Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Τα λόγια του, φάρος ακόμα ζωντανός, οδηγεί τις συνειδήσεις μας...

Tην Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 1943 στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών γράφηκε το χρονικό μιας μοναδικής σε πατριωτική έξαρση ημέρας, στην πιο δύσκοληφάση της γερμανικής κατοχής.
Χιλιάδες Αθηναίοι συγκεντρώθηκαν για ν’ αποτίσουν φόρο τιμής στον σπουδαίοΈλληνα, εκφραστή της ελληνικής ψυχής.
Κι ήταν τότε που ο Άγγελος Σικελιανός απάγγειλε μπροστά στον τάφο του μεγάλου ποιητή τους περίφημους στίχους του «Ηχείστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…» με τους; οποίους ξεσήκωσε τότε τις...
καρδιές των σκλαβωμένων Ελλήνων. Και ο εθνικός θρήνος μετατράπηκε σε χορικό αρχαίας τραγωδίας και παιάνα νίκης.
γκρεμιστής
Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης, ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης. Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι. Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι. Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας, πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας. ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης· τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι. Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι, κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι, καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα, παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα. Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια. Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω, καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο. Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι, καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω, καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω; Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!
Διγενς κι Χάροντας
Καβάλλα πάει ὁ Χάροντας τὸν Διγενῆ στὸν Ἅδη, κι ἄλλους μαζί… Κλαίει, δέρνεται τ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.
Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου του δεμένους στὰ καπούλια, τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο, τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.
Καὶ σὰ νὰ μὴν τὸν πάτησε τοῦ Χάρου τὸ ποδάρι ὁ Ἀκρίτας μόνο ἀτάραχα κοιτάει τὸν καβαλλάρη.
«Ὁ Ἀκρίτας εἶμαι, Χάροντα δὲν περνῶ μὲ τὰ χρόνια. Μ᾿ ἄγγιξες καὶ δὲ μ᾿ ἔνοιωσες στὰ μαρμαρένια ἁλώνια;
Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀκατάλυτη ψυχὴ τῶν Σαλαμίνων, στὴν Ἑφτάλοφην ἔφερα τὸ σπαθὶ τῶν Ἑλλήνων.
Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω, στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»
——————————————-

Δόξα στ Μεσολόγγι
(1926, παγγέλθηκε π τν διο τν Ποιητή, στν 100η πέτειο τς ξόδου στ Μεσολόγγι – πόσπασμα)
Γῆ, τοὺς ξάστερους πάντοτε οὐρανούς μου Κάθε λογῆς κόσμοι ἀστρικοὶ πλουμίζουν, Ἄστρα ποὺ σβύνουν καὶ ποὺ πέφτουν, ἄστρα Ποὺ τρεμοφέγγουν,
Πλανῆτες, φωτοσύγνεφα, κομῆτες, Φῶτα χλωμὰ καὶ φῶτα θάμπωμα, ἥλιοι, Πὲς τὰ μαργαριτάρια καὶ χρυσάφια, Πὲς τὰ διαμάντια.
Μὰ ἐσύ, ρουμπίνι ἀπ᾿ τοὺς ἀχνοὺς δεμένο Μαρτυρικῶν καὶ ἡρωικῶν αἱμάτων. Στὸν οὐρανὸ τῆς πλάσης, καθὼς εἶναι τοῦ πόλου τὸ ἄστρο, Τοῦ πόλου τὸ ἄστρο ἐσὺ στοὺς οὐρανούς μου
Τῆς Δόξας, δόξα, ὦ Γῆ! Τὸ Μισολόγγι: Κι᾿ οἱ μὲ ὀνόματα μύρια γνωρισμένοι Κόσμο μου ποὺ εἶναι Κι᾿ οἱ ἀπὸ σπαθιοῦ καταχτητές, καὶ οἱ δάφνες
Τῶν πολεμάρχων οἱ αἱματοβαμμένες, Κι᾿ οἱ Ἀλέξαντροι Κι᾿ οἱ Ἑφτάλοφες καὶ οἱ Νίκες Καὶ οἱ Σαλαμῖνες,
Καὶ μὲ τὶς ἱστορίες οἱ πολιτεῖες Καὶ στόματα χρυσὰ καὶ οἱ Κυβερνῆτες Κι᾿ οἱ Ἠράκλειτοι τοῦ Λόγου καὶ τῆς Τέχνης παντοῦ κι᾿ οἱ Αἰσχύλοι,
Ἀνήμποροι ὅπως κι᾿ ἂν σταθοῦν μπροστά σου, Καὶ σὲ μιᾶς τρίχας ἤσκιο νὰ θολώσουν Τὴν ξεκομμένη ἀπ᾿ τοῦ Κυρίου τὴν ὄψη Φεγγοβολιά σου.
Μισολόγγγι. Χαρὰ τῆς ἱστορίας, Γῆ ἐπαγγελμένη. Πᾶνε ἑκατὸ χρόνια, Κι᾿ ἂς πᾶνε. Ἡ θύμηση ἄχρονη μπροστά σου Θὰ γονατίζει.
—————————————————–

λιγοστοί, διαλεχτοί!
Ὦ λιγοστοὶ κι ὦ διαλεχτοὶ κι ἀρίφνητοι αὔριο ἴσως!
Εἶναι μία ἀλήθεια κάτου ἐδῶ ποὺ τὴ χτυπάει τὸ μίσος,
εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ὀμορφιὰ ποὺ ἡ καταφρόνια δένει,
κι εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ἀρετὴ δειλὴ καὶ ντροπιασμένη.
Ὦ νέοι, ὦ πρωτοξύπνητοι στὸ φῶς, χαρὲς τ᾿ Ἀπρίλη,
ἀπὸ τοὺς πράσινους κορμοὺς γίνοντ᾿ οἱ ἄσπροι στύλοι!
Στὴ χώρα ἐσεῖς οἱ λειτουργοὶ κι οἱ λατρευτάδες εἶστε·
δὲ φτάνει· ἐμπρὸς! γιὰ τοὺς Θεούς, ὦ νέοι, πολεμεῖστε.
——————————————————–

Τ σπίτι πο γεννήθηκα
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι, στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ· ψυχή, καὶ μὲ προσμένει.
Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα ἴδιο στὴν ἴδια στράτα στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ᾿ ὅλα του τὰ νιάτα.
Τὸ σπίτι, ἂς τοῦ νοθέψανε τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα· καὶ ἀνόθευτο καὶ ἀχάλαστο, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.
——————————————————–

Γύριζε
«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη, ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια, ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ. Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια. Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται. Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους! Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται. Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα, ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι, κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα, τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι. Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι, καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι. λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»
—————————-

σάλευτη ζωή
Καὶ τ᾿ ἄγαλμα ἀγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω στὴν πέτρα τὴ δική μου ἀπάνω, καὶ νὰ τὸ στήσω ὁλόγυμνο, καὶ νὰ περάσω, καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.
καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οἱ ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες στὰ ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα, θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα καὶ φόβου ἀνατριχάδες, κ᾿ εἴδανε σὰν ἀντίμαχους καὶ τ᾿ ἄγαλμα κ᾿ ἐμένα.
Καὶ τ᾿ ἄγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στὴν ἐξορία. Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία ἔσκαψα λάκκο, κ᾿ ἔθαψα στὸ λάκκο τ᾿ ἄγαλμά μου.
Καὶ τοῦ ψιθύρησα: «Ἄφαντο βυθίσου αὐτοῦ καὶ ζῆσε μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ ἀρχαῖα συντρίμμια, ὅσο ποὺ νἄρθ᾿ ἡ ὥρα σου, ἀθάνατ᾿ ἄνθος εἶσαι, ναὸς νὰ ντύση καρτερεῖ τὴ θεία δική σου γύμνια!»
Καὶ μ᾿ ἕνα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη, μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο οὔτε, φῶς, τοῦ κάκου. Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ ἄνθος σου, ὦ τεχνίτη! Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ ἄψαχτα ἑνὸς λάκκου.
Ποτὲ μὴν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα του! Κι ἂν ἔρθη κι ἂν προβάλη, μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς ἀπὸ λαὸ ἀγαλμάτων, τ᾿ ἀγάλματα ἀψεγάδιαστα, κ᾿ οἱ πλάστες τρισμεγάλοι γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα τῶν μνημάτων!
Τὸ σήμερα εἴτανε νωρίς, τ᾿ αὔριο ἀργὰ θὰ εἶναι, δὲ θὰ σοῦ στρέξη τ᾿ ὄνειρο, δὲ θάρθ᾿ ἡ αὐγὴ ποὺ θέλεις, μὲ τὸν καημὸ τ᾿ ἀθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μεῖνε, κυνηγητὴς τοῦ σύγγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.
Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, ὅλα σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης μακρότερη ἀπ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τοῦ κήπου βιόλα καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»
Κ᾿ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κι ἂς πεθάνω! Πλάστης κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μου λάκκος κι ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ ἀθάνατα ὅλα μπορεῖ ν᾿ ἀξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».
———————————————

Πατρίδες
… Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα, καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι, βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα, λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.
Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα, στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη, μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.
Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,
ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει, τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει
Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση, κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι, βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου
… Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα, ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων, σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων, θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!
————————————————————-

μνος ες τν θήνα
Χαρὰ σ᾿ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη! Καμιὰ χώρα σ᾿ ὅλη τη γῆ, καμιὰ στὴν οἰκουμένη δὲν ηὖρε τέτοιο φυλαχτὸ σὰν τὸ δικό μου μάτι. Ἀπ᾿ ἄλλες χῶρες πέρασα γοργὰ – γοργὰ τρεχάτη καὶ μ᾿ εἶδαν τῆς Ἑλλάδας μου τ᾿ ἀγαπημένα μέρη σὰν ἄνεμο καὶ σὰν ἀϊτὸ καὶ σύννεφο κι ἀστέρι. Ὅμως σ᾿ ἐσὲ τὸ θρόνο μου αἰώνια θεμελιώνω καὶ ρίζωσ᾿ ἡ ἀγάπη μου στὰ χώματά σου μόνο.
———————————-

Τς θηνς νάγλυφο
Πῶς ἀκούμπησες ἄπραγα τὸ δόρυ; Τὴ φοβερή σου περικεφαλαία βαριὰ πῶς γέρνεις πρὸς τὸ στῆθος, Κόρη; Ποιὸς πόνος τόσο εἶναι τρανός, ὦ Ἰδέα,
γιὰ νὰ σὲ φτάση! Ὀχτροὶ κεραυνοφόροι δὲν εἶναι γιὰ δικά σου τρόπαια νέα; Δὲν ὁδηγεῖ στὸ Βράχο σου τὴν πλώρη τοῦ καραβιοῦ σου πλέον πομπὴ ἀθηναῖα;
Σὲ ταφόπετρα βλέπω νὰ τὴν ἔχη καρφωμένη μία πίκρα τὴν Παλλάδα. Ὤ! κάτι μέγα, ἀπίστευτο θὰ τρέχη …
Χαμένη κλαῖς τὴν ἱερή σου πόλη ἢ νεκρὴ μέσ᾿ στὸ μνῆμα καὶ τὴν ὅλη τοῦ τότε καὶ τοῦ τώρα, ὠιμένα! Ἑλλάδα;
—————————————–

Μολώχ
Τῶν Ἑλλήνων τὴν πατρίδα βάρβαροι τὴν ἀτιμάζουν! Ὅπου ἀνθοπετοῦσαν οἱ Ἔρωτες παραδέρνει ἡ νυχτερίδα. Στὴ νυχτιά μας μιὰ πυγολαμπίδα, τῶν ἀρχαίων ἡ μνήμη, ψευτοφέγγει κ᾿ εἶναι μιὰ νυχτιὰ ποὺ δὲν τὴ διώχνεις, τοῦ παντοτινοῦ μας ἥλιου ἀχτίδα! Καὶ πατρίδα καὶ ψυχὴ ρουφᾶν βάρβαροι ἀπὸ βάθη καὶ ἀπὸ ὕψη. Κι ὅταν, μ᾿ ἕνα τρίσβαθο ὤχ! τῶν Ἑλλήνων θεέ, ρωτοῦμε σέ: «Εἶσ᾿ ἐσὺ ὁ ξανθὸς Ἀπόλλωνας;» Ἀποκρίνεσαι:-«Εἶμ᾿ ἐγὼ ὁ Μολώχ!»
———————————————–

Τ σαΐτεμα
Καὶ χαμήλωσες, ὦ Φοῖβε, ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν Ὀλύμπων τῶν ἁγνῶν πρὸς τοῦ χαύνου τὴν πατρίδα, πρὸς τὴ χώρα τῶν ὀκνῶν. Κ᾿ ἔπαιξες τὴ λύρα, ἀνάβρυσμα παναρμονικῶν πηγῶν! Λόγια σ᾿ ἀπαντήσανε βαρήκοων καὶ περίγελα τυφλῶν. Τότε, σὰ νὰ γύρευες τὴν πλάση νὰ λυτρώσης ἀπὸ μόλυσμα, κι ἀπ᾿ τ᾿ ἀκάθαρτα ὅλα τὸν ἀέρα, ἔρριξες τὴ λύρα, κ᾿ ἔγινες σαϊτευτής, καὶ τὰ σαΐτεψες τῶν ἀνοήτων τὰ κοπάδια πέρα ὡς πέρα!
————————————————–

Ο λύκοι
Βοσκοί, στὴ μάντρα τῆς Πολιτείας οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι! Στὰ ὅπλα, Ἀκρῖτες! Μακριὰ καὶ οἱ φαῦλοι καὶ οἱ περιττοί, καλαμαρᾶδες καὶ δημοκόποι καὶ μπολσεβίκοι, γιὰ λόγους ἄδειους ἢ γιὰ τοῦ ὀλέθρου τὰ ἔργα βαλτοί.
(Ἀπ᾿ τῆς μαυρίλας τῆς ἀραχνίλας τὴν ἀποθήκη σὲ σκονισμένα γυαλιὰ κλεισμένο, παλιὸ κρασί, τῶν ἑκατό σου χρονῶν ἀνοίγω τὸ ἀρχοντιλίκι στοῦ ἡλιοῦ τὸ φέγγος, τί σὲ προσμένουν οἱ δυνατοὶ
ξανὰ σὰν πάντα καὶ γιὰ τὴ μάχη καὶ γιὰ τὴ νίκη νὰ τοὺς φτερώσεις τὸ πάτημά τους ὅπου πατεῖ. Σ᾿ ἐμὲ -κελλάρης λυράρης εἶμαι,- σ᾿ ἐμένα ἀνήκει νὰ τὸ κεράσω στὰ νέα ποτήρια τὸ ἀρχαῖο πιοτί).
Βοσκοὶ καὶ σκύλοι, λῶβα καὶ ψώρα. Τ᾿ ἀρνιά; Μουζίκοι. Ὁ λαός; Ὄνομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ᾿ ἡ ὀργή, Δίκη ἀπὸ πάνω θεία τῶν ἀστόχαστων καταδίκη καὶ λογαριάζει καὶ ξεπλερώνει ὅσο ἂν ἀργεῖ.
Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, ἁρματολίκι, τὰ ξεγραμμένα καὶ τὰ τριμμένα ψέματα, ἀχνοί, Ἰδέα βυζάχτρα τῶν τετρακόσιων χρόνων, ἡ φρίκη τώρα, τὸ μάθημα τῶν Ἑλλήνων ὡς χτές, ἐσὺ
τοῦ ραγιᾶ μάνα βιβλικό, πλάσμα ὀρφικό, Εὐρυδίκη, τοῦ πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή, μᾶς τὸν καθρέφτιζες μέσ᾿ στῆς Πόλης τὸ βασιλίκι τὸν ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητὴ
τοῦ Ἰσλάμ. Ἡ Θρᾴκη προικιό του, ὢ δόξα! Καὶ ἀπανωπροίκι μιὰ Ἑλλάδα πάλε στὴν τουρκεμένην Ἀνατολή, τῆς Ἰωνίας γλυκοξημέρωμα…. Οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι! κ᾿ οἱ βοσκοὶ ἀνάξιοι, λύκοι καὶ οἱ σκύλοι κ᾿ οἱ ἀντρεῖοι δειλοί.
Στῆς Πολιτείας τὴ μάντρα οἱ λύκοι! Παντοῦ εἶναι λύκοι! Ξανὰ στὰ Τάρταρα ἴσκιος, τοῦ ψάλτη λατρεία κ᾿ ἐσύ. Ψόφια ὅλη ἡ στάνη. Φέρτε νὰ πιοῦμε, κούφιο νταηλίκι, γιὰ τὸ ἀποκάρωμα ποὺ μᾶς πρέπει, κι ὅποιο κρασί.
————————————————————————-

νίκη
Ἐδῶ στὸ ἑλληνικὸ τὸ χῶμα, τὸ στοιχειωμένο καὶ ἱερό, ποὺ τὸ ἴδιο χῶμα μένει ἀκόμα κι ἀπ᾿ τὸν ἀρχαῖο τὸν καιρό,
στὸ χῶμα τοῦτο πάντα ἀνθοῦνε κ᾿ ἔχουν ἀθάνατη ζωὴ καὶ μᾶς θαμπώνουν, μᾶς μεθοῦνε νεράιδες, ἥρωες, θεοί!
Εἶδα τὴ Νίκη τὴ μεγάλη, τὴ Νίκη τὴν παντοτεινή! Τὴν εἶδα ἐμπρός μου νὰ προβάλλῃ μὲ φορεσιὰ ὁλοφωτεινή.
Ἀσύγκριτη σὰν τὴν ἰδέα, σὰν ὄνειρο λαχταριστή, εἶδα τὴ Νίκη τὴν ἀρχαία, τὴ Νίκη τὴν κυματιστή!
Τὴν εἶδα. Μὲ τὸ πέταμά της δὲν ἔφευγε στοὺς οὐρανούς, ἐκεῖ ποὺ δύσκολα σιμά της μπορεῖ νὰ κρατηθῆ κι ὁ νοῦς.
Δὲν ἔτρεχε νὰ φτάσῃ πρώτη, νὰ στεφανώσῃ φτερωτὴ τὸ λιονταρόκαρδο στρατιώτη, τὸν ἐμπνευσμένο τὸν ποιητή. … Τὴν εἶδα νὰ περνᾶ μπροστά μου μὲ φορεσιὰ ὁλοφωτεινὴ καὶ λύγισα στὴ γῆ ἐκεῖ χάμου κ᾿ ἔκραξα μὲ τρανὴ φωνή,
γονατιστός, μὲ θαμπωμένα μάτια, μὲ λαύρα περισσή: «Χαῖρε θεά, χαῖρε παρθένα, Ὦ Νίκη, ὦ Νίκη, ὦ Νίκη Ἐσύ!
Ἐσὺ ποὺ δείχνεις πὼς ἀνθοῦνε ἐδῶ μ᾿ ἀθάνατη ζωή, πῶς μᾶς ἐμπνέουν καὶ μᾶς μεθοῦνε νεράιδες, ἥρωες, θεοί!»
——————————————————————————–

Τ σκολει χτίστε
… Λιτὰ χτίστε τα, ἁπλόχωρα, μεγάλα, γερὰ θεμελιωμένα, ἀπὸ τῆς χώρας, ἀκάθαρτης, πολύβοης, ἀρρωστιάρας, μακριά. Μακριὰ τ᾿ ἀνήλιαγα σοκάκια, τὰ σκολειὰ χτίστε.
Καὶ τὰ πορτοπαράθυρα τῶν τοίχων περίσσια ἀνοῖχτε, νά ᾿ρχεται ὁ κὺρ Ἥλιος, διαφεντευτής, νὰ χύνεται, νὰ φεύγει, ὀνειρεμένο πίσω του ἀργοσέρνοντας τὸ φεγγάρι.
Γιομίζοντάς τα νὰ τὰ ζωντανεύουν μαϊστράλια καὶ βοριάδες καὶ μελτέμια μὲ τοὺς κελαηδισμοὺς καὶ μὲ τοὺς μόσκους, κι ὁ δάσκαλος, ποιητὴς καὶ τὰ βιβλία νὰ εἶναι σὰν τὰ κρίνα…
———————————————————————–

μνος τν Αώνων
Μητέρα μας πολύπαθη, ὦ ἀθάνατη, δὲν εἶναι μόνο σου στολίδι οἱ Παρθενῶνες· τοῦ συντριμμοῦ σου τὰ σπαθιὰ στὰ κάμανε φυλαχτὰ καὶ στεφάνια σου οἱ αἰῶνες.
Καὶ οἱ πέτρες ποὺ τὶς ἔστησε στὸ χῶμα σου τὸ νικηφόρο χέρι τοῦ Ῥωμαίου, κ᾿ ἡ σταυροθόλωτη ἐκκλησιὰ ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, στὸν τόπο τοῦ πολύστυλου ναοῦ τοῦ ἀρχαίου,
Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ποὺ μουγγρίζει μέσα του τῆς Βενετιᾶς ἀκόμη τὸ λιοντάρι, κι ὁ μιναρὲς ποὺ στέκει, τῆς ὁλόμαυρης καὶ τῆς πικρότατης σκλαβιᾶς ἀπομεινάρι,
Καὶ τοῦ Σλάβου τὸ διάβα ἀντιλαλούμενο στ᾿ ὄνομα ποὺ μᾶς ἔρχεται στὸ στόμα -μὲ τὸ γάλα τῆς μάννας ποὺ βυζάξαμε- σὰν ξένη ἀνθοβολιὰ στὸ ντόπιο χῶμα,
Ὅλα ἕνα νύφης φόρεμα σοῦ ὑφαίνουνε, σοῦ πρέπουνε, ὦ βασίλισσα, σὰ στέμμα, στὴν ὀμορφάδα σου ὀμορφιὰ ἀπιθώσανε κ᾿ εἶναι σὰ σπλάχνα ἀπ᾿ τὸ δικό σου τὸ αἷμα.
Ὦ τίμια φυλαχτά, στολίδια ἀταίριαστα, ὦ διαβατάρικα, ἀπὸ σᾶς πλάθετ᾿ αἰώνια, κόσμος ἀπὸ παλιὰ κοσμοσυντρίμματα, ἡ νέα τρανὴ Πατρίδα ἡ παναρμόνια!
—————————————————————————————-

λληνικς μνος Mistral (βραβεο Νόμπελ λογοτεχνίας 1904) μετάφραση: Κωνσταντνος Παλαμς
Μὲ τὴν αὐγὴ καὶ ἡ θάλασσα μενεξεδένια λάμπει, καὶ μὲ τὸ φῶς τὰ πάντα ξανανιώνουν. Νὰ ἡ ἄνοιξη γυρίζει, νὰ τὸ χελιδόνι στὸν Παρθενώνα ξαναχτίζει τὴ φωλιά του! Πανίερη Ἀθηνᾶ, τίναξε τὸ πουλί σου στ᾿ ἀμπέλια μας ἀπάνω τὰ σαρακωμένα. Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Ἀγάλια ἀγάλια ἀποχρυσώνεται τὸ κύμα, νὰ ἡ ἄνοιξη γυρίζει, μέσ᾿ στὰ κορφοβούνια τοῦ Προμηθέα τὰ σπλάχνα σκίζοντας ἕνα ὄρνιο μεγάλο, ἀσάλευτο ξανοίγεται μακριάθε γιὰ νὰ διώξεις τὸ μαῦρο γύπα ποὺ σὲ τρώει, ἁρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, τὸ καράβι. Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Τ᾿ ἀνάκρασμα τ᾿ ἀκοῦτε τῆς ἀρχαίας Πυθείας; «Νίκη στῶν ἡμιθέων τ᾿ ἀγγόνια!» Ἀπὸ τὴν Ἴδη ὡς τῆς Νικαίας τ᾿ ἀκρογιάλια ξανανθίζουν αἰώνιες οἱ ἐλιές. Μὲ τ᾿ ἅρματα στὰ χέρια ἐμπρός! Τὰ ὕψη τῶν βουνῶν ἂς τ᾿ ἀνεβοῦμε, τοὺς Σαλαμίνικους ἀντίλαλους ξυπνώντας! Ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Κ᾿ ἔλα, ἑτοιμάστε τὰ λευκὰ φορέματά σας, ἀρραβωνιαστικές, γιὰ νὰ στεφανωθῆτε στὸ γυρισμὸ τοὺς ἀκριβούς σας μέσ᾿ στὸ λόγγο γι᾿ αὐτοὺς ποὺ σᾶς γλυτώσανε κόφτε τὴ δάφνη. Ἀγνάντια στὴ σκυφτὴ καὶ ντροπιασμένη Εὐρώπη, ἂς πιοῦμε ξέχειλη τὴ δόξα παλληκάρια. Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Ὅ,τι ἔγινε μπορεῖ νὰ ξαναγίνει, ἀδέρφια! Στῶν πυρωμένων τούτων βράχων τὴν λαμπάδα μὲ σάρκα θεία μπόρεσ᾿ ὁ ἄνθρωπος νὰ νοιώσῃ τὸ φωτερώτερο κι ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὄνειρά του. Κι ἡ χριστιανὴ ψυχὴ βωβὴ ἐκεῖ πέρα θὰ εἶναι; Κ᾿ ἐμεῖς ἑνὸς κορμιοῦ ξερόκλαδα ἐκεῖ πέρα; Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Τὸ Μαραθώνιο πεζοδρόμο ἀκολουθώντας κι ἂν πέσουμε, τὸ χρέος μας ἔχουμε κάμει! Καὶ μὲ τὸ αἷμα τοῦ προγόνου μας Λεωνίδα τὸ αἷμα μας, θριάμβων αἷμα, ταιριασμένο, θὰ πορφυρώσει τὸν καρπὸ τὸν κοραλλένιο καὶ τὸ σταφύλι τὸ κρεμάμενο στὸ κλῆμα. Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Τῆς ἱστορίας μας φέγγουν τρεῖς χιλιάδες χρόνια, Ὀρθοί! Καὶ πρόβαλε ἀπὸ τώρα τὸ παλάτι στὸν τόπο ἐκεῖ ποὺ λύθηκαν τὰ κακὰ μάγια, κι ὁ φοίνικας ξαναγεννιέται ἀπὸ τὴ στάχτη. Στὶς ἀμμουδιὲς τῆς Μέκκας διῶξέ το ἥλιε, τὸ μισοφέγγαρο μακριὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό μας… Ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα, θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
===============================================================================

Ο δωδεκάλογος του Γύφτου(Προφητικόν)
Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα ‘ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν’ απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμι.
Θα ‘ρθει κι η ώρα• εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου• γέρνεις• όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.
Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές•
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές•
θα σε κλαιν’ τα κλαψοπούλια στ’ αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.
……………………………………………
Και θα φύγεις κι απ’ το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θά’ βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ’ ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γθυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν το κόρφο το γυναικείο,
σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
Τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!
—————————————————————————–
- Πατρίδα μου, τι θες να σου χαρίσω
Για τον καλό το χρόνο που θα ’ρθή;
- Παιδί μου, το κορμί το λιονταρίσσο
Και το παλληκαρίσσο το σπαθί,
Και τη νεραϊδογέννητη τη χώρα
Μαζή με το δικέφαλον αϊτό.
Δε ’θελω ’γω καινούρια ή ξένα δώρα
Παληά δικά μου πλούτη σου ζητώ.
- Μητέρα, τα δικά σου τα στολίδια
Τα χαίροντ’ άλλοι μεσ’ την οικουμένη,
Και Λάμιες τα φυλάν, τα ζώνουν φείδια
Και χάνοντ’ εκεί μέσ’ αντριεωμένοι….
- Παιδί μου, όταν τη δόλια σου μητέρα,
Με του παιδιού τον πόνον αγαπάς,
Με την αγάπη μόνο μιαν ημέρα
Την παλαιά της δόξα θα της πας!

31 Δεκεμβρίου 1883
——————————————————————————–
Παιδί,το περιβόλι μου
“Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια, μη φοβηθείς το χαλασμό.
Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα, π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει, κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων!..
Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!”

ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ!

ΥΓ: H επιλογή των ποιημάτων έγινε με κριτήριο τη λατρεία του Κ.Παλαμά προς την Ελλάδα,μα και για να αναδείξουμε τον “προφητικό” λυρισμό της ποιήσεώς του….

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts with Thumbnails