλά σκέψεις πάμπολλων ειδών, όχι μόνο σαν το είδος της σκέψης που περιέγραψα, που λέγονται δηλωτικές (αγγλ.: declarative) γιατί δηλώνουν κάποια γεγονότα, ή καταστάσεις. Υπάρχουν σκέψεις ερωτηματικές, σκέψεις αλγοριθμικές, σκέψεις επιθυμητικές (αυτές οι οποίες στην αρχαία-μας γλώσσα εκφράζονταν μέσω της ευκτικής έγκλισης), σκέψεις προστακτικές, και πολλά άλλα είδη.

Και όπως κάποια από τα υλικά σώματα είναι σώματα ανθρώπων, έτσι και κάποιες από τις μνήμες αυτές (εξαιρετικής πολυπλοκότητας όμως, και με ειδικές ιδιότητες που θα εξηγήσω αργότερα) τις λέμε ψυχές των ανθρώπων· ή τουλάχιστον “ψυχές” τις ονομάζω εγώ· γιατί αυτό που ονομάζουν άλλοι “ψυχή” είναι μια κατά προσέγγιση μόνο αντίληψη της δικής-μου έννοιας. Η “κατά παράδοση ψυχή” π.χ. ζει αιώνια, ενώ η ψυχή που περιγράφω εδώ “σβήνει” σχεδόν εντελώς (όχι ακριβώς εντελώς όμως) με το θάνατο του σώματος· ή μάλλον με το θάνατο του εγκεφάλου (αφού μερικές φορές ο εγκέφαλος γίνεται “κλινικά νεκρός” πριν να πεθάνει το υπόλοιπο σώμα), όπως σβήνουν τα φωτεινά σήματα που κινούνται γύρω-γύρω στην επιγραφή όταν κατεβάζει το διακόπτη μέσα στο μαγαζί ο Τζίμης. (Σας θυμίζω οτι δεν σας έδωσα καμιά υπόσχεση πως αυτά που θα γράψω θα είναι ευχάριστα.)

Υπάρχει κι άλλη μια αναλογία μεταξύ μορίων–υλικών σωμάτων από τη μια μεριά, και μνημών–ψυχών από την άλλη:

Στην αρχή, δισεκατομμύρια χρόνια πριν, υπήρχαν μόνο απλά άτομα. Ύστερα τα άτομα συνενώθηκαν σε μόρια, κι αυτά σε όλο και πιο πολύπλοκα μόρια, και με την πάροδο εκατομμυρίων ετών σχηματίστηκαν οι πρώτοι οργανισμοί, που όλο και εξελίσσονταν, και μεγάλωναν σε πολυπλοκότητα, για να φτάσουμε τελικά στα μεγάλα ζώα και φυτά που υπάρχουν στον πλανήτη-μας σήμερα.

Αντίστοιχα, κάποιες εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια πριν, υπήρχαν μόνο εσωτερικές παραστάσεις απλούστατων εννοιών, όπως της ευθείας που έδειξα προηγουμένως στο διάγραμμα, γιατί τότε υπήρχαν μόνο πολύ μικρά έμβια όντα (ζώα), με απλοϊκούς εγκεφάλους, που ήσαν σε θέση να σχηματίσουν τέτοιες στοιχειώδεις παραστάσεις μόνο, καθώς οι εγκέφαλοί τους δεν ήσαν ικανοί για τίποτα πιο πολύπλοκο. Όσο εξελίσσονταν τα ζώα όμως, και μεγάλωναν οι εγκέφαλοι, τόσο πιο ικανοί γίνονταν για το σχηματισμό πιο πολύπλοκων παραστάσεων. Τελικά, πριν από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, μια διακλάδωση μεγάλων πιθήκων ανέπτυξε εγκέφαλο τόσο μεγάλο που μπορούσε να υποστηρίξει την πολυπλοκότητα μιας μνήμης που μας δίνει την εντύπωση της ψυχής.

Όπως λοιπόν μεγάλωσε η πολυπλοκότητα της δομής των φυσικών αντικειμένων, έτσι μεγάλωσε και η πολυπλοκότητα των “νοητικών αντικειμένων”, δηλαδή των μνημών. Αυτό που ονομάζουμε “ψυχή” είναι μια αναφυόμενη ιδιότητα μιας εξαιρετικά πολύπλοκης μνήμης, της μνήμης του “εγώ”. Αυτά θα συζητήσω πιο διεξοδικά στη συνέχεια.
5.1.2 Οι συγκεκριμένες έννοιες αφηρημενοποιούνται

Ας θεωρήσουμε τις εξής έννοιες: μαχαίρι, τσεκούρι, αξίνα, λοστός, τανάλια, πένσα, μυστρί, σφυρί, βαριοπούλα, πριόνι. Προφανώς αυτές δεν είναι τυχαίες έννοιες, έχουν κάτι το κοινό μεταξύ-τους: όλες αντιστοιχούν σε εργαλεία. Έχουμε έτσι μια νέα έννοια, το “εργαλείο”, που δεν αντιστοιχεί σε κάποιο συγκεκριμένο φυσικό αντικείμενο· είναι μια λέξη που γενικεύει μια πληθώρα συγκεκριμένων αντικειμένων. Η ελληνική λέξη “εργαλείο” είναι ένα αφηρημένο ουσιαστικό, και η έννοια “εργαλείο” (που είναι ανεξάρτητη γλώσσας) αναφέρεται κι αυτή σε κάτι το γενικό, το αφηρημένο.

Η ανθρώπινη νόηση είναι γεμάτη από τέτοιες έννοιες, αφηρημένες, γιατί μια θεμελιώδης ιδιότητα της νόησης είναι οτι δημιουργεί κατηγορίες, ή όπως λέμε κατηγοριοποιεί τα φυσικά αντικείμενα σε ομάδες. Αυτό το ονομάζω “1η αρχή” στο άρθρο όπου παραθέτω τις θεμελιώδεις αρχές της νόησης (στα αγγλικά, προς το παρόν αμετάφραστο), όπου η αρχή αυτή εξετάζεται λεπτομερειακά. (Το κείμενο όμως χρειάζεται μια στοιχειώδη γνώση μαθηματικών για να το παρακολουθήσει κανείς.) Πραγματικά, ακόμα και μια έννοια όπως “σφυρί”, κι αυτή αφηρημένη είναι, αφού περιγράφει πολλά διαφορετικά αντικείμενα που μπορούν να ονομαστούν σφυριά. Μόνο όταν βλέπουμε ένα συγκεκριμένο σφυρί έχουμε να κάνουμε με μη-αφηρημένη έννοια. Η “αφηρημενοποίηση” λοιπόν, έχει διαβαθμίσεις: από το συγκεκριμένο σφυρί που έχω μπροστά-μου, πάω στη γενική έννοια “σφυρί”, κι από κει, θεωρώντας σφυριά, τανάλιες, πένσες, κλπ., πάω ένα σκαλί παραπάνω, στην έννοια “εργαλείο”. Μετά μπορώ να βάλω μαζί εργαλεία, έπιπλα, αυτοκίνητα, κουζινικά σκεύη, κλπ., και να δημιουργήσω απ’ όλ’ αυτά μια ακόμα πιο αφηρημένη κατηγορία, την έννοια “τεχνητό κατασκεύασμα”, δηλαδή μη-φυσικό αντικείμενο, φτιαγμένο από τον άνθρωπο. Και ούτω καθεξής: μπορώ να συνεχίσω στο ίδιο μοτίβο, φτάνοντας στην έννοια “υλικό αντικείμενο”. Όσο αφηρημένη όμως και να είναι μια έννοια, το δίδαγμα είναι οτι προήλθε μέσω διαδοχικών γενικεύσεων, αρχίζοντας από συγκεκριμένα, ορατά, απτά αντικείμενα. Υπόψη οτι τα ζώα αντιλαμβάνονται μόνο τα συγκεκριμένα, ορατά, απτά (κι ακόμα πιο συχνά “μυρωδάτα”) αντικείμενα· ενώ ο άνθρωπος γενικεύει, και δημιουργεί νέες έννοιες μέσω κατηγοριοποίησης.

Αυτή λοιπόν η “1η αρχή της νόησης”, η κατηγοριοποίηση, ευθύνεται κατά κύριο λόγο για το οτι ενώ ξεκινάμε από έναν κόσμο ορατό, φτάνουμε να μιλάμε μέσω εννοιών που αναφέρονται σ’ έναν κόσμο αόρατο, αφηρημένο. Θεωρείστε μόνο το παρόν κείμενο, και σκεφτείτε: πόσα από τα ουσιασικά που έχω χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα αναφέρονται σε συγκεκριμένα, απτά αντικείμενα; Ελάχιστα νομίζω, πρέπει να είναι ένα πολύ μικρό ποσοστό.

Υπάρχει και μια άλλη αρχή, αυτή που ονομάζω “4η αρχή της νόησης”, ή: “δημιουργία αναλογιών” (αγγλ.: analogy making), oρολογία που χρησιμοποιεί κατά κόρων ο Hofstadter. (Π.χ., βλ. το βιβλίο-του “Fluid Concepts and Creative Analogies”.) Μέσω της δημιουργίας αναλογιών παίρνουμε έννοιες που αρχικά ανήκαν σε συγκεκριμένα, ορατά αντικείμενα, και τις προσαρμόζουμε σε πιο αφηρημένα νοήματα. Παραδείγματος χάρη, κοιτάξτε όλες τις λέξεις που δίνονται σε έντονη γραφή στις παρακάτω προτάσεις, και αναγνωρίστε την οπτική προέλευσή τους:
«Έφτασα στο σημείο να μη λέω κατευθείαν αυτό που θέλω, αλλά να οδηγώ την κουβέντα εκεί απ’ τα πλάγια.»
«Με την τετράγωνη λογική-του, θεωρεί οτι τον υψηλότερο από τους στόχους-μας δεν θα τον φτάσουμε ποτέ.»
«Ξαφνικά άλλαξε άποψη, κάνοντας στροφή 180 μοιρών σε σχέση μ’ αυτά που πρωτύτερα υποστήριζε.»
«Έχε υπ’ όψη-σου οτι παράλληλα μ’ εσένα θα ρίχνει λάδι στη φωτιά κ’ εκείνος, και θ’ αναμοχλεύει τα πάθη-τους.»

Οι λέξεις καθημερινής χρήσης που έχουν τη βάση-τους στην απτή, οπτική πληροφορία, είναι τόσο πολλές που ο λόγος-μας βρίθει από τέτοια παραδείγματα όπως τα παραπάνω, μόνο που περνάνε απαρατήρητα, γιατί ποτέ δεν σκεφτόμαστε για την οπτική προέλευση των λέξεών μας. Η ουσία όμως είναι οτι τελικά όλες οι έννοιες έχουν αισθητήρια βάση (οπτική, ακουστική, γευστική, κλπ.), γιατί αυτό μόνο υπήρχε όταν πρωτοδημιουργούνταν η γλώσσα, κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν: ο φυσικός κόσμος, που γίνεται αντιληπτός μέσω των αισθήσεων. Όλα τ’ άλλα, τα αφηρημένα, ήρθαν είτε μέσω κατηγοριοποίησης είτε μέσω δημιουργίας αναλογιών.

Και τί σχέση έχουν όλ’ αυτά σε μια συζήτηση περί προέλευσης της ψυχής;

Έχουν το οτι η ψυχή, όπως προανέφερα, είναι μια αναφυόμενη ιδιότητα του “εγώ”, και το “εγώ” είναι μια αφηρημένη έννοια που χτίστηκε στη μνήμη-μας σιγά-σιγά, στη διάρκεια της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους (ακόμη και των προγονικών ειδών-μας). Παρόλο που το “εγώ” είναι αφηρημένο, έχει όμως κι αυτό — όπως και κάθε άλλη αφηρημένη έννοια — τη βάση-του τελικά στον απτό και ορατό κόσμο των αισθήσεων. Όμως την έννοια του “εγώ” θα την εξετάσουμε πιο διεξοδικά στην επόμενη υπο-ενότητα.

5.2 Η έννοια του “άλλου” και η έννοια του “εγώ”



Σε μια προηγούμενη παράγραφο σας ζήτησα να φανταστείτε οτι είστε σκίουρος, περιστέρι, ή κάτι τέτοιο. Τώρα θα σας ζητήσω να φανταστείτε οτι είστε πίθηκος. Όχι μικρή μαϊμού, αλλά μεγάλος πίθηκος, κάτι σαν το προγονικό-μας είδος πιθήκων από το οποίο προήλθαν τόσο οι χιμπαντζήδες όσο και (τελικά, μετά από διάφορα άλλα ενδιάμεσα είδη) εμείς οι άνθρωποι. Ο λόγος που επιλέγω έναν μεγάλο πίθηκο και όχι πάλι κάποιο μικρό θηλαστικό ή πτηνό, είναι οτι θέλω το ζώο να έχει μεγάλο εγκέφαλο, που “να του κόβει” λιγάκι, για να μπορεί να επιτελέσει τον παρακάτω νοητικό άθλο. (Αλλά δεν χρειάζομαι έναν εγκέφαλο τόσο έξυπνο όσο του ανθρώπου, γιατί για τον άνθρωπο αυτό που θα περιγράψω δεν είναι άθλος, αλλά κάτι το τετριμμένο.)Ζείτε λοιπόν μεταξύ άλλων πιθήκων του είδους-σας. Η κύρια αίσθησή σας είναι η όραση, όπως άλλωστε και σε όλα τα άλλα πρωτεύοντα (αγγλ.: primates). Ο ορατός κόσμος-σας περιλαμβάνει πολλά και διάφορα υλικά αντικείμενα, όπως δέντρα, κλαδιά, φύλλα, φρούτα, το έδαφος, πέτρες, τον ουρανό, τον ήλιο, και φυσικά τους συντρόφους-σας. Για όλα αυτά δημιουργείτε εσωτερικές παραστάσεις στον εγκέφαλό σας. Δηλαδή: όπως στην περίπτωση μιας σκέτης ευθείας, που παριστάνεται εσωτερικά στον εγκέφαλο ενός μικρότερου ζώου μέσω μιας αφηρημένης δομής που έχει τη μορφή πυρήνα–υπολοίπου, το ίδιο και με όλα τα αντικείμενα που βρίσκονται στον πιθηκίσιο κόσμο-σας: μπορείτε και τα παριστάνετε κι αυτά με δομές της μορφής πυρήνα–υπολοίπου, σαν έννοιες δηλαδή· μόνο που αυτές οι έννοιες (π.χ., “φρούτο”) είναι αρκετά περίπλοκες — τόσο περίπλοκες που δεν έχω καμιά ελπίδα να τις ζωγραφίσω εδώ με σχεδιαγράμματα, όπως έκανα στην περίπτωση της ευθείας. Αν το τολμούσα, θα γέμιζα τη σελίδα με αναρίθμητους κύκλους, βελάκια, κλπ., και το αποτέλεσμα θα ήταν ένα τέλειο ανακάτεμα, όπου κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτε. (Για σύγκριση αναφέρω οτι όταν σε μια παρουσίαση της διδακτορικής-μου εργασίας έφτιαξα και παρουσίασα χάριν παραδείγματος την εσωτερική παράσταση του κεφαλαίου γράμματος Α, που μας φαίνεται σαν ένα απλούστατο σχήμα, η παράστασή του κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος μιας σελίδας Α4.)

Επομένως δημιουργείτε εσωτερικές παραστάσεις και για καθέναν από τους συντρόφους-σας. Σημειώστε μάλιστα, οτι ενώ για ένα σκίουρο είναι αρκετή η έννοια “καρύδι”, και δεν χρειάζεται ο σκίουρος να κάνει διάκριση ανάμεσα στα “καρύδι Α” και “καρύδι Β”, ένας πίθηκος είναι υποχρεωμένος να διαχωρίσει ανάμεσα στον “πίθηκο Α” και “πίθηκο Β”, γιατί άλλο χαρακτήρα και ιδιότητες έχει ο πίθηκος Α, και άλλον ο πίθηκος Β, καθώς έχουμε να κάνουμε με νοητικά πολύπλοκα και κυρίως κοινωνικά όντα.

Επειδή μάλιστα είστε αρκετά έξυπνο ον, πιθανόν να διατηρείτε και κάποια υποτυπώδη αφηρημένη παράσταση της έννοιας “σύντροφος πίθηκος”. (Αν δεν έχετε αυτή τη δυνατότητα, τότε αρκεί να επιλέξουμε να μιλήσουμε για κάποιο από τα προγονικά-μας ανθρωποειδή είδη, που επιτέλους ανέπτυξε αυτήν την ικανότητα — κάποτε θα πρέπει να έγινε δυνατό αυτό, κάποιο προγονικό είδος θα πρέπει να το κατάφερε, εφόσον εμείς έχουμε την ικανότητα αυτή.)

Τώρα, καθρέφτες δεν υπάρχουν στον κόσμο-σας, ώστε να δείτε πόσο μοιάζετε με τους συντρόφους-σας,(*) αλλά κι από τα λίγα τμήματα του εαυτού-σας που μπορείτε να δείτε (χέρια, πόδια, εμπρός πλευρά σώματος), καταλαβαίνετε οτι είστε “ένας από κείνους”. (Αυτό, που ακούγεται κοινότοπο και τετριμμένο, είναι πολύ αμφίβολο αν μπορούν να το συμπεράνουν άλλα είδη ζώων, που δεν διαθέτουν τη νοημοσύνη ενός πιθήκου, ενός δελφινιού, κλπ., και που λόγω του τρόπου με τον οποίο είναι τοποθετημένα τα μάτια-τους — στα πλάγια της κεφαλής — δεν βλέπουν σχεδόν τίποτα από τον εαυτό-τους.) Φυσικό είναι λοιπόν να διατηρείτε κάποια εσωτερική παράσταση και για το αντικείμενο “εγώ, αυτό το σώμα που είναι πάντα κοντά-μου, που πονάει όταν το χτυπήσουν”, κλπ.

Συνεχίζουμε τώρα αυτό το “πείραμα σκέψης”.
5.2.1 Τί το ιδιαίτερο έχει η έννοια του “εγώ”

Λοιπόν, η εσωτερική παράσταση της έννοιας του “εγώ” οφείλει να έχει ορισμένες ξεχωριστές ιδιότητες, που δεν τις έχει καμιά άλλη εσωτερική παράσταση κανενός άλλου αντικειμένου.

Πρώτα-πρώτα, ενώ κάθε αλλος σύντροφος πίθηκος εμφανίζεται περιστασιακά στο οπτικό-σας πεδίο, τα μέλη του ίδιου του σώματός σας σας ακολουθούν μόνιμα. Δηλαδή, ενώ στην ελκυστική πιθηκίνα του διπλανού δέντρου αφορούν μόνο κάποια γεγονότα της ζωής-σας (όχι όλα), εντούτοις σε όλα τα γεγονότα της ζωής-σας είναι παρόντα τα μέλη του σώματός σας, που ανήκουν στην εσωτερική-σας παράσταση του “εγώ”. Άρα το “εγώ” συμμετέχει στα πάντα. Σε όσο πιο πολλά γεγονότα της μνήμης-σας συμμετέχει ένας άλλος πίθηκος, τόσο πιο πολύπλοκη εσωτερική παράσταση κατασκευάζετε για κείνον, γιατί η παράστασή του συνδέεται με όλα εκείνα τα γεγονότα. Π.χ., για κάποιον μακρυνό συγγενή, που τον είδατε μόνο μια-δυο φορές σε μια γειτονική αποικία, διατηρείτε μια απλούστατη παράσταση· για την πιθηκίνα του διπλανού δέντρου όμως, που σας ενδιαφέρει τα μάλα, και στην οποία η προσοχή-σας εστιάζεται όλη την ώρα, έχετε σχηματίσει μια αρκετά πολύπλοκη παράσταση, αφού γνωρίζετε πάμπολλες ιδιότητές της. Παρόμοια λοιπόν, για τον ίδιο-σας τον εαυτό, για το “εγώ”, έχετε σχηματίσει την πιο πολύπλοκη παράσταση όλων, αφού — θέλετε-δεν-θέλετε — το “εγώ”-σας συμμετέχει σε όλα τα γεγονότα.

Όμως η εσωτερική παράσταση της έννοιας του “εγώ” έχει μία ακόμη ιδιαιτερότητα. Πρόκειται για τη μόνη παράσταση η οποία δείχνει προς τον εαυτό-της. Δηλαδή υπάρχουν ανακυκλώσεις, κλειστοί “βρόχοι” (αγγλ.: loops) μέσα στην παράσταση. Τί σημαίνει αυτό;

Θεωρείστε τη σκέψη: «Σήμερα χάιδεψα την πιθηκίνα.»

(Ή μάλλον, προκειμένου για πιθήκους, πιο λογικό θα ήταν το «ξεψείριασα», αλλά για να μην κάνουμε τελείως μπανάλ τη συζήτηση, και να της δώσουμε μια κάποια ρομαντική χροιά, ας κάνουμε χρήση του «χάιδεψα». )

Για τη σκέψη αυτή (όπως και για κάθε άλλη), δημιουργείτε μια εσωτερική παράσταση. (Αν το “σήμερα”, και ο αόριστος χρόνος του ρήματος “χάιδεψα” σας φαίνονται πολύ προχωρημένα για τη σκέψη ενός πιθήκου, θα προτείνω και πάλι να θεωρήσετε ένα αρκούντως εξελιγμένο προγονικό-μας είδος, που να μπορεί να κάνει τη σκέψη αυτή· αντικαταστείστε και το “πιθηκίνα” με το “γειτόνισσα της διπλανής σπηλιάς”, κ’ ελπίζω πως είμαστε εντάξει.) Ας σκεφτούμε με τί θα έμοιαζε το σχεδιάγραμμα της σκέψης αυτής:

Κατ’ αρχήν, στον πυρήνα πρέπει να βρίσκεται το ρήμα της πρότασης, το “χάιδεψα”, ή καλύτερα το “χαϊδεύειν”, μια που μιλάμε για έννοιες κι όχι για λέξεις. Το υποκείμενο του πυρήνα είναι το “εγώ”, κι ανάμεσα στα υπόλοιπα βρίσκονται το άμεσο αντικείμενο (“πιθηκίνα”) και ένας χρονικός προσδιορισμός, το “σήμερα”.

Πολύ ωραία· όμως αυτή η σκέψη δεν επιπλέει σε έναν ωκεανό άλλων σκέψεων, ασύνδετη με οτιδήποτε άλλο. Αν ήταν ασύνδετη, δεν θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί και ν’ ανακληθεί στη μνήμη ώστε να γίνει χρήση-της. Όλες οι σκέψεις πρέπει να συνδέονται με κάτι, και αυτό το κάτι πιστεύω οτι είναι η έννοια “εγώ” (γιατί εγώ είμαι που κάνω την κάθε σκέψη και συμμετέχω σ’ αυτή). Σ’ ένα διάγραμμα θα συνέδεα την όλη σκέψη — τον πυρήνα-της δηλαδή — με την έννοια “εγώ”, ως εξής:



Βλέπουμε λοιπόν οτι, ναι μεν ο πυρήνας συνδέεται με το υποκείμενο “εγώ”, αλλά και το “εγώ” συνδέεται με τον πυρήνα, μέσω ενός συνδέσμου που έχει το νόημα “εγώ κάνω την εξής σκέψη”.

Αν το καλοσκεφτούμε, κάθε σκέψη στην οποία συμμετέχει το “εγώ” θα παρουσιάζει την παραπάνω εικόνα, με αυτό το βρόχο των συνδέσμων: από το “εγώ” προς τον πυρήνα της σκέψης, και πίσω πάλι, από τον πυρήνα προς το “εγώ”. Η έννοια “εγώ”, στη μνήμη ενός ατόμου, θα πρέπει να είναι γεμάτη από τέτοιους βρόχους, που θα σχηματίζονται σε κάθε σκέψη όπου συμμετέχει το “εγώ”.

Ποια είναι η σπουδαιότητα της ύπαρξης αυτών των βρόχων;





Η σπουδαιότητά τους έγκειται στο οτι μέσω αυτών των βρόχων επιτυγχάνεται αυτογνωσία.(*)


Γιατί; Κοιτάξτε πάλι το παραπάνω διάγραμμα. Ξεκινώντας από τον πυρήνα της σκέψης, μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα: Ποιος είναι αυτός/αυτή που το έκανε αυτό το πράγμα; Η απάντηση βρίσκεται ακολουθώντας το βέλος που έχει την ετικέττα “υποκείμενο”. Άρα είναι το “εγώ” που το έκανε αυτό το πράγμα. Και τί άλλο ξέρουμε για την έννοια αυτή, για το “εγώ”; Η απάντηση είναι οτι ξέρουμε “τα πάντα”. Δηλαδή ξέρουμε τόσο πολλά όσα δεν ξέρουμε για κανέναν άλλο σύντροφό μας, ή άλλη έννοια. Απαντώντας στο ερώτημα του Ποιος, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια έννοια εξαιρετικής πολυπλοκότητας, που όμοιά της δεν υπάρχει στην ανθρώπινη μνήμη-μας. Αυτό το “εγώ”, στο οποίο μόλις αποκτήσαμε πρόσβαση μέσω του βρόχου, είναι το ίδιο “εγώ” που έμαθε να απαγγέλλει ένα ποιηματάκι όταν ήταν μόλις τεσσάρων χρονών· το ίδιο που άρχισε να κλαίει γιατί δεν έσβησε με τη μία όλα τα κεράκια της τούρτας σε ένα πάρτυ γενεθλίων· το ίδιο που έπεσε μια φορά και χτύπησε καθώς μάθαινε ποδήλατο· το ίδιο που το κατέλαβε κεραυνοβόλος έρωτας στα εφηβικά-του χρόνια· το ίδιο που πέρασε σε μια σχολή που δεν ήταν η πρώτη προτίμησή του· που βρήκε μια καλούτσικη δουλειά αργότερα· που παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια· και ούτω καθεξής, με χιλιάδες αναμνήσεις, δηλαδή συνδέσμους από το “εγώ” προς όλα αυτά τα επεισόδια στη μνήμη, τα οποία προφανώς δεν μπορώ να δείξω στο ανωτέρω διάγραμμα γιατί θα χρειαζόμουν να ζωγραφίσω χιλιάδες βελάκια που να ξεκινούν από το “εγώ” και να καταλήγουν στις αναμνήσεις αυτές· όπως και χιλιάδες άλλα βελάκια που να έρχονται πίσω στο “εγώ”, ένα για κάθε βρόχο.



Ακόμα κι αυτό το εικονικό σκίτσο πρέπει να ωχριά μπροστά την πολυπλοκότητα

της πραγματικής εσωτερικής παράστασης ενός ανθρώπινου “εγώ”.

Βέβαια η εσωτερική παράσταση του “εγώ” πρέπει να έχει έναν πυρήνα (στο παραπάνω σκίτσο, σημειώνεται με κίτρινο χρώμα). Προσοχή, το “εγώ” δεν είναι απλώς ο πυρήνας· είναι ολόκληρη η δομή, πυρήνας + υπόλοιπα. Η ύπαρξη όμως ενός πυρήνα μας κάνει να σκεφτούμε οτι κάποιοι νευρώνες (μαζί με τις συνάψεις-τους) στον εγκέφαλο ενός ανθρώπου θα είναι ίσως αφιερωμένοι στην “υλοποίηση” (την πραγμάτωση) αυτού του πυρήνα. Πόσοι νευρώνες; Εκατοντάδες; Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες; Δεν έχω ιδέα. Να είναι άραγε αυτοί οι νευρώνες διασκορπισμένοι στον εγκέφαλο, ή μήπως περιορισμένοι σε κάποιο χώρο; Αν είναι περιορισμένοι στο χώρο, τότε μήπως ένα μικρό εγκεφαλικό επεισόδιο (το σπάσιμο ενός αιμοφόρου αγγείου και το πλημμύρισμα νευρώνων με αίμα, που έτσι δηλητηριάζονται και πεθαίνουν) στην περιοχή εκείνη μπορεί να καταστρέψει — προσωρινά έστω — ένα “εγώ”; Ποτέ δεν έχω ακούσει για κάποια τέτοια περίπτωση. Γνωρίζω βέβαια για την αμνησία (αγγλ.: retrograde amnesia), αλλά δεν μου φαίνεται το ίδιο πράγμα. Στη retrograde amnesia μοιάζει να υπάρχει ο πυρήνας ενός “εγώ”, που όμως δεν συνδέεται με πολλά από τα “υπόλοιπα”.

Τώρα, ότι ισχύει για τον πυρήνα, ισχύει και για όλους τους άλλους κόμβους. (Άλλωστε και ο πυρήνας ένας απλός κόμβος είναι· το οτι είναι πυρήνας οφείλεται στον τρόπο που συνδέεται με τους άλλους κόμβους, όχι στο οτι αποτελείται από κάποια διαφορετική ποιότητα.) Όπως λοιπόν ο πυρήνας υλοποιείται μέσω χιλιάδων νευρώνων, το ίδιο πρέπει να ισχύει και για κάθε άλλον κόμβο που συμμετέχει σε μια έννοια. Κάθε έννοια επομένως πρέπει να υλοποιείται στον ανθρώπινο εγκέφαλο μέσω χιλιάδων, ή εκατομμυρίων νευρώνων. Πώς ακριβώς γίνεται η υλοποίηση, είναι κάτι που πολύ θα ήθελα να μάθω στο μέλλον.

Ας δούμε τώρα τη συνολική εικόνα: το δάσος, που αποτελείται από δέντρα, που αποτελούνται από φύλλα, που αποτελούνται από...
Το “εγώ” (όπως και κάθε άλλη έννοια), αποτελείται από έναν πολύ μεγάλο αριθμό κόμβων (ένας απ’ τους οποίους είναι ο πυρήνας).
Ο κάθε κόμβος, που είναι μια άυλη οντότητα (όπως ένα φωτεινό σήμα της πινακίδας του Τζίμη), υλοποιείται από έναν πολύ μεγάλο αριθμό νευρώνων (και των συνάψεών τους) στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
Ο κάθε νευρώνας αποτελείται από έναν πολύ μεγάλο αριθμό οργανικών μορίων.

Έχουμε λοιπόν ένα πολύπλοκο σύστημα (το “εγώ”), που αποτελείται από πολύπλοκα συστήματα (κόμβους), που υλοποιούνται από πολύπλοκα συστήματα (νευρώνες), κ.ο.κ. Σύστημα μέσα σε σύστημα, σαν τις ρωσσικές κούκλες, τις “μπάμπουσκες”, που βρίσκονται φωλιασμένες η μία μέσ’ στην άλλη. Όμως αντίθετα με τις μπάμπουσκες, εδώ ανοίγουμε μια κούκλα και βρίσκουμε μέσα-της ένα πολύ μεγάλο αριθμό από άλλες κούκλες, οι οποίες μάλιστα είναι τελείως διαφορετικής ποιότητας, δεν μοιάζουν καθόλου με την κούκλα που τις περιέχει μέσα-της. Και το ίδιο ισχύει για την κάθε υπο-κούκλα.

Τί σας θυμίζει αυτό το σενάριο; Μήπως το “ταξίδι προς τα κάτω” που επιχειρήσαμε στην §2.1.2, όπου ξεκινήσαμε από μια κοινωνία ανθρώπων, και καταλήξαμε ως τα μόρια, τα άτομα, τα κουόρκ, και τα γλοιόνια; Κ’ εκεί είδαμε συστήματα μέσα σε συστήματα. Και μάθαμε για τις αναφυόμενες ιδιότητες. Ε λοιπόν, κ’ εδώ έχουμε πάμπολλες αναφυόμενες ιδιότητες. Και μία απ’ αυτές τις ιδιότητες είναι αυτό ακριβώς που μας βασανίζει σ’ ολόκληρο το παρόν κείμενο.

Είμαστε έτοιμοι να ξαναδούμε στο σημείο αυτό κάτι που ανέφερα και πρωτύτερα, που αποτελεί τον “πυρήνα” αυτού του κειμένου· έναν πυρήνα τον οποίο μπορούμε να κρίνουμε τώρα υπό το φως των ιδεών περί εννοιών και ανθρώπινων μνημών:









Αυτό που ονομάζουμε “ψυχή” είναι μια αναφυόμενη ιδιότητα
μιας εξαιρετικά πολύπλοκης μνήμης: της μνήμης του “εγώ”.







Αυτό είναι ο πυρήνας, το “απόσταγμα” των όσων ανέφερα, και των όσων θα αναφέρω. Δεν θα μπορούσα όμως ποτέ να δώσω απλώς τον πυρήνα αυτό σαν απάντηση στην ερώτηση του φίλου-μου του Αρίσταρχου, που με ρώτησε «Τί είναι η ψυχή του ανθρώπου», γιατί όντας αντιμέτωπος με ένα σκέτο πυρήνα, απογυμνωμένο από τα υπόλοιπά του, ούτε ο Αρίσταρχος, ούτε κανείς άλλος θα μπορούσε να καταλάβει τίποτα.

Η ψυχή προκύπτει σαν ιδιότητα μιας έννοιας: του “εγώ”· που μέσω των απειράριθμων βρόχων που σχηματίζονται στη δομή-του έχει τη δυνατότητα να “κοιτά”, να μελετά, να εξετάζει τον εαυτό-του. Δεν μπορεί όμως να “δει” τους κόμβους που το αποτελούν, γιατί οι κόμβοι ανήκουν σε χαμηλότερο επίπεδο. “Βλέπει” μόνο τον εαυτό-του σε υψηλό επίπεδο, σαν ολότητα, δηλαδή σαν ένα, αδιαίρετο, ζωντανό “κάτι”, που δρα μέσα στο χρόνο, και που συνδέεται με όλες τις αναμνήσεις-του.

Οι κόμβοι, που είναι σε χαμηλότερο επίπεδο από το “εγώ”, δρουν ανεξάρτητα από την ολότητα του “εγώ”, αλλά πάντα μέσα σε κάποια όρια, όπως οι άνθρωποι μιας κοινωνίας δρουν ανεξάρτητα από την κοινωνία, αλλά πάντα μέσα σε κάποια κοινωνικά αποδεκτά όρια. Το ίδιο συμβαίνει και σε ακόμα πιο χαμηλό επίπεδο. Οι νευρώνες, που υλοποιούν τους κόμβους, δρουν ανεξάρτητα από τον κόμβο τον οποίο υλοποιούν (π.χ. ένας νευρώνας μπορεί να συμμετέχει στην υλοποίηση περισσότερων του ενός κόμβων), κ.ο.κ.

Παρατηρείστε και το εξής ενδιαφέρον: όσο κατεβαίνουμε τα επίπεδα της οργάνωσης, τόσο πιο φρενήρης γίνεται ο ρυθμός λειτουργίας των συστημάτων. Οι νευρώνες, λόγου χάρη, λειτουργούν ταχύτατα σε σχέση με τους χρόνους που είναι σε θέση να παρακολουθήσει συνειδητά το “εγώ”-μας. Για να καταλάβετε τί εννοώ όταν λέω “ταχύτατα”, ένας νευρώνας φορτίζεται και αποφορτίζεται κάπου 40 φορές το δευτερόλεπτο — ένας ρυθμός που κάποτε γίνεται μεγαλύτερος, κάποτε πιο αργός, πράγμα που έχει σημασία για το πώς μεταδίδει την πληροφορία ο νευρώνας. Την κάθε μία απ’ αυτές τις δεκάδες φορτίσεις και αποφορτίσεις, οργανικά μόρια εισάγονται και αποβάλλονται κατά εκατομμύρια από την κυτταρική μεμβράνη του νευρώνα. Οπότε αν κατέβουμε σε επίπεδο μορίων, η φράση “φρενήρης ρυθμός” ωχριά σαν περιγραφή της πραγματικότητας. Πόσο γρήγορα κινούνται τα μόρια; Μέσα σε μια σταγόνα νερού, τα μόρια Η2Ο κινούνται με μέση ταχύτητα 1600 χιλιομέτρων την ώρα, δηλαδή υπερηχητικά!

Κι άλλη μια σημαντική παρατήρηση: το κάθε στοιχείο ενός επιπέδου (π.χ. ο κάθε κόμβος, ή ο κάθε νευρώνας) “κάνει τη δουλειά-του” χωρίς να “νοιάζεται” για το τί κάνουν σχεδόν όλα τα άλλα στοιχεία του ίδιου επιπέδου (άλλοι κόμβοι, άλλοι νευρώνες), εκτός από εκείνα με τα οποία επικοινωνεί άμεσα. Ούτε έχει καμιά ιδέα περί ύπαρξης ανώτερου συστήματος στο οποίο ανήκει. Ούτε καμιά άλλη ιδέα όπως οτι αποτελείται από μεγάλο αριθμό κατώτερων συστημάτων.
5.2.2 Πώς και γιατί προκύπτει η κοινή αντίληψη περί “ψυχής” από την εσωτερική παράσταση του “εγώ”
Η αίσθηση της υπαρξιακής-μας συνέχειας, τύπου κινηματογραφικής ταινίας

Καλά όλ’ αυτά, καλή και η πολυπλοκότητα της εσωτερικής παράστασης του ανθρώπινου “εγώ”, αλλά από πού κι ως πού μας προκύπτει αυτή η εκπληκτική αίσθηση της συνέχειας της ύπαρξής μας στο χρόνο; Το “εγώ” δεν το αισθανόμαστε σαν ένα ασάλευτο αντικείμενο στο χώρο, αλλά σαν κάτι που ζει στο χρόνο, που του φαίνεται σαν ο χρόνος να κυλά με μια σταθερή ταχύτητα, και τα γεγονότα σαν να έρχονται από το άγνωστο μέλλον και να καταλήγουν στο για πάντα καθορισμένο παρελθόν. Από πού προέρχεται αυτή η εντύπωση;

Θα πρέπει να σημειώσω οτι εδώ υπεισέρχομαι βαθιά σε θέματα φιλοσοφίας, και κινδυνεύω ν’ ανοίξω ένα κουτί της Πανδώρας με προβλήματα-τέρατα, που απαιτούν ένα κείμενο ίσου ή μεγαλύτερου μεγέθους από το παρόν για να συζητηθούν. Δεν είναι δυνατό λοιπόν να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες στο παρόν. Επιγραμματικά μόνο θα αναφέρω οτι, όπως υποστηρίζω σε ένα άλλο άρθρο (αλλά στα αγγλικά), η αίσθηση οτι ο χρόνος κυλά είναι νοητική απάτη. Ο χρόνος δεν κυλά, απλά είναι (όπως και ο χώρος άλλωστε απλά είναι, ή όπως θα έλεγαν οι φυσικοί σήμερα, αυτό που “είναι” είναι ο χωροχρόνος). Η νοητική απάτη που μας κάνει να πιστεύουμε οτι ο χρόνος κυλά είναι αποτέλεσμα κάποιων ιδιοτήτων της φυσικής-μας σύστασης, όπως εξηγώ στο προαναφερθέν άρθρο. Χωρίς διεξοδική εξέταση όμως, αυτές οι ιδέες ακούγονται σαν αποκυήματα καλπάζουσας (και ίσως ελαφρώς “πειραγμένης”) φαντασίας. Ή μάλλον, πιο συγκεκριμένα, οι προηγούμενες προτάσεις δεν είναι παρά ένας “πυρήνας” απογυμνωμένος από τα μύρια υπόλοιπά του. Γιαυτό θα βιαστώ να κλείσω το κουτί της Πανδώρας σ’ αυτό το σημείο, θα θεωρήσω οτι ο χρόνος πράγματι κυλά όπως μάλλον θα πιστεύετε κ’ εσείς, και θα εστιάσω στην αίσθηση που έχουμε οτι η ζωή-μας κυλάει μαζί με το χρόνο, σαν σε μια κινηματογραφική ταινία. Και πάλι υπάρχει το ερώτημα του τί προκαλεί την αίσθηση οτι μπορούμε να “παίξουμε την ταινία” της ζωής-μας, και μάλιστα αρχίζοντας από οποιοδήποτε χρονικό σημείο επιθυμούμε.

Ας σκεφτούμε όμως το εξής: την “ταινία της ζωής-μας” την παίζουμε μόνο στη μνήμη-μας, πουθενά αλλού. Δεν συμβαίνουν πραγματικά τα γεγονότα της γαμήλιας τελετής-μας δέκα χρόνια μετά, ή του πρώτου φιλιού που δώσαμε στο κορίτσι ή στο αγόρι-μας· απλά ανακαλούμε από τη μνήμη-μας αναμνήσεις, και έχουμε την ικανότητα (μερικές φορές) να το κάνουμε έτσι ώστε να μας δημιουργείται η εντύπωση οτι τα γεγονότα “κυλούν” σε πραγματικό χρόνο. Το “εγώ”-μας συνδέεται μ’ αυτά τα “στιγμιότυπα” που είναι αποθηκευμένα στη μνήμη. Όπως μπορούμε ν’ ανακαλούμε στατικές εικόνες (π.χ., την Αφροδίτη της Μήλου), έτσι μπορούμε να ανακαλούμε και κινούμενες εικόνες (π.χ. τον Νηλ Άρμστρονγκ να κατεβαίνει από τη σκάλα της σεληνακάτου και να πατά στο φεγγάρι). Όσο επιτακτική ανάγκη είναι η ανάκληση στατικών εικόνων (λόγω επιβίωσης), άλλο τόσο επιτακτική ανάγκη είναι και η ανάκληση των κινούμενων. Έχοντας ένα πλήθος κινούμενων και στατικών αναμνήσεων από το παρελθόν-μας συνδεμένες με το “εγώ”-μας, μας δίνεται η εντύπωση της συνέχειας της ύπαρξής μας. Γνωρίζουμε οτι αποτελούμε συνέχεια εκείνου του ατόμου που έδωσε το πρώτο ερωτικό φιλί σε μια μάλλον τρυφερή ηλικία, και παρόλο που δεν θυμόμαστε παρά μόνο αποσπασματικά τις μυριάδες των γεγονότων που μεσολάβησαν από τότε μέρι σήμερα, τις έχουμε σε μια πάνω-κάτω χρονολογικά σωστή σειρά, και το λογικό-μας μας λέει οτι είμαστε εκείνο το ίδιο άτομο. Λογικά λοιπόν αντιλαμβανόμαστε τη συνέχεια της ύπαρξής μας ως το μακρυνό παρελθόν, ως όπου φτάνει η μνήμη-μας. Εξάλλου, εκτός από τη μνήμη τη δική-μας, συμφωνούν και οι μνήμες των συγγενών-μας, και οι φωτογραφίες και ταινίες που έχουμε από το παρελθόν, και άλλα πολλά, ώστε να μας δημιουργείται μια λογικά συνεπής αίσθηση συνέχειας. Το παν όμως είναι θέμα μνήμης σ’ αυτό το συνεχώς υπάρχον “εγώ”.

Πέρα όμως από την αίσθηση της συνέχειας της ύπαρξής μας λόγω της μακρόχρονης μνήμης, υπάρχει και η αίσθηση της συνέχειας ενός χρόνου που ρέει εδώ και τώρα, που την αντιλαμβανόμαστε μέσω της βραχύχρονης μνήμης. Δηλαδή: τώρα, αυτή τη στιγμή που διαβάζω αυτές τις λέξεις πέρασε μια στιγμή, και τώρα πέρασε μια άλλη ενώ η προηγούμενη στιγμή έμεινε στο παρελθόν, και τώρα μια άλλη, κ.ο.κ. Μας δίνεται λοιπόν η αίσθηση της συνέχειας και της ροής του παρόντος χρόνου. Και αυτή η αίσθηση είναι νοητική απάτη, και οφείλεται σε ιδιότητες της βραχύχρονης μνήμης — συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο “σβήνουν” οι ενεργοποιήσεις (αγγλ.: activations) των εννοιών στη βραχύχρονη μνήμη. Και πάλι όμως αναγκάζομαι να δίνω τηλεγραφικές εξηγήσεις για θέματα που χρειάζονται ολόκληρα νέα άρθρα για μια πλήρη εξήγησή τους. Αναγκάζομαι να σας παρουσιάζω έναν πυρήνα χωρίς υπόλοιπα, και όποτε γίνεται αυτό, ο γυμνός πυρήνας μοιάζει ακατανόητος και δεν γίνεται αντιληπτός — ούτε αποδεκτός — από τον αναγνώστη. Πάλι επομένως θα ζητήσω την κατανόησή σας για το γεγονός οτι δεν μπορώ να αναφερθώ σε όση έκταση απαιτείται στο παρόν κείμενο, γιατί θα φύγω εκτός θέματος, και μάλιστα δημιουργώντας μια πολύ μεγάλη νέα ενότητα.
Η επιθυμία αποφυγής του θανάτου, και το θρησκευτικό συναίσθημα

Όμως άλλο η αίσθηση της συνέχειας του “εγώ”, που είναι συνέπεια της μνήμης-μας, και άλλο η αίσθηση του οτι έχουμε “ψυχή”, που μάλιστα μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει και μετά θάνατο. Αυτή πάλι η δοξασία από πού προέκυψε;

Όπως εξηγώ στο άρθρο περί θρησκείας, την πολύπλοκη νοημοσύνη του ανθρώπου βαραίνουν σκέψεις που είναι απλησίαστες για τα άλλα ζώα. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που έχει το φόβο του θανάτου, και ο λόγος γι’ αυτό είναι οτι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί για το απώτερο μέλλον, και να κάνει την εξής λογική σκέψη: «Όπως πεθαίνουν ένας-ένας οι γηραιότεροι συγγενείς-μου, έτσι θα πεθάνω μια μέρα κ’ εγώ, ερχόμενος στη θέση-τους.» Αυτή η σκέψη, παρόλο που δεν παίζει ρόλο στα καθημερινά γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου, εντούτοις υπάρχει πάντα στο παρασκήνιο των σκέψεων ενός ενήλικου. Όταν ο άνθρωπος βρίσκει την ευκαιρία να ξεφύγει από τον καθημερινό αγώνα για την εξασφάλιση της επιβίωσης, στο μυαλό-του έρχονται σκέψεις όπως: «Μα είναι δυνατό να τελειώνουν όλα με το θάνατο; Να “σβήνουν” τα πάντα, όπως σβήνει κανείς τη φλόγα στο κερί; Αδύνατον! Θα πρέπει να υπάρχει κάποια συνέχεια.» Αυτήν την ελπίδα για συνέχεια, ο άνθρωπος την έκανε πίστη οτι όντως υπάρχει συνέχεια, χωρίς να έχει καμιά ένδειξη(*) οτι μια τέτοια προοπτική είναι αληθινή. Η πίστη στη συνέχεια της ζωής μετά θάνατο παρέχει ένα απαραίτητο “ψυχολογικό σωσίβιο”, γιατί για ποιο λόγο να επιμένει να ζει κάποιος ο οποίος βρίσκεται σε δυσχερή κατάσταση και επιβιώνει με μεγάλη δυσκολία, αν ξέρει οτι με το θάνατο τελειώνουν όλα τα βάσανά του; Αντίθετα, αν πιστεύει οτι με το θάνατο τίποτα δεν τελειώνει, δεν έχει κανένα λόγο να εγκαταλείψει την προσπάθεια επιβίωσης. Άρα λοιπόν έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην επιβίωση του ατόμου η πίστη σε μια μετά θάνατο ζωή. Έπειτα υπάρχει και το “ηθικό σωσίβιο”: αν κάποιος αδικείται στη ζωή-του από άλλους, μπορεί να πιστέψει οτι στη μετά θάνατο ζωή θ’ αλλάξει η κατάσταση, και οτι αυτός που τον αδικεί θα τιμωρηθεί όπως του αξίζει. Έτσι δεν επαναστατεί ενάντια στην αδικία, και γίνεται πιο εύκολα εκμεταλλεύσιμος απ’ αυτούς που μπορούν να τον εκμεταλλευτούν. Σε πρώιμα στάδια της ανάπτυξης της ανθρώπινης διάνοιας, οι “επαναστάτες” που θα ήθελαν να αντιταχθούν στην αδικία “εδώ και τώρα” (χωρίς να πιστεύουν σε κάποιο αντιστάθμισμα στη μετά θάνατο ζωή) έχαναν τη μάχη με τους ισχυρούς της φυλής, εξοστρακίζονταν, κ’ έτσι δεν άφηναν πολλούς απογόνους που να κληρονομήσουν την επαναστατικότητά τους. Οι άλλοι, οι “πιστοί” στην ιδέα του μετά θάνατον αντισταθμίσματος, περνούσαν πολύ καλύτερα, και πολλαπλασίαζαν τα “πιστά” γονίδιά τους. Αυτό τουλάχιστον έχει υποστηρίξει ο βιολόγος E. O. Wilson, για να εξηγήσει την παρατήρηση οτι υπάρχει μεγάλο ποσοστό ανθρώπων που πειθήνια βάζουν το κεφάλι κάτω και κάνουν ότι τους λένε οι λίγοι, οι “αρχηγοί”.

Από κάποιο σημείο κ’ έπειτα ήρθε η θρησκεία για να παγιώσει και να κωδικοποιήσει την πίστη σ’ έναν μετά θάνατο κόσμο αγαθών και πονηρών πνευμάτων, όπου το κακό τιμωρείται και το καλό επιβραβεύεται. Μάλιστα η θρησκεία, όπως εξηγώ πιο λεπτομερειακά στο ίδιο άρθρο (περί θρησκείας), δεν εμφανίστηκε ξαφνικά σε όλη τη σημερινή-της πολυπλοκότητα και μεγαλοπρέπεια, αλλά εξελίχθηκε σταδιακά, από πολύ απλές και ταπεινές δομές, στις σημερινές πολυπλοκότατες των μονοθεϊστικών θρησκευμάτων. Με άλλα λόγια, και η θρησκεία παρουσίασε εξελικτικά αυξητική τάση, όπως και τόσες άλλες έννοιες στον κόσμο, σαν κι αυτές τις οποίες συζητήσαμε σε προηγούμενες ενότητες. Μέσω της θρησκείας, η πίστη σε μια ψυχή που ζει αιώνια απέκτησε και το “θεωρητικό φιλοσοφικό υπόβαθρο”, κ’ έγινε περίπου ακλόνητη και ακαταμάχητη, αναπόσπαστο μέρος της κουλτούρας των ανθρώπων.
5.2.3 Πώς το “εγώ” δημιουργείται εκ του μη όντος

Δεν ήταν χωρίς λόγο που σας ζήτησα σε μια προηγούμενη παράγραφο να μπείτε αρχικά στο μυαλό ενός σκίουρου που παρατηρεί μια ευθεία γραμμή, και ύστερα στο μυαλό ενός μεγάλου πιθήκου που αναπολεί μια ευχάριστη στιγμή του άμεσου παρελθόντος. Το έκανα αυτό για να σας ενθαρρύνω να σκεφτείτε την άποψη οτι ίσως να μην έχουμε εμείς οι άνθρωποι την αποκλειστικότητα της κατοχής μιας έννοιας οπως το “εγώ”. Δεν γνωρίζουμε αν κάποια στοιχειώδη μορφή “εγώ” κατέχουν και πουλιά, όπως τα περιστέρια, ή τα ακόμα πιο έξυπνα κοράκια· είναι όμως μάλλον απίθανο να μην κατέχουν “εγώ” τα πιο έξυπνα από τα θηλαστικά, όπως δελφίνια, φάλαινες, ελέφαντες, πολλά αιλουροειδή και κυνοειδή, και οι μεγάλοι πίθηκοι (χιμπαντζήδες, γορίλλες, και ουραγκοτάγκοι). Αλλά το “εγώ” ενός ζώου μάλλον είναι τόσο πιο απλό όσο (1) πιο μικρός είναι ο εγκέφαλός του, και (2) λιγότερο κοινωνικό είναι το ζώο. Κοινωνικά ζώα όπως οι λύκοι, πολλά είδη δελφινιών, οι γορίλλες, οι χιμπαντζήδες, κ.ά., χρειάζονται τόσο την έννοια του “εγώ” όσο και την έννοια του “άλλου”, ώστε να καταφέρνουν να διεκπεραιώνουν τις καθημερινές κοινωνικές συναναστροφές-τους με επιτυχία.

Τώρα, εμείς οι άνθρωποι, δηλαδή το τωρινό είδος Homo sapiens, στο οποίο ανήκουν όλα τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων στη Γη, και που έχουμε μέγεθος εγκεφάλου γύρω στα 1400 cm3, γνωρίζουμε οτι προήλθαμε από προγενέστερα ανθρωποειδή είδη, όπως το είδος Homo erectus, που πρωτοεμφανίστηκε από 2 με 1,5 εκατομμύρια χρόνια πριν, με μέγεθος εγκεφάλου από 1100 cm3 (στα μεταγενέστερα άτομα), έως 850 cm3 (στα προγενέστερα). Αν πάμε πιο πίσω στο παρελθόν, στα 3,5 εκατομμύρια χρόνια, θα βρούμε πιο παλιούς-μας προγόνους: τους αυστραλοπίθηκους (που καμία σχέση δεν έχουν με την Αυστραλία· απλώς το πρόθεμα australo- σημαίνει νοτιο- στα λατινικά, επειδή απολιθώματα αυστραλοπίθηκων πρωτοεντοπίστηκαν στα νότια μέρη της Αφρικής). Αυτοί είχαν εγκέφαλο με μέγεθος περίπου 600 cm3. Ακόμα πιο πριν, στα 6-7 εκατομμύρια χρόνια, οι κοινοί-μας πρόγονοι με τους χιμπαντζήδες θα πρέπει να είχαν εγκέφαλο όσο και οι σημερινοί χιμπαντζήδες, δηλαδή περίπου 400 cm3. Όσο προχωράμε στο παρελθόν, τόσο το μέγεθος του εγκεφάλου των προγόνων-μας μειώνεται. (Και μάλιστα δεν είναι μόνο η απόλυτη ποσότητα εγκεφάλου, αλλά και ο λόγος της ποσότητας αυτής προς το συνολικό όγκο του σώματος, κι αυτός μειώνεται.) Κατά την αντίστροφη φορά στο χρόνο, όσο προχωράμε από το παρελθόν προς το μέλλον, τόσο το μέγεθος του εγκεφάλου αυξάνεται. Άρα, μαζί μ’ αυτό, λογικό είναι να αυξανόταν και η πολυπλοκότητα της εσωτερικής παράστασης του “εγώ” των προγόνων-μας. Κάποτε, αρκούντως παλιά στο παρελθόν, το “εγώ” θα ήταν τόσο απλοϊκό όσο και οποιαδήποτε άλλη έννοια, δηλαδή πρακτικά θα ήταν σαν να μην υπήρχε. Σιγά-σιγά, στη διάρκεια μιας εξελικτικής διαδικασίας δεκάδων εκατομμυρίων ετών, γινόταν όλο και πιο πολύπλοκο, μέχρι που έφτασε να έχει την εξαιρετική πολυπλοκότητα που έχει στα άτομα του είδους-μας, δίνοντάς μας την επιφαινόμενη εντύπωση της “ψυχής”.

Αυτό που μόλις περιέγραψα είναι η μία μόνο από τις δύο διαδικασίες κατά τις οποίες αναπτύχθηκε (ή αναπτύσσεται) το “εγώ”, δηλαδή αυτό που είναι υπεύθυνο για ότι ο μέσος άνθρωπος ονομάζει “ψυχή”. Πρόκειται για την εξελικτική διαδικασία (αγγλ.: evolutionary process), που διήρκεσε, όπως είπα, πάμπολλα εκατομμύρια χρόνια.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διαδικασία, κατά την οποία επίσης αναπτύσσεται η έννοια του “εγώ” και της ψυχής “εκ του μη όντος”, και διαρκεί λιγότερο από μια δεκαετία: είναι η διαδικασία κατά την οποία το γονιμοποιημένο ανθρώπινο ωάριο γίνεται έμβρυο, γεννιέται, μεγαλώνει, και γίνεται μικρό παιδί. Αυτή είναι η αναπτυξιακή διαδικασία (αγγλ.: developmental process).

Κατά την αναπτυξιακή διαδικασία αυτό που συμβαίνει είναι σαν να “παίζεται το έργο” της εξελικτικής διαδικασίας, αλλά σε γρήγορη κίνηση, στο fast forward. Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι εκτός του θέματος που μας απασχολεί, πάντως συμβαίνει: το γονιμοποιημένο ωάριο είναι ένας μονοκύτταρος οργανισμός, σαν αυτούς που πρωτοδημιουργήθηκαν στη Γη πριν από 2,7 με 2,1 δισεκατομμύρια χρόνια. Σύντομα το γονιμοποιημένο ωάριο σχάται και γίνεται δύο, μετά τέσσερα, μετά οκτώ κύτταρα, κ.ο.κ.· μετατρέπεται δηλαδή σε έναν πολυκύτταρο οργανισμό, σαν κι αυτούς που πρωτοεμφανίστηκαν στον πλανήτη ίσως(*) γύρω στα 1 δισ. χρόνια πριν. Το πολυκύτταρο ανθρώπινο έμβρυο μεγαλώνει λίγο, κ’ ενώ είναι τόσο μικρό που παραμένει δυσδιάκριτο στο γυμνό μάτι, μοιάζει με σκουληκάκι, δηλαδή με αυτό που θα πρέπει να έμοιαζαν οι πρόγονοι των σπονδυλωτών. Μετά αποκτά τους πρώτους χόνδρους που σύντομα θα αποτελέσουν τη σπονδυλική-του στήλη, οπότε μοιάζει όντως με αρχέγονα σπονδυλωτά, που εμφανίστηκαν ίσως 800 εκατομμύρια έτη πριν. Συνεχίζει έτσι και περνάει διαδοχικά στάδια, μοιάζοντας με έμβρυο ψαριού, έμβρυο αμφίβιου (~300 εκ. έτη πριν), έμβρυο ερπετού (ή μάλλον τετράποδου, όπως λέγεται ο συνδετικός κρίκος μεταξύ αμφιβίων και θηλαστικών), και τελικά με έμβρυο θηλαστικού (~260 εκ. έτη πριν). Αλλά και κατά τους τελευταίους μήνες της κύησης μοιάζει με έμβρυο πρωτεύοντος (~60 εκ. έτη πριν), και πιθήκου (~14 εκ. έτη πριν)· ώσπου μόνο κατά τις τελευταίες εβδομάδες αποκτά τα ειδικά χαρακτηριστικά του μωρού του ανθρώπου (~200 χιλιάδες έτη πριν).

Έχουμε έτσι δύο διαδικασίες: την εξελικτική, διάρκειας δισεκατομμυρίων ετών, και την αναπτυξιακή, διάρκειας μερικών μόνο ετών (μάλιστα η αρχή της δεύτερης — προ του τοκετού — είναι “αντιγραφή” της πρώτης), στις οποίες είτε έχει ήδη δημιουργηθεί (εξελικτική), είτε δημιουργείται ξανά και ξανά (αναπτυξιακή) κάποια εσωτερική παράσταση ενός “εγώ” τόσο πολύπλοκου ώστε να πετυχαίνει την αυτογνωσία. Το ερώτημα είναι: πότε ακριβώς, κατά τις διαδικασίες αυτές, σχηματίστηκε/σχηματίζεται αυτό το τόσο πολύπλοκο “εγώ” που να του αποδίδουμε ιδιότητες “ψυχής”; Συγκεκριμένα:
Κατά την εξελικτική διαδικασία, είναι σαφές οτι σήμερα υπάρχει ένα είδος (το δικό-μας, Homo sapiens), που έχει εγκέφαλο ικανό να παριστάνει το “εγώ” με τον πιο πολύπλοκο τρόπο, και κατά συνέπεια να αισθάνεται οτι “έχει ψυχή”. Αλλά πριν από εμάς υπήρξαν άλλα ανθρωποειδή, με απλούστερο εγκέφαλο: Homo erectus, Homo ergaster, Homo habilis, Australopithecus afarensis... Πότε, σε ποιο χρονικό σημείο κάποιος πρόγονός μας μπόρεσε και σκέφτηκε οτι είχε ψυχή;
Κατά την αναπτυξιακή διαδικασία, το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον, γιατί τα μωρά αναπτύσσονται αρχικά μέσα στα σπλάχνα-μας, και ακολούθως μέσα στις αγκαλιές-μας, οπότε, αντίθετα με την εξελικτική, η αναπτυξιακή διαδικασία λαμβάνει χώρα “μπροστά στα μάτια-μας”. Επιπλέον, εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε κάποτε μωρά. Πότε λοιπόν, σε ποια ηλικία το μωρό ή το παιδί συνειδητοποιεί τον εαυτό-του;

Δεν έχουν όλα τα ερωτήματα απάντηση. Το συγκεκριμένο (διπλό) ερώτημα που διατύπωσα παραπάνω, δεν έχει απάντηση όχι γιατί δεν τη γνωρίζουμε, αλλά γιατί είναι ένα ψευδοερώτημα, όπως το “Η κότα έκανε τ’ αβγό, ή το αβγό την κότα;” ή μάλλον όπως το “Πότε εμφανίστηκε ο πρώτος άνθρωπος στη Γη;” Δεν υπήρξε ποτέ καμία στιγμή στη διάρκεια των δισεκατομμυρίων ετών της εξέλιξης κατά την οποία κάποιο είδος να απέκτησε ένα αρκούντως πολύπλοκο “εγώ” που να το ώθησε να πιστέψει πως έχει ψυχή. Παρόμοια, δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη στιγμή στην ανάπτυξη ενός παιδιού κατά την οποία το παιδί να συνειδητοποιεί ξαφνικά τον εαυτό-του.

Και όμως, αν και ψευδοερώτημα, ίσως φαντάζει πολύ σημαντικό για κάποιους αναγνώστες, γιατί εφόσον ισχυρίζομαι οτι η ψυχή είναι μια αναφυόμενη ιδιότητα της έννοιας “εγώ” που σχηματίζουμε και διατηρούμε στη μνήμη-μας, κάποιοι μπορεί να σκέφτονται: «Πότε ακριβώς δημιουργείται λοιπόν αυτό το “εγώ”, δηλαδή η “ψυχή”;» «Πότε μπορούμε να πούμε οτι “απέκτησε ψυχή” ένας άνθρωπος;» Και το πιο σημαντικό ψευδοερώτημα: «Δηλαδή ο συγγραφέας ισχυρίζεται οτι πριν από εκείνο το χρονικό σημείο ο άνθρωπος δεν έχει ψυχή;» Τελικά αυτά οδηγούν σε άλλα ψευδοερωτήματα: «Μήπως τα ζώα δεν έχουν ψυχή, άρα δεν τίθεται κανένα ηθικό ζήτημα όταν τα σκοτώνουμε;» και, «Μήπως τα αγέννητα έμβρια δεν έχουν ψυχή, άρα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα όταν μια γυναίκα καταφεύγει στην έκτρωση;»

Όλα τα ερωτήματα αυτά είναι λάθος. Αλλά για να καταλάβουμε γιατί είναι λάθος, πρέπει να εξετάσουμε έναν γενικότερο τρόπο σκέψης-μας που στηρίζει αυτά τα ερωτήματα: τη “λογική σε άσπρο–μαύρο”, που είναι τελείως λανθασμένη. Αυτή η λανθασμένη λογική διαποτίζει τον Δυτικό τρόπο σκέψης από τα πανάρχαια χρόνια· και όταν μιλάμε για πανάρχαια χρόνια και Δυτικό τρόπο σκέψης, εννοούμε βέβαια την Αρχαία Ελλάδα. Πάμε λοιπόν να δούμε την αρχαιοελληνική προέλευση της “λογικής σε άσπρο–μαύρο”, το πώς αυτή βοήθησε να αναδυθεί η Δυτική σκέψη, και το γιατί σε τελευταία ανάλυση είναι λαθεμένη.
Η παρούσα σελίδα ανήκει στο σύνολο των άρθρων του Χάρη Φουνταλή επί θεμάτων νοολογίας
(από foundalis)

1 σχόλια:

Aspasia είπε...

Αγαπητέ συγγραφέα, προσπάθησα να διαβάσω το κείμενο μέχρι τέλους. Δεν ξέρω αν η ψυχη εξελίσσεται, μάλλον εξελίσσεται, όμως σίγουρα και αυτή είναι μια λεπτοφυής μορφή ύλης, άγνωστης μη ορατή σε μας. Όλα τα αρχικά ερωτήματα, λύνονται με μία απάντηση που επίσης την αναφέρεις και εσύ, όλα είναι "ενέργεια" , μόνον που δεν ειναι τόσο εύκολη η πλήρης ανάλυσή της. Μόνον επί μέρους. Εφ όσον η ενέργεια συνεχώς αλλάζει κινούμενη, τότε τα πάντα αλλάζουν, όπως και η ύλη. Ψυχή υπάρχει, είναι μία και βρίσκεται παντού στα πάντα. Στην γέννηση εισέρχεται με την εισπνοή και πόνο, στον θάνατο εξέρχεται με εκπνοή !

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts with Thumbnails