Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Δαιμονιζομένων Θεραπείες», Δαιμονιζομένων Θεραπείες, π. Αντώνιος Στυλιανάκης Md., Mth., Παιδοψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής, Ψυχολογική και Θεολογική Έρευνα, Θεσσαλονίκη 2004
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΟΙ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΙΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΨΗ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης έχουν ερευνηθεί ανά τους αιώνες από διάφορες σκοπιές, εκτός από τη θεολογική, όπως ιστορική, λογοτεχνική, κοινωνική κ.λ.π. Η κάθε επιστήμη έχει να δώσει κάτι από τη μελέτη αυτή και πιστεύουμε ότι συμβάλλει σε μια περισσότερο σφαιρική και ολιστική θεώρηση των θείων Γραφών. Ειδικότερα μπορεί να συμβάλλει στη...
διασαφήνιση ορισμένων αμφισβητούμενων για την έννοια και τη σημασία τους αναφορών, στα βιβλικά κείμενα. Μερικές φορές όμως η μελέτη αυτή μπορεί να αποσκοπεί στο να εντυπωσιάσει και να ταράξει τα «λιμνάζοντα ύδατα» του επιστημονικού κόσμου και όχι μόνον αυτού.
Αναφορικά τώρα με το θέμα της θεραπείας δαιμονιζομένων, το θέμα άπτεται γενικότερων πεποιθήσεων σε σχέση με την ύπαρξη του διαβόλου, όπου οι απόψεις των διαφόρων επιστημόνων ποικίλουν σημαντικά (263). Παράλληλα το θέμα, απασχολεί έντονα και τους θεολογικούς κύκλους ιδιαίτερα της Δύσης, όπως φαίνεται από ποικίλες αναφορές της βιβλιογραφίας. (264) Ο λόγος επηρεασμού των, δεν είναι πάντοτε επιστημονικός. Είναι δυνατόν να οφείλεται στο γεγονός ότι τα θέματα αυτά άπτονται σπουδαίων μεταφυσικών αναζητήσεων, όπως είναι η ύπαρξη Θεού, με τη μορφή που αποκαλύπτεται στη χριστιανική θεολογία και η ύπαρξη των πνευμάτων.
Ωστόσο μπορεί να περάσει και από το νου κάποιου αντικειμενικού ερευνητή, το κατά πόσον ορισμένες περιπτώσεις δαιμονισμένων στην Καινή Διαθήκη μπορεί να μοιάζουν με περιστατικά ιατρικών νόσων ή ψυχολογικών διαταραχών, τις οποίες ο Χριστός θεραπεύει. Χωρίς αυτό το τελευταίο να σημαίνει ότι δε θα ήταν ένα εξίσου μεγάλο θαύμα, όμως υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των καταστάσεων δαιμονισμού με τις όμοιες ιατρικές παθήσεις, όπως συνάγεται τελικά, μέσα από τα ίδια τα κείμενα της Γραφής, αν τα δούμε ιστορικά- αφηγηματικά, από την ιατρική επιστημονική σκοπιά και μάλιστα την ψυχιατρική.
  Το κρίσιμο ερώτημα που αναφύεται στον ερευνητή είναι, αν ο δαιμονισμός είναι κάτι το τελείως ξεχωριστό από την ψυχολογική διαταραχή. Παραπέρα, αν αυτό τελικά ισχύει, τι σχέση μπορεί να υπάρχει μεταξύ των δύο στην καθημερινή πρακτική. Τέλος αν είναι δυνατόν η δαιμονική κατοχή, να είναι το αίτιο μιας ψυχολογικής διαταραχής, έστω ίσως εκείνης που υποδύεται το δαιμονισμό. Θα προσπαθήσουμε μέσα στο κεφάλαιο αυτό, να δώσουμε απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.
Δεν αξίζει, να ασχοληθούμε με την ακραία άποψη, που μπορεί να έχει διατυπωθεί από κάποιους, μη ειδικούς πάντως κατά κανόνα, ότι ίσως ορισμένα από τα θαύματα αυτής της κατηγορίας να είναι αποτέλεσμα αυθυποβολής του ίδιου του ατόμου και κατά συνέπεια αυτοθεραπείας του, έστω και μετά από προτροπή του Χριστού. Είναι τόσες πολλές οι λεπτομέρειες του ευαγγελικού κειμένου και η σαφήνεια των Ευαγγελιστών, ώστε κάθε τέτοια υπόθεση αφορά την αντεπιστημονική και κακόπιστη κριτική.

Θεία Κοινωνία. Κατακαίει και φυγαδεύει τα πονηρά πνεύματα. (Πηγή: Δαιμονιζομένων Θεραπείες, π. Αντώνιος Στυλιανάκης Md., Mth., Παιδοψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής, Ψυχολογική και Θεολογική Έρευνα, Θεσσαλονίκη 2004, σελίδα 181)

2. Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΥ

Όταν ξεκινούσαμε την εργασία αυτή, και μάλιστα το θεολογικό τμήμα της, θεωρήσαμε δεδομένο (προσωπική προκατάληψη!) ότι δεν θα βρούμε εργασίες σχετικές με το δαιμονισμό, στη διεθνή ιατρική βιβλιογραφία, που είναι πλέον ευκολότερα προσπελάσιμη μέσω του διαδικτύου (265). Αποτέλεσε κατά συνέπεια έκπληξη το γεγονός, ότι βρήκαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια, να υπάρχουν πάνω από πενήντα δημοσιευμένες (266) εργασίες στην παγκόσμια επιστημονική ιατρό-ψυχολογική βιβλιογραφία, που ασχολούνται με θέματα σχετικά με το δαιμονισμό και τους εξορκισμούς. Δεν υπάρχουν πάντως ελληνικές εργασίες που να αναφέρονται σε περιπτώσεις δαιμονισμένων σήμερα, στο βαθμό που κατέστη εφικτό να αναζητήσουμε.
Είναι αλήθεια όμως, ότι πολλές από τις υπάρχουσες εργασίες, έχουν χαρακτήρα ιστορικής αναδρομής και ανασκόπησης παρελθόντων αιώνων (267) και άλλες μελέτη επώνυμων περιστατικών από την ιστορία (268). Αλλά υπάρχουν και αρκετές εργασίες που αναφέρονται σε σύγχρονες περιπτώσεις φαινομενολογίας δαιμονισμού και μάλιστα σε διάφορα κοινωνικοπολιτικά (269) και θρησκευτικά περιβάλλοντα (ειδωλολατρικό, (270)  βουδιστικό, (271) μουσουλμανικό, ισραηλιτικό (272) και χριστιανικό). Το χαρακτηριστικό τους είναι, ότι προσπαθούν να εξηγήσουν με βάση τη χρησιμοποιούμενη σήμερα ψυχιατρική διαγνωστική ορολογία και την ψυχανάλυση, την αιτιοπαθογένεια και συμπτωματολογία των ατόμων αυτών.
Υπάρχουν επίσης εργασίες που επιχειρούν μια ιστορικο-κοινωνική ανάλυση του φαινομένου των δαιμονισμών της εποχής του Χριστού, (273) αλλά και σήμερα. (274) Συνήθως υπάρχει αβεβαιότητα και πιθανολογία στην εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων. Αναπόφευκτα, οι απόψεις την ερευνητών, επηρεάζονται από την προσωπική κουλτούρα, αλλά και τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, (275) ώστε σπάνια μπορεί να δει κανείς μια απροκατάληπτη ανάλυση και μάλιστα με βάση καθαρά επιστημονικά κριτήρια, όπως την αντικειμενική παρατήρηση, καταγραφή και ανάλυση των συμπτωμάτων κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Έτσι είναι προφανές ότι όταν κάποιος, εκ των προτέρων, δεν πιστεύει στην ύπαρξη των δαιμόνων, θα προσπαθήσει «πάση θυσία», να ερμηνεύσει τα δεδομένα με βάση αυτή του την προκατάληψη (276). Για το λόγο αυτό, η αναγκαιότητα διεπιστημονικής προσέγγισης ή ειδικών σπουδών, τονίζεται από ερευνητές που έχουν ασχοληθεί με το θέμα αυστηρά επιστημονικά (277).
Μέσα στον αριθμό αυτό υπάρχουν και μερικές ενδιαφέρουσες εργασίες, που αποτυπώνουν επιδημιολογικά, στατιστικά, τη στάση του γενικότερου ή κάποιου ειδικού πληθυσμού (όπως είναι αυτός που καταφεύγει στους ειδικούς λόγω συγκεκριμένης ψυχολογικής αιτιολογίας), απέναντι στις περιπτώσεις δαιμονισμών και γενικά στην επίδραση των σκοτεινών δυνάμεων πάνω στην ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του ατόμου. (278) Έτσι μεγάλο ποσοστό ατόμων που δηλώνουν ότι θρησκεύουν και τυχαίνει να υποφέρουν από νευρωτικά συμπτώματα, μπορεί να αποδίδουν αυτά (48%) πιθανότατα, σε δαιμονισμό ή δαιμονική επίδραση. (279) Το ποσοστό αυτό πλησιάζει παραδόξως τις απόψεις ψυχωτικών ατόμων (56%) για το ίδιο θέμα, σύμφωνα με την ίδια έρευνα. Επίσης υπάρχει μία εργασία προερχόμενη από ορθόδοξο περιβάλλον, που αναφέρεται στις απόψεις των σύγχρονων αγίων και πατέρων της ορθοδόξου εκκλησίας. (280)

3. ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ

 Θεωρούμε απαραίτητο πριν αναφερθούμε σε περιπτώσεις φαινομενολογίας δαιμονισμού, από καθαρά ψυχολογική άποψη, να σημειώσουμε λίγα προαπαιτούμενα πράγματα που ισχύουν σήμερα στον τομέα της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας.
Μεγάλος προβληματισμός αλλά και επιστημονική ενασχόληση και έρευνα υπήρξε κατά τις τελευταίες δεκαετίες στον τομέα της κατάταξης των ψυχολογικών διαταραχών και κατά συνέπεια των κριτηρίων βάσει των οποίων αυτές ταξινομούνται, αλλά και γίνεται η διάγνωση τους. Το αποτέλεσμα δεν είναι ακόμη απόλυτα οριστικό (και αυτό πιστεύουμε ότι είναι και ένα πλεονέκτημα, για έναν τόσο ευαίσθητο κλάδο, όπως η ψυχολογία) και μάλιστα υφίσταται συνεχείς αναθεωρήσεις που επηρεάζονται και από τις κοινωνικοπολιτικές απόψεις που σε κάθε εποχή κυριαρχούν. Φαίνεται να κυριάρχησαν σε παγκόσμιο επίπεδο οι προσπάθειες της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας να βάλει μια τάξη στην κατάταξη των ψυχολογικών διαταραχών, όχι αυθαίρετα, αλλά μετά από εκτεταμένες έρευνες διεπιστημονικών ομάδων και αναλύσεις επιστημονικών δεδομένων και επιδημιολογικών ερευνών. Έτσι αναπτύχθηκε το εγχειρίδιο DSM (281), που πλέον κυκλοφορεί στην 4η έκδοση, με αρκετές αναθεωρήσεις ενδιάμεσα.
Το βασικό στοιχείο που ερευνάται και εκτιμάται από το DSM-IV είναι η νοητική διαταραχή, είτε σαν εκδήλωση συναισθημάτων (άγχος, κατάθλιψη, φοβίες) είτε σαν διαταραχή συμπεριφοράς του ατόμου. Με την προϋπόθεση ότι όλα αυτά, επιφέρουν σημαντική ελάττωση της λειτουργικότητας του, κοινωνική δυσλειτουργία ή το εκθέτουν σε κίνδυνο. Γίνεται εκτίμηση της νοητικής διαταραχής σε ποιοτική αλλά και ποσοτική βάση, ώστε να αξιολογηθεί η βαρύτητα και να υπολογισθεί ενδεχόμενη πρόγνωση της πορείας.
Υπήρξε τάση να χρησιμοποιηθούν κριτήρια ολοένα και πιο «αντικειμενικά» με βάση λεπτομερείς καταλόγους, από πιθανά υποκειμενικά συμπτώματα (ποιοτικά και ποσοτικά) αλλά και τους κοινωνικούς παράγοντες που ενδεχομένως τα προκάλεσαν. Επίσης αναπτύχθηκαν πολλαπλοί άξονες με σκοπό την πληρέστερη κάλυψη της ψυχολογικής διαταραχής ή μάλλον της ολότητας της προσωπικότητας του ατόμου, με πολλές παραμέτρους προσδιορισμού.
Ο άξονας Ι περιλαμβάνει τα διάφορα ψυχιατρικά σύνδρομα, ο άξονας II συμπεριλαμβάνει τις αναπτυξιακές διαταραχές και τις διαταραχές της προσωπικότητας. Ο άξονας III περιλαμβάνει τις ψυχοσωματικές διαταραχές και τις σωματικές παθήσεις που έμμεσα ή άμεσα επηρεάζουν την ψυχολογία του ατόμου. Ο άξονας IV αναφέρεται στους εξωγενείς προδιαθετικούς παράγοντες. Ο άξονας V τέλος αναφέρεται στο επίπεδο της λειτουργικότητας του ατόμου.
Βέβαια παρά την πρόοδο στο διαγνωστικό τομέα, που είναι χρήσιμη για την ταυτοποίηση των ψυχολογικών διαταραχών και τη διεπιστημονική συνεργασία και συνεννόηση, υπάρχουν ακόμη αρκετές αδυναμίες που επισημαίνονται από πολλούς ερευνητές και μελλοντικά θα γίνουν σίγουρα μοχλός για παραπέρα εξελίξεις. Μία από αυτές είναι ότι η φαινομενολογία, στην οποία στηρίζεται το DSM-IV, αποτελεί μόνον τις εξωτερικές εκδηλώσεις, που όμως δεν μπορούν πάντα να δώσουν μια ακριβή εικόνα του τι γίνεται μέσα στην «ψυχή» του ατόμου. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να δώσει πληροφορίες για τα κίνητρα και τις ενδοψυχικές συγκρούσεις. Ακόμη, γενικότερες θεωρήσεις άλλων επιστημόνων αντιτείνουν ότι τα όρια μεταξύ διαταραχής και φυσιολογικότητας δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν απόλυτα, αλλά ούτε και να παραμείνουν σταθερά. (282) Αυτή την αδυναμία προσπαθεί να καλύψει η σύγχρονη διαγνωστική, βάζοντας συνδυασμούς πολλαπλών κριτηρίων για την τελική διάγνωση μιας ψυχολογικής διαταραχής.

4. ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΥ «ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΥ»
 Θα αναφερθούμε κατ’ αρχήν σε περιπτώσεις ψυχολογικού «δαιμονισμού». Για να ακριβολογήσουμε, πρόκειται περισσότερο, για περιπτώσεις, όπου το ίδιο το άτομο, ισχυρίζεται ότι έχει καταληφθεί από δαιμόνια και προσέρχεται μόνο του ή με συνοδεία, στους «ειδικούς» εξορκιστές ή αργότερα σε γιατρούς και ψυχοθεραπευτές, για να το βοηθήσουν. Άρα πρόκειται μάλλον για περιπτώσεις υποτιθέμενου δαιμονισμού και όχι πραγματικού δαιμονισμού, χωρίς να αποκλείεται κατ’ αρχήν, πιστεύουμε και η συνύπαρξη και των δύο (μέσα στην ίδια έρευνα) σε ορισμένες περιπτώσεις, εν αγνοία των ερευνητών. (283)
Πάντως στο σημείο αυτό είναι σκόπιμο να σχολιαστεί «ψυχοδυναμικά» και το γεγονός ότι συχνά αποφεύγεται η εκτεταμένη αντιμετώπιση τέτοιων «υπερφυσικών» φαινομένων από την «επίσημη» επιστήμη, με μια τάση εκ των προτέρων απόρριψης και περιφρόνησης, που βέβαια προδίδει εύκολα ότι τα κίνητρα κάθε άλλο παρά επιστημονικά μπορεί να είναι. Το κενό καλύπτεται συχνά, από περίεργους «ερευνητές» και ψευτοειδικούς διαφόρων προελεύσεων, τη στιγμή μάλιστα που τα τελευταία χρόνια, υπάρχει ένα αυξημένο ενδιαφέρον του κόσμου για κάθε είδους φαινόμενα που έχουν σχέση με τον αποκρυφισμό, μαγεία, διάβολο και το μεταφυσικό. (284)
Η επιστημονική έρευνα όμως, απαιτεί συστηματική παρατήρηση και καταγραφή, καθώς και πείραμα ή κάποια εφαρμογή, πράγματα που συχνά απουσιάζουν ή συγκαλύπτονται από τις έρευνες. Την ίδια στιγμή, λίγοι πραγματικοί ερευνητές, αντί να συγκαλύπτουν, ομολογούν τις όποιες αδυναμίες τους και τα ευαίσθητα σημεία των ερευνών τους. (285)
Και για να επανέλθουμε στο κυρίως θέμα μας, που είναι στο κεφάλαιο αυτό η φαινομενολογία (ψυχολογικού) δαιμονισμού, η περίπτωση της ψύχωσης πρέπει και αυτή να εξεταστεί, αν και είναι σχετικά εύκολο να ταυτοποιηθεί και να αντιμετωπιστεί, κατ’ εξοχήν φαρμακευτικά, αλλά και ψυχοθεραπευτικά. (286)  Το πρόβλημα εδώ παραμένει σοβαρό στις περιπτώσεις όπου οι πάσχοντες, χωρίς να διαγνωστούν, οδηγούνται από τους συγγενείς των σε μάγους και εξορκιστές με τραγικές πολλές φορές συνέπειες, ακόμη και τελική κατάληξη το θάνατο. (287)
 Στην περίπτωση των νευρώσεων, έχουμε μεγαλύτερη ποικιλομορφία. Ήδη ο Φρόυδ (288), στην προσπάθεια να δώσει μια ερμηνεία σε κάποια ψυχολογικά φαινόμενα, είχε αναφερθεί σε μια χαρακτηριστική σχετική περίπτωση, εκείνη του Haizmann, που τη χαρακτήρισε «δαιμονολογική νεύρωση». (289) Όμως νεότερες επιστημονικές απόψεις στον τομέα της ψυχοθεραπείας, αμφισβητούν την εγκυρότητα ενός τέτοιου, έστω ψυχολογικού μοντέλου, όπως αυτό της δαιμονοκατοχής, για την ερμηνεία κάποιας ψυχολογικής διαταραχής (distress). (290) Επίσης έγινε από πολλούς, όπως τον Jerome Frank, (291) προσπάθεια συσχετισμού (άστοχου κατά τη γνώμη μας) των εξορκισμών της παλαιότερης εποχής, με την σημερινή ψυχοθεραπεία, που είναι υποτίθεται το σημερινό ισοδύναμο τους και σαν μοντέλο, έχει πολλές ομοιότητες με αυτούς!
 Οι κατέχουσες δυνάμεις στην ψυχολογία των «αντικειμενότροπων σχέσεων» (μια από τις σύγχρονες Σχολές Ψυχολογίας), δεν είναι βέβαια δαίμονες και ξωτικά του μεσαίωνα, αλλά τα κατέχοντα «καλά και κακά αντικείμενα» της πρώιμης ενδοψυχικής ζωής και εγκαθίστανται μέσα από διεργασίες «ενδοβολής» και «ενσωμάτωσης», σαν αντίδραση στην ένταση της πρώιμης σχέσης μητέρας-παιδιού. Η «ενδοβολή» (introjection) είναι μια ασυνείδητη ψυχολογική λειτουργία (αναφέρεται και σαν μηχανισμός άμυνας) εσωτερίκευσης, της αναπαράστασης ενός εξωτερικού αντικειμένου, με σκοπό τη σταθερή εσωτερική παρουσία του. (292) Στην περίπτωση του «κακού» αντικειμένου, διενεργείται, με σκοπό την αποφυγή του άγχους από την εξωτερική παρουσία του αντικειμένου, που ελέγχεται πλέον εσωτερικά, με το μηχανισμό αυτόν. (293) Ειδικότερη περίπτωση είναι εκείνη της «ενσωμάτωσης» (incorporation) όπου η εσωτερίκευση αφομοιώνεται από το υποκείμενο, μέσα στον εαυτό του, μέσα από μια διεργασία συμβολικής (αρχέγονης) στοματικής πρόσληψης.
Από ψυχαναλυτική άποψη, τα υστερικά συμπτώματα ερμηνεύονται σαν εκδηλώσεις απωθημένων ενορμήσεων, κατ’ εξοχήν σεξουαλικών. (294) Πρόκειται δηλαδή για έκφραση μη αποδεκτών επιθυμιών, μέσα στο πλαίσιο του «δαιμονισμού» (295), που αποτελεί, με τον τρόπο αυτό, το μέσο για την εξωτερίκευση στοιχείων απαγορευμένων για το «εγώ».
Αν το δούμε με ορολογία επικοινωνίας με το περιβάλλον, θα πούμε ότι πρόκειται για μια προσωπική, αλλά και πολιτισμική γλώσσα επικοινωνίας του ατόμου με το περιβάλλον στο οποίο ανήκει. Έτσι γίνεται μια έμμεση επικοινωνία, μέσω μιας συμβολικής (σωματικής) γλώσσας, μετά από ανάλογη μετάφραση και μετατροπή σε συμπτώματα, των σχετικών συγκρούσεων ή απωθημένων, απαγορευμένων ενορμήσεων του ατόμου. Σύμφωνα με την παραπάνω λογική, μπορεί κανείς να προβλέψει ότι τα συμπτώματα αυτά, θα παρατηρηθούν συχνότερα σε ορισμένους πληθυσμούς όπως: α) γυναίκες (όπου κανείς συχνότερα παρατηρεί τα υστερικά φαινόμενα, αλλά και θρησκευτικές εκδηλώσεις) β) άτομα ηλικίας (νεαρής) όπου οι σεξουαλικές ενορμήσεις είναι περισσότερο έντονες και πιο πιθανό να προκληθούν, γ) σε άτομα που εμφανίζουν καταπιεσμένη σεξουαλικότητα (είτε γυναικεία είτε ομοφυλοφιλική).
 Μπορεί όμως να πρόκειται και για απωθημένες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, σεξουαλικού περιεχομένου, όπως όχι σπάνια αναφέρεται η σεξουαλική κακομεταχείριση, από άτομα του συγγενικού περιβάλλοντος. (296)  Στις περιπτώσεις αυτές, επειδή πρόκειται για άτομα πολύ κοντινά, συναισθηματικά, δεν είναι δυνατόν να εκφραστούν τα έντονα αιμομικτικά ή επιθετικά συναισθήματα τους και καταπιέζονται μέσα στην ψυχή του παιδιού. Όμως κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορεί να αναδυθούν στην επιφάνεια και να εκφραστούν, μέσα από «υστερικά» συμπτώματα και μάλιστα με τη μορφή φαινομενολογίας δαιμονισμού. (297) Είναι φανερή η εξυπηρέτηση των «δαιμόνων» στην περίπτωση αυτή, αφού μας διευκολύνουν να εκφράσουμε πολύ άσχημα συναισθήματα και μάλιστα συμπεριφορές που θεωρούνται, από ηθική μάλιστα άποψη, για πολλούς, θανάσιμα αμαρτήματα. Και όλα αυτά χωρίς κανένα προσωπικό «κόστος», αφού δεν πρόκειται υποτίθεται για δική μας έκφραση, αλλά για δαιμονική κατοχή. Τα «κακά πνεύματα» τότε, μπορούν να προσωποποιήσουν κάποιους παιδεραστές ή ομοφυλόφιλους εισβολείς, για το συγκεκριμένο άτομο.

Λεπτομέρεια από τον έργο του Ν. Ασπιώτη «Ο ουρανός» του ναού του Κύπριου Αγίου Σπυρίδωνος στην νήσο Κέρκυρα. (Πηγή: Arte Bizantina e Post-Bizantina a Corfu. Monumenti, Icone, Cimeli, Civilta.Corfu 1994, σελ. 159)

Έτσι η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα θα μπορούσε να εκφραστεί μέσα από το δαιμονισμό, μέσα από συμβολική απομίμηση σεξουαλικών στάσεων ή ακόμη και μη σεξουαλικών ενορμήσεων, ειδικών όμως για το συγκεκριμένο πολιτισμικό πλαίσιο. (298)
Αναφέρονται πάντως, από ερευνητές και περιπτώσεις υπόδυσης δαιμονισμού, σαν συμβολική έκφραση καταπιεσμένων θρησκευτικών συναισθημάτων και μάλιστα αντίσταση εφαρμογής του ηθικού νόμου, αμφισβήτηση ιερών κειμένων, ασπασμός άλλης θρησκείας ή σοβαρές εγκληματικές πράξεις. (299) Εδώ είναι φανερό ότι πρόκειται για συμπεριφορές που θεωρούνται βλάσφημες ακόμη και να τις σκεφτεί κανείς. Το άτομο ανακουφίζεται από τις προσωπικές ενοχές, καθώς τις «προβάλλει» στους δαίμονες εισβολείς. (300)
Πέρα από τα υποσυνείδητα κίνητρα ενός ατόμου, που μπορεί να εμφανίζει υστερικά συμπτώματα, με τη μορφή κάποιου δαιμονισμού, υπάρχουν και τα δευτερογενή ωφέλη, που συχνά είναι ορατά. Αυτά μπορεί να είναι: το να γίνει το άτομο, το επίκεντρο του ενδιαφέροντος σε κάποιο συγκεκριμένο περιβάλλον. Επίσης το να προσελκύσει σεβασμό ή τη συμπάθεια ή τη φροντίδα των άλλων. Έτσι και το ίδιο ανακουφίζεται, αφού έστω για άσχετο λόγο, επιτυγχάνει αυτό το οποίο θα επιθυμούσε, έστω για διαφορετικούς λόγους.
5. ΕΙΔΗ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ (ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΥ) «ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΥ»
Ορισμένοι ερευνητές όπως ο Oesterreich διακρίνουν δυο περιπτώσεις φαινομενολογίας «δαιμονισμού». Στην περίπτωση του ψυχαναγκαστικού τόπου, έχουμε απουσία της συμμετοχής του «εγώ», που δείχνει να εμποδίζει την πλήρη κατάληψη από τον υποτιθέμενο «διάβολο», που ακόμη και από το ίδιο το άτομο γίνεται αντιληπτός σαν ξένο σώμα. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί πρακτικά, να προβάλει αντίσταση σε όσα ο διάβολος διατάσσει. (301) Άρα, το άτομο έχει πλήρη επίγνωση της καταστάσεως του, σαν παθητικός θεατής, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει έλεγχο των ψυχαναγκαστικών του πράξεων.
Η δεύτερη περίπτωση είναι περισσότερο χαρακτηριστική, με «υστερική» προέλευση και διασχιστικά χαρακτηριστικά. Το άτομο ενεργεί σαν υπνοβάτης, χωρίς να έχει προφανή έλεγχο και επίγνωση της συμπεριφοράς του. Έτσι «εκδραματίζει» σα να βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο του υποτιθέμενου προσωπικού δαίμονα. Αυτή η περίπτωση μας θυμίζει περισσότερο τον πραγματικό δαιμονισμό.
 Ωστόσο υπάρχει μεγάλη ποικιλομορφία συμπτωμάτων και από την παλαιότερη βιβλιογραφία (Guazzo, 1608)302 μερικά από τα οποία είναι εντυπωσιακά και χαρακτηριστικά όπως η «γλωσσολαλία». Ο καθηγητής  (303) προσπαθεί να την εξηγήσει και πάλι σαν «νευρωτικό» φαινόμενο, με την έννοια ότι ένα άτομο βρισκόμενο κάτω από πίεση, μπορεί να εκφραστεί απροσδόκητα σε άλλη διάλεκτο, που πιθανόν να γνώριζε από παλιότερα και δε χρησιμοποιούσε για μεγάλο διάστημα! Αν και με κάποια επιφύλαξη, καταλήγει ότι ο δαιμονισμός του χθες, πρέπει να αντιστοιχεί στη νεύρωση του σήμερα, όπως ισχυρίστηκε και ο Φρόυδ, οπότε αναρωτιέται με το στόμα του αγγλικανού επισκόπου Hanson (304) (1975) «πώς εξακολουθούμε να κάνουμε εξορκισμούς, αφού δεν πιστεύουμε στην παρουσία των δαιμόνων;»

6. ΠΑΡΑΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
 Εκτός από τις περιπτώσεις ψευδό-δαιμονισμού που ψυχολογικά κατατάσσονται από τους ερευνητές, περισσότερο στο νευρωτικό φάσμα των διαταραχών, υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις, όπως αυτές που προβλήθηκαν από τον Ehrenwald (1975) (305) που ανοιχτά αναγνωρίζει, υπαρκτά παραψυχολογικά στοιχεία του φαινομένου, όπως «ικανότητα του προικισμένου ατόμου (διαμεσολαβητή) να εντοπίζει τηλεπαθητικά γεγονότα και να τα οδηγεί μέσα σε μια φαινομενικά αυτόνομη δευτερογενή προσωπικότητα». (306) Μάλιστα για να μας πείσει ψυχολογικά για την ύπαρξη του, το συγκρίνει με ανάλογο φαινόμενο της «υπερευαισθησίας παρανοϊκών σχιζοφρενών, σε ανάλογα ερεθίσματα» που αν και παρατηρείται μερικές φορές, όμως είναι σήμερα εξακριβωμένο ότι ποτέ δε δίνει στον ασθενή υπερφυσικά χαρίσματα και ιδιότητες (όπως σε περασμένους αιώνες είχε υποτεθεί από μερικούς)! Ο ίδιος ερευνητής (αφού δεν πιστεύει σε ύπαρξη δαιμόνων) προτείνει για άλλες περιπτώσεις ότι οφείλονται σε «συναισθηματικό επηρεασμό» ή «μαζική υποβολή», κάτω από συνθήκες συναισθηματικής φόρτισης και ψυχολογικής παλινδρόμησης! Όμως ο W H Trethowan (1976) (307) που και ο ίδιος δεν παραδέχεται την ύπαρξη δαιμόνων, θεωρεί ότι ανάλογες απόψεις αποτελούν «επιστημονική οπισθοδρόμηση», και ο ίδιος προσπαθεί να δώσει άλλες, καθαρά ψυχολογικές, ερμηνείες και μάλιστα χρησιμοποιώντας με δογματική «ευλάβεια» (αυτούσια!) κείμενα του Φρόυδ.
Είναι φανερό, πως ό,τι δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει στο μυαλό του, το απορρίπτει, έστω και χωρίς αποδείξεις. Αλλά εδώ ακριβώς έγκειται η κρισιμότητα του πράγματος, ότι στον πραγματικό δαιμονισμό, δεν έχουμε να κάνουμε με επιστημονικό, ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά με υπερφυσική κατάσταση, για την οποία θα πρέπει να έχουμε ειδική ενημέρωση και γνώση. (308) Διαφορετικά δε μας φτάνουν οι επιστημονικές γνώσεις, για να δώσουμε τις ερμηνείες που ψάχνουμε. Ορισμένοι ερευνητές, έχουν το θάρρος να το επισημάνουν αυτό όπως ο A. Leon (309), που σε μια μελέτη του, όπου επί 7 χρόνια παρακολουθεί άτομα με αιτιάσεις και συμπτώματα δαιμονικών επιδράσεων, διαπιστώνει ότι μια γυναίκα από τα 20 άτομα που παρακολουθούσε, μετατρέπεται ξαφνικά σε ισχυρό μέντιουμ, παρά το ότι εκείνος προσπαθεί να ερμηνεύσει και πάλι το φαινόμενο, εν μέρει, με ψυχολογικές γενικότητες! 

7. ΙΑΤΡΟΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Μετά τη βιβλιογραφική ανασκόπηση που κάναμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, σχετικά με τις ιατρικές αναφορές στο δαιμονισμό, στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε :
α) Αν μπορούν να ερμηνευτούν με κάποιο ψυχολογικό ή ιατρικό τρόπο οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις των δαιμονιζομένων στα Ευαγγέλια και
β) Αν υπάρχουν ίσως μερικές περιπτώσεις, θεραπείας δαιμονιζομένων στα Ευαγγέλια, όπου δεν πρόκειται στην κυριολεξία για δαιμονισμό, αλλά για κάποια άλλη ασθένεια ή ψυχολογική εκδήλωση.
Επίσης σε συνάφεια με το προηγούμενο ερώτημα, απάντηση πρέπει να δοθεί και στο ερώτημα, μήπως ο Χριστός και οι Ευαγγελιστές χρησιμοποιούν κάποια ειδική ορολογία -τρόπο έκφρασης- για να εκφράσουν ορισμένες περιπτώσεις θεραπείας δαιμονιζομένων, ανάλογα με τις συνήθειες και τις προκαταλήψεις της εποχής τους. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνον τη θεολογία, αλλά και την ιστορική και ψυχοκοινωνική έρευνα και θα επιχειρηθεί στη συνέχεια αυτού του κεφαλαίου. Δεν είναι της παρούσης μελέτης να ασχοληθούμε με ζητήματα αξιοπιστίας των κειμένων της Κ.Δ. που τα θεωρούμε δεδομένα. (310)
 Θα εξετάσουμε πρώτα την κάθε περίπτωση ξεχωριστά, για να δούμε τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει από ιατρική και ψυχολογική άποψη και τα σχόλια που μπορεί να κάνει κάποιος απροκατάληπτος ερευνητής.
Ο δαιμονιζόμενος της συναγωγής στην Καπερναούμ (Μκ. α΄, 21 -28)

21 Καὶ εἰσπορεύονται εἰς Καπερναούμ· καὶ εὐθέως τοῖς σάββασιν εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγὴν ἐδίδασκε. 22 καὶ ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς. 23 Καὶ ἦν ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ, καὶ ἀνέκραξε 24 λέγων· Ἔα, τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ; ἦλθες ἀπολέσαι ἡμᾶς; οἶδά σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ. 25 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς λέγων· Φιμώθητι καὶ ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ. 26 καὶ σπαράξαν αὐτὸν τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον καὶ κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ. 27 καὶ ἐθαμβήθησαν πάντες, ὥστε συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντας· Τί ἐστι τοῦτο; τὶς ἡ διδαχὴ ἡ καινὴ αὕτη, ὅτι κατ' ἐξουσίαν καὶ τοῖς πνεύμασι τοῖς ἀκαθάρτοις ἐπιτάσσει, καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ; 28 καὶ ἐξῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εὐθὺς πανταχοῦ εἰς ὅλην τὴν περίχωρον τῆς Γαλιλαίας.

Κατά Μάρκον,  Κεφ.  Α΄  21-28


Από την αντικειμενική εξέταση του περιστατικού αυτού (μέσα πάντοτε, από τις συγκεκριμένες διηγήσεις των ευαγγελιστών) διαπιστώνουμε τα εξής χαρακτηριστικά:
α) Ο δαιμονισμένος απευθύνεται στο Χριστό μιλώντας στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, σα να εκπροσωπεί πολλούς. Αυτό το πράγμα από ψυχολογική άποψη είναι αδύνατον να ερμηνευτεί, διότι ακόμη και αν είχαμε μια «πολλαπλή προσωπικότητα», όπως μπορεί κάποιος να ισχυριστεί θεωρητικά, αυτή θα εμφάνιζε τα δικά της χαρακτηριστικά, διαφορετικά κάθε φορά, αλλά σαν ένα πρόσωπο και όχι σαν πολλά ταυτόχρονα.
Αν υποθέσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ψυχωτικό (σχιζοφρενή), πάλι φαίνεται απίθανο, αν όχι αδύνατο, (311) να εκφράζεται στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Απλώς θα νόμιζε τον εαυτό του δαιμονισμένο ή ως την προσωποποίηση του σατανά, στη χειρότερη περίπτωση και θα μιλούσε στο πρώτο ενικό πρόσωπο. (312)  Άλλωστε το γεγονός ότι βρισκόταν μέσα στη συναγωγή, δείχνει ότι δεν επρόκειτο για ψυχοπαθή, διαφορετικά είναι απίθανο ότι θα του επιτρεπόταν η είσοδος εκεί.
β) Ο δαιμονισμένος αποκαλύπτει αλήθειες, που κανείς άλλος δε γνώριζε και δεν έπραξε. Λέει, για το Χριστό, ότι είναι από τη Ναζαρέτ, αλλά κυρίως το ότι είναι ο «Άγιος του Θεού», με ύφος και βεβαιότητα, σα να Τον γνωρίζει από παλιά και με σιγουριά. Τη στιγμή που ακόμη και οι ίδιοι οι μαθητές του Χριστού, είχαν κατά καιρούς αμφιβολίες και αβεβαιότητα για την αποστολή Του. Πολύ περισσότεροι οι άλλοι άνθρωποι, που Τον άκουγαν για πρώτη φορά, αλλά και οι γραμματείς. Άλλωστε αποκαλύπτει και την αλήθεια ότι ο Χριστός έρχεται για να καταλύσει το κράτος του Σατανά. Μια πληροφορία εξειδικευμένη, που δείχνει ότι μπορεί να την γνωρίζει μόνον με υπερφυσικό τρόπο (και κατά ειδική παραχώρηση Θεού).
γ) Όταν ο Χριστός επιτιμά το δαιμόνιο, εκείνο κραυγάζει, σπαράσσει τον άνθρωπο και μετά φεύγει. Εδώ θα μπορούσε κάποιος αυτόπτης μάρτυρας, να πιστοποιήσει τη διαφορά συμπεριφοράς του ανθρώπου προ και μετά την αποχώρηση του δαιμονίου, καθώς και την αλλαγή της φωνής του, αφού πλέον θα μιλούσε φυσιολογικά. Στο σημείο αυτό πάντως θα μπορούσε από ψυχολογική σκοπιά, να ισχυριστεί κάποιος ότι ο άνθρωπος έκανε μια «υστερική κρίση» (313) για να προσελκύσει την προσοχή του κόσμου και κατόπιν ηρέμησε, όμως όλα τα προηγούμενα και μάλιστα ο συνδυασμός τους, είναι αδύνατον νομίζουμε, να ερμηνευτούν με βάση κάποια ιατροψυχολογική άποψη.
Από την άλλη, πρέπει να σχολιάσουμε στο σημείο αυτό από ψυχολογική άποψη τη γνώμη μερικών μελετητών που θέλουν το Χριστό να μιλάει απευθυνόμενος προς τον κάθε ασθενή άνθρωπο, ανάλογα με τις αντιλήψεις του κόσμου για την πάθηση, όπως του θεωρούμενου ως δαιμονισμένου. Αυτό μπορεί να είναι αλήθεια, αλλά σε επίπεδο ορολογίας και όχι έκφρασης της αλήθειας. Δεν είναι δυνατόν μια ακέραια προσωπικότητα σαν το Χριστό, να μιλάει διαφορετικά, έτσι που να παραμορφώνεται η αλήθεια, μόνο και μόνο για να μην αλλάξει τη φρασεολογία των ανθρώπων που απευθύνονται σ’ αυτόν! Άλλωστε αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν αδύνατο να μην το σχολιάσει και ο ευαγγελιστής, για να μας επεξηγήσει τα γεγονότα, όπως γίνεται σε άλλες περιπτώσεις, όπου χρειάζεται να διαφωτιστεί ο αναγνώστης.
Στην περίπτωση που ο ευαγγελιστής μιλάει για «σεληνιαζομένους» ότι ο Χριστός τους έβγαζε τα δαιμόνια, προφανώς το κάνει διότι αυτή ήταν η έκφραση που χρησιμοποιούσαν πολλοί άνθρωποι για τις περιπτώσεις αυτές την εποχή εκείνη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε χρησιμοποιούνταν και για περιπτώσεις επιληψίας, (314) από την οποία μάλλον έχει την καταγωγή η λέξη, λόγω ίδιας συχνά φαινομενολογίας. Άλλωστε την εποχή εκείνη δεν υπήρχε επίσημη ιατρική και πολύ περισσότερο ξεκαθαρισμένη επιστημονικά ορολογία. Αυτό συνέβη πολύ αργότερα και μάλιστα στον προηγούμενο αιώνα. Και σήμερα στην εποχή μας έχουμε εκφράσεις που δεν είναι ακριβείς, αλλά αναγκαζόμαστε να τις χρησιμοποιούμε, ακόμη και οι ειδικοί, για να συνεννοούμαστε στη γλώσσα του κόσμου! Όπως η έκφραση «ψυχοπαθής» ή «τρελός» που δε σημαίνουν τίποτε για έναν ειδικό, αν δεν προσδιοριστούν με ακρίβεια τα συμπτώματα τους.

Ο δαιμονιζόμενος των Γεργεσηνών (Μκ. ε΄1-20)
1 Καὶ ἦλθον εἰς τὸ πέραν τῆς θαλάσσης εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν. 2 καὶ ἐξελθόντος αὐτοῦ ἐκ τοῦ πλοίου εὐθέως ἀπήντησεν αὐτῷ ἐκ τῶν μνημείων ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ, 3 ὃς τὴν κατοίκησιν εἶχεν ἐν τοῖς μνήμασι, καὶ οὔτε ἁλύσεσιν οὐδεὶς ἠδύνατο αὐτὸν δῆσαι, 4 διὰ τὸ αὐτὸν πολλάκις πέδαις καὶ ἁλύσεσι δεδέσθαι, καὶ διεσπάσθαι ὑπ' αὐτοῦ τὰς ἁλύσεις καὶ τὰς πέδας συντετρῖφθαι, καὶ οὐδεὶς ἴσχυεν αὐτὸν δαμάσαι· 5 καὶ διὰ παντὸς νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν τοῖς μνήμασι καὶ ἐν τοῖς ὄρεσιν ἦν κράζων καὶ κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις. 6 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ μακρόθεν ἔδραμε καὶ προσεκύνησεν αὐτὸν, 7 καὶ κράξας φωνῇ μεγάλῃ λέγει· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; ὁρκίζω σε τὸν Θεόν, μή με βασανίσῃς. 8 ἔλεγε γὰρ αὐτῷ· Ἔξελθε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον ἐκ τοῦ ἀνθρώπου. 9 καὶ ἐπηρώτα αὐτόν· Τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων· Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.
10 καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ ἵνα μὴ ἀποστείλῃ αὐτοὺς ἔξω τῆς χώρας. 11 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων μεγάλη βοσκομένη πρὸς τῷ ὄρει· 12 καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν πάντες οἱ δαίμονες λέγοντες· Πέμψον ἡμᾶς εἰς τοὺς χοίρους, ἵνα εἰς αὐτοὺς εἰσέλθωμεν. 13 καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς εὐθέως ὁ Ἰησοῦς. καὶ ἐξελθόντα τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους· καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν δὲ ὡς δισχίλιοι καὶ ἐπνίγοντο ἐν τῇ θαλάσσῃ. 14 καὶ οἱ βόσκοντες τοὺς χοίρους ἔφυγον καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς· καὶ ἐξῆλθον ἰδεῖν τί ἐστι τὸ γεγονός. 15 καὶ ἔρχονται πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ θεωροῦσι τὸν δαιμονιζόμενον καθήμενον καὶ ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα, τὸν ἐσχηκότα τὸν λεγεῶνα, καὶ ἐφοβήθησαν. 16 καὶ διηγήσαντο αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐγένετο τῷ δαιμονιζομένῳ καὶ περὶ τῶν χοίρων. 17 καὶ ἤρξαντο παρακαλεῖν αὐτὸν ἀπελθεῖν ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν. 18 καὶ ἐμβαίνοντος αὐτοῦ εἰς τὸ πλοῖον παρεκάλει αὐτὸν ὁ δαιμονισθεὶς ἵνα μετ' αὐτοῦ ᾖ. 19 καὶ οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν, ἀλλὰ λέγει αὐτῷ· Ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ ἀνάγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι ὁ Κύριος πεποίηκε καὶ ἠλέησέ σε.
20 καὶ ἀπῆλθε καὶ ἤρξατο κηρύσσειν ἐν τῇ Δεκαπόλει ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ πάντες ἐθαύμαζον.

Κατά Μάρκον, Κεφ. Ε΄ 1-20


Στην περίπτωση του δαιμονιζομένου των Γεργεσηνών έχουμε να κάνουμε με μια συμπεριφορά ανθρώπου πλήρως διαταραγμένη. Είμαστε αναγκασμένοι και εδώ να δώσουμε μια ψυχολογική ερμηνεία για τη συμπεριφορά αυτή, που χαρακτηρίζεται από έντονα αντικοινωνικά και αυτοκαταστροφικά στοιχεία.
Ο άνθρωπος έμενε μακρυά από την πόλη και τους άλλους ανθρώπους, στις έρημους και τα νεκροταφεία. Δεν μπορούσαν οι συμπολίτες του, να τον περιορίσουν ούτε με αλυσίδες. Κυκλοφορούσε γυμνός, με όλες τις καιρικές συνθήκες, φώναζε και τραυμάτιζε το σώμα του με πέτρες. Το στοιχείο όμως που ψυχιατρικά «επιπλέκει» τα πράγματα, (315) είναι η διαφορετική συμπεριφορά του ανθρώπου αυτού, από τη στιγμή που είδε το Χριστό, πριν ακόμη θεραπευτεί! Φάνηκε τότε συζητήσιμος, ήρεμος και ήρθε κοντά να Τον προσκυνήσει, σύμφωνα με τη διήγηση των ευαγγελιστών. Παράλληλα έχουμε μια στιχομυθία (φαινομενικά) μεταξύ του ανθρώπου και του Χριστού που είναι άκρως διαφωτιστική.
Οι πιθανές ψυχιατρικές διαγνώσεις στις οποίες θα μπορούσε να μας παραπέμψει η κατάσταση του, είναι κυρίως η σχιζοφρένεια και μια σοβαρή διαταραχή της προσωπικότητας (διασχιστική) ή διπλή προσωπικότητα (DID316).
Πράγματι η σχιζοφρένεια (παρανοϊκού κυρίως τύπου) φαίνεται κατ’ αρχήν, να είναι εκείνη που ταιριάζει περισσότερο σε μια ανάλογη περίπτωση. Σε προχωρημένα στάδια της νόσου, ο άνθρωπος γίνεται ανυπέρβλητα ενοχλητικός για το περιβάλλον του και πιθανότατα επικίνδυνος, καθότι υποψιάζεται τους πάντες και τα πάντα και βλέπει παντού εχθρούς, ώστε τελικά ο ίδιος να συμπεριφέρεται επιθετικά στο περιβάλλον του, αλλά μπορεί και αυτοκαταστροφικά. Σε προχωρημένες καταστάσεις, δεν είναι απίθανο το να κυκλοφορεί γυμνός, χωρίς καμιά ντροπή και μάλιστα τα άτομα αυτά μπορεί να έχουν μεγαλύτερη αντοχή στις καιρικές συνθήκες. Είναι συχνό το να πιστεύει ότι του έχουν κάνει μάγια ή το ότι τον επηρεάζουν από μακρυά με υπερφυσικούς τρόπους. Σπανιότερα και το να πιστέψει ότι ο ίδιος διαθέτει υπερφυσικές δυνατότητες, συνήθως από το Θεό και μάλιστα ότι έχει μια ειδική αποστολή στον κόσμο. Αλλά ακόμη σπανιότερα, μπορεί να πιστεύει ότι έχει δυνάμεις και από το διάβολο, ακόμη και το να είναι ο αρχηγός των δαιμόνων. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να μας θυμίσει το δαιμονισμένο της περικοπής.
Εκείνα όμως που στην περίπτωση μας αποκλείουν το ενδεχόμενο ψυχοπάθειας είναι:
α) Το γεγονός ότι δε μιλάει ο ίδιος ο άνθρωπος, αλλά οι δαίμονες μέσα από το στόμα του. Φαίνεται μάλιστα κάποια στιγμή ότι μέσα από τον άνθρωπο βγαίνουν περισσότερες φωνές, σαν φωνές πλήθους, (317) από όλα τι δαιμόνια που ικετεύουν το Χριστό να τους στείλει στους χοίρους. Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί σε μια ψυχοπάθεια, όπου ο άνθρωπος έχει μια συγκεκριμένη φωνή, έστω κι αν αυτή αλλοιωθεί κάποια στιγμή. Είναι αδύνατο δηλαδή, να μιλάει με δύο ή περισσότερες φωνές ταυτόχρονα!
β) Το περιεχόμενο της ομιλίας στον σχιζοφρενή είναι παράλογο, με αλλόκοτες ιδέες επιδράσεως από το περιβάλλον ή εξωγήινες δυνάμεις, συσχετίσεως άσχετων πραγμάτων, καταδιώξεως με φοβικό παραλήρημα κλπ. Στην περίπτωση του δαιμονισμένου δεν έχουμε βασικά παράλογες ιδέες, απλώς αποκαλύψεις πραγμάτων, που μπορεί να διαφεύγουν της προσοχής και γνώσεως των πολλών (όπως τα περί της ταυτότητος και της αποστολής του Χριστού). Αυτό μας παραπέμπει πάλι σε υπερφυσική γνώση πραγμάτων.
γ) Στην περίπτωση του δαιμονιζομένου των Γεργεσηνών, έχουμε φανερό το υπερφυσικό στοιχείο, αφού ο άνθρωπος έσπαζε τις αλυσίδες, πιθανότατα ζούσε με ελάχιστη ή και καθόλου τροφή, έλεγε πράγματα σωστά και μάλιστα εκείνα τα οποία δεν μπορούσε να ξέρει ο καθένας. Ήξερε το Χριστό από μακρυά, έστω κι αν δεν Τον είχε συναντήσει άλλοτε. Γνώριζε το όνομα, τη δύναμη Του, εν μέρει τουλάχιστον την αποστολή Του, όσο του ήταν δυνατόν, αφού Τον ονομάζει «Άγιο του Θεού».
Αναφορικά τώρα με τη διαταραχή της προσωπικότητας, πέρα από τα παραπάνω που αναφέρθηκαν, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε το γεγονός ότι ο άνθρωπος όταν ερωτάται από το Χριστό για το όνομα του, δεν υιοθετεί κάποιο συγκεκριμένο ρόλο, αλλά λέει ότι «είμαστε πολλοί». Αυτό και μόνον το γεγονός δεν υποδηλώνει κάποια διαταραχή προσωπικότητας με την επιστημονική έννοια του όρου και αποκλείει τη διπλή προσωπικότητα, όπου ο άνθρωπος αναλαμβάνει κάθε φορά διαφορετικό ρόλο, χωρίς να γνωρίζει συνειδητά ότι παίρνει διαφορετικούς ρόλους. Σε καμιά περίπτωση πάντως δε μιλάει τότε, σα να πρόκειται για πολλούς! Άλλωστε δε θα είχαμε και την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, όπως στην περίπτωση μας.
Τέλος το γεγονός, που προκύπτει από την εξιστόρηση του περιστατικού, ότι οι χοίροι όρμησαν και έπεσαν στη θάλασσα, όταν ελευθερώθηκε ο δαιμονιζόμενος άνθρωπος, από το Χριστό, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ούτε ιατρικά, ούτε ψυχολογικά. Λογικά, η μόνη εξήγηση μένει, ότι δαιμονίστηκαν και οδηγήθηκαν σε πνιγμό από τους δαίμονες, και καμιά άλλη ερμηνεία δεν μπορεί να ευσταθεί εναλλακτικά! Όπως για παράδειγμα της αυθυποβολής (!) όπως θα επέμεναν κάποιοι δύσπιστοι σε ανάλογες περιπτώσεις εξήγησης άλλων θαυμάτων...

Η δαιμονιζόμενη κόρη της Συροφοινίκισσας (Μκ.ζ΄ 24-30 & Ματθ. ιε΄ 21-28)
24 Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἀπῆλθεν εἰς τὰ μεθόρια Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ εἰσελθὼν εἰς οἰκίαν οὐδένα ἤθελε γνῶναι, καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν. 25 ἀκούσασα γὰρ γυνὴ περὶ αὐτοῦ, ἧς εἶχε τὸ θυγάτριον αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἐλθοῦσα προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ· 26 ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει· καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα τὸ δαιμόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· Ἄφες πρῶτον χορτασθῆναι τὰ τέκνα· οὐ γάρ ἐστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ τοῖς κυναρίοις βαλεῖν. 28 ἡ δὲ ἀπεκρίθη καὶ λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε· καὶ τὰ κυνάρια ὑποκάτω τῆς τραπέζης ἐσθίουσιν ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν παιδίων. 29 καὶ εἶπεν αὐτῇ· Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὕπαγε· ἐξελήλυθε τὸ δαιμόνιον ἐκ τῆς θυγατρός σου.
30 καὶ ἀπελθοῦσα εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς εὗρε τὸ παιδίον βεβλημένον ἐπὶ τὴν κλίνην καὶ τὸ δαιμόνιον ἐξεληλυθός

Κατά Μάρκον, Κεφ. Ζ΄ 24-30

21 Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. 22 καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυῒδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. 23 ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτουν αὐτὸν λέγοντες· Ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. 24 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. 25 ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. 26 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. 27 ἡ δὲ εἶπε· Ναί, Κύριε, καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. 28 τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ιε΄  21-28


 Στην περίπτωση αυτή, πέρα από το γεγονός ότι μνημονεύεται καθαρά στα κείμενα ότι πρόκειται για πονηρό δαιμόνιο, έχουμε να κάνουμε τις εξής ιατροψυχολογικές παρατηρήσεις:
Α) Το γεγονός ότι η μητέρα της κόρης χαρακτήριζε από μόνη της την περίπτωση δαιμονισμό, σημαίνει ότι η κόρη αυτή είχε περιστασιακές κρίσεις (και μάλιστα άσχημες, όπως αναφέρεται) στα μεσοδιαστήματα των οποίων ήταν υγιής και φυσιολογική. Οι κρίσεις αυτές δεν μπορεί να ήταν υστερικού τύπου αλλά οδυνηρές για την κόρη, που υπέφερε αθέλητα από το δαιμόνιο. Και η ίδια προφανώς ανέφερε τις φοβερές αυτές εμπειρίες της και την ταλαιπωρία του δαίμονα. Παράλληλα η μητέρα έβλεπε τα αποτελέσματα και την έκφραση του δαιμονίου μέσα από τις κρίσεις της κόρης της.
Β) Αποκλείεται να μιλήσουμε για περίπτωση αυθυποβολής στη θεραπεία, όπως θα μπορούσαν μερικοί να ισχυριστούν σε ανάλογες περιπτώσεις, διότι το κορίτσι δεν ήταν παρόν, ώστε να βλέπει ή να ακούει και θεραπεύτηκε με ένα λόγο του Χριστού, από απόσταση. (318) Άλλωστε αυτό πιστοποιείται ότι έγινε την ώρα εκείνη, (319) που ήταν μακρυά, στο σπίτι της και δε γνώριζε τη συζήτηση της μητέρας της με το Χριστό.
Γ) Το ότι βρήκε την κόρη της πάνω στο κρεβάτι, αλλά ελευθερωμένη από το δαίμονα, η μητέρα, υποδηλώνει μια ακόμη τυπική αποχώρηση του δαίμονα, την ώρα εκείνη, όταν αφήνει για τελευταία φορά τον ξενιστή του, αφού τον ταλαιπωρήσει και τον κάνει να σπαράζει μέχρι εξαντλήσεως. Πάντως στην περίπτωση του θαύματος αυτού δεν έχουμε άμεσες μαρτυρίες για την κατάσταση της κόρης, παρά κυρίως την περιγραφή της μητέρας.

Θεραπεία του δαιμονιζόμενου κωφάλαλου γιου (Μκ. θ΄ 17-29. Ματθ. ιζ΄ 14-21.  Λουκ. θ΄ 37-43)
17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρὸς σέ, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· Ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν.
20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ' εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ' ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτόν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτόν κατ' ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

Κατά Μάρκον, Κεφ. Θ΄ 17-29

14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ' ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ' ἰδίαν εἶπον· Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό;
20 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. 21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ιζ΄  14-21

37 Ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς. 38 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ ὄχλου ἀνεβόησε λέγων· Διδάσκαλε, δέομαί σου, ἐπιβλέψον ἐπὶ τὸν υἱόν μου, ὅτι μονογενής μοί ἐστι· 39 καὶ ἰδοὺ πνεῦμα λαμβάνει αὐτόν, καὶ ἐξαίφνης κράζει, καὶ σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ καὶ μόγις ἀποχωρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ συντρῖβον αὐτόν·
40 καὶ ἐδεήθην τῶν μαθητῶν σου ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτό, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν. 41 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀνέξομαι ὑμῶν; προσάγαγε τὸν υἱόν σου ὧδε.

Κατά Λουκά, Κεφ. Θ΄  37-41

Από τη διήγηση των ευαγγελίων έχουμε μια πλήρη περιγραφή των κρίσεων του δαιμονιζόμενου γιου με λιποθυμικές προσβολές, αφρούς από το στόμα, τρίξιμο των δοντιών και γενική παραλυσία. Όπως αναφερθήκαμε και σε σχετικό προγενέστερο κεφάλαιο, στα πλαίσια της θεολογικής ερμηνείας, η περίπτωση αυτή πρέπει να διαφοροδιαγνωστεί κυρίως από την επιληψία, (320) τις κρίσεις της οποίας (πρόκειται για ειδική υποπερίπτωση της λεγόμενης «μεγάλης επιληψίας»), εν μέρει, υποδύεται.
Πέρα από την παρόμοια φαινομενολογία της περιπτώσεως δαιμονισμού, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων, νευρολογικής και πνευματικής που διακρίνει τα πράγματα. Στην περίπτωση του δαιμονισμού η λιποθυμική κρίση του ανθρώπου επέρχεται, τη στιγμή που αντικρύζει τον Κύριο και προκαλείται από τη θέα αυτή, ενώ στην περίπτωση της ασθένειας η κρίση είναι άγνωστη, απροειδοποίητη και απρόοπτη και συνήθως δεν έχει σχέση με διακριτά γεγονότα.
Επίσης στην περίπτωση του δαιμονισμού, το δαιμόνιο ρίπτει τον άνθρωπο στο νερό και στη φωτιά για να τον καταστρέψει, πράγμα που παντελώς δεν υπάρχει στην ασθένεια της επιληψίας, ούτε έστω με τη μορφή κάποιας αυτοκαταστροφικής εκδήλωσης. Αυτή η ουσιαστική λεπτομέρεια που αναφέρεται στο κείμενο, αποκλείει και την οποιασδήποτε ψυχολογικής φύσεως «λιποθυμία», όπως την «μετατρεπτικής» αιτιολογίας («υστερική»), όπου ο άνθρωπος συστηματικά προσέχει που θα πέσει, μην πάθει κάτι ή τραυματιστεί.(321) Αφού σκοπός του είναι ασυνείδητα να προσελκύσει την προσοχή και συμπάθεια του περιβάλλοντος με τον «ανώριμο» αυτό τρόπο. Ατυχώς και οι περιπτώσεις αυτές (όπως και η επιληψία) κατά τον Μεσαίωνα θεωρήθηκαν από τη Δυτική εκκλησία, δαιμονικές επιδράσεις, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να οδηγηθούν στην πυρά και να έχουν φρικτό τέλος. (322) Αυτό όμως δε σημαίνει ότι και κάθε ύποπτη για δαιμονισμό περίπτωση πρέπει να θεωρείται επιληψία.
Είναι πάντως φανερό στην περίπτωση μας, ότι ο δαίμονας προσπαθεί να καταστρέψει ολοκληρωτικά τον άνθρωπο και θα το έκανε μέχρι τέλους, αν είχε τέτοιο δικαίωμα από το Θεό.(323)
 Ακόμη ειδικός και χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος ιάσεως, έτσι όπως αναφέρεται από τους ευαγγελιστές και ανταποκρίνεται στην εικόνα δαιμονισμού, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις. Εάν επρόκειτο για ασθένεια θα γινόταν αυτόματα και χωρίς το παιδί να κάνει νέα κρίση! Όμως είναι φανερό ότι ο δαίμων σε μια τελευταία προσπάθεια επίδειξης δύναμης, επί του ανθρώπου, αλλά και αντίστασης του, τον δυναστεύει και τον αφήνει λιπόθυμο, μέχρι να τον «αναστήσει» οριστικά, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ο Χριστός.
Μπορεί τέλος να συζητηθεί περισσότερο το ερώτημα, όχι ακριβώς της αξιοπιστίας, αλλά όπως το θέτουν κάποιοι μελετητές, εάν δηλαδή ο Χριστός εκφράστηκε με την ορολογία της εποχής Του, επειδή δεν μπορούσε να δηλώσει διαφορετικά τις διάφορες (άγνωστες υποτίθεται την εποχή εκείνη) ψυχολογικές καταστάσεις. Αυτό μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι γίνεται, σε κάποιο βαθμό, το να εκφράζεται δηλαδή με όρους της εποχής του, αλλά όχι όμως μέχρι του σημείου να θυσιαστεί η αλήθεια στο βωμό των προκαταλήψεων και της ορολογίας. Άλλωστε βλέπουμε ότι για χάρη της αλήθειας, ο Χριστός δε δίστασε να έρθει αντιμέτωπος με μεγάλα συμφέροντα και μάλιστα εκείνα των Γραμματέων και Φαρισαίων. Αν δεχτούμε τέλος έναν τέτοιο ισχυρισμό, θα πρέπει και να δεχτούμε ότι ο Χριστός υποκρινόταν όταν μιλούσε για δαιμόνια, αλλά και όταν ξεκάθαρα, απευθυνόταν προσωπικά σε αυτά πράγμα εντελώς άτοπο.
Τέλος υπάρχουν περιπτώσεις θεραπείας δαιμονιζομένων, όπως η περίπτωση του κωφάλαλου, που κανείς δε γνώριζε ότι επρόκειτο για δαιμόνιο και θα μπορούσε απλά να τον θεραπεύσει, αντί να επιτιμήσει τον δαίμονα, που προφανώς υπήρχε. Άρα τίποτε δεν Τον «υποχρέωνε» να εκφραστεί με συγκεκριμένο τρόπο. (324) Απλώς επρόκειτο πραγματικά για περίπτωση δαιμονισμού. Ένα ακόμη στοιχείο που μας πείθει για για την κυριολεξία της ορολογίας των ευαγγελιστών σχετικά με δαιμονισμό, είναι το γεγονός ότι ο Χριστός θεωρεί την απομάκρυνση των δαιμόνων από τον άνθρωπο, ουσιώδες διακριτό στοιχείο της αποστολής Του και μνημονεύει ξεχωριστά (Λκ.13, 32).

(Πηγή Φώτο: Δαιμονιζομένων Θεραπείες, π. Αντώνιος Στυλιανάκης Md., Mth., Παιδοψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής, Ψυχολογική και Θεολογική Έρευνα, Θεσσαλονίκη 2004, σελίδα 220)

8. ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΑΠΟ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Από τη μελέτη των περιστατικών δαιμονισμού στα ευαγγέλια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει ποιοτικά μια σαφής διάκριση, μεταξύ ασθένειας και δαιμονισμού.
Α) Όταν ο Ιησούς θεραπεύει τους δαιμονισμένους, απευθύνεται με προσωπικό τρόπο προς το αίτιο της παθήσεως δηλ. τον δαίμονα και τον διατάσσει να φύγει.
Πρόκειται λοιπόν για την επιτίμηση των πονηρών πνευμάτων, όπως αναφερθήκαμε στα επί μέρους κεφάλαια. Η περίπτωση είναι τόσο χαρακτηριστική, ώστε πολλές φορές να έχουμε και ολόκληρο διάλογο ερωταποκρίσεων του Ιησού με τα πονηρά πνεύματα (ερήμην του ξενιστή ανθρώπου) που φαίνεται ότι έχουν τον πλήρη έλεγχο, όπως στην περίπτωση των δαιμονιζομένων γεργεσηνών.
Εντελώς διαφορετική είναι η συμπεριφορά Του, σε περίπτωση θεραπείας ιατρικών νόσων. Στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί ένα άγγιγμα, άλλοτε μόνον η έκφραση της θελήσεως Του. Έτσι βλέπουμε να θεραπεύει την πεθερά του Πέτρου από τον πυρετό, πιάνοντας την από το χέρι και σηκώνοντας την (Μκ.1,31). Θεραπεύει τον λεπρό με ένα άγγιγμα λέγοντας «Θέλω, καθαρίσθητι» (Μκ.1,41) και τον κωφάλαλο «διανοίχθητι» (7,34), όπως και τον τυφλό της Βηθσαϊδά (Μκ.8,25) αλλά και σε άλλες περιπτώσεις (Βλ Μκ.6,56). Τον παραλυτικό της Καπερναούμ, λέγοντας «ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου» (Μκ.2,11). Άλλοτε προστάζοντας τον έχοντα ξηρά χείρα «Ἔκτεινον» (Μκ.3,5) ή όπως τον τυφλό της Ιεριχώ «Ὕπαγε, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Μκ.10,52) και την αιμορροούσα «ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου» (Μκ.5,34). Τέλος, για να αναφερθούμε τουλάχιστον σε περιστατικά από τον ευαγγελιστή Μάρκο, ανασταίνει την κόρη του Ιαείρου πιάνοντας την από το χέρι και παραγγέλοντάς της να σηκωθεί (Μκ.5,41)! Απευθύνεται δηλαδή προς τον πάσχοντα άνθρωπο και τον απαλάσσει ακαριαία του προβλήματος-ασθένειας. Σε αρκετές από αυτές, τις θεραπείες ιατρικών νόσων, τονίζεται η πίστη του εκουσίως προσερχόμενου προς θεραπείαν ατόμου, όπως στην περίπτωση του παραλυτικού της Καπερναούμ και της αιμορροούσης.

Β) Η αντίδραση του δαιμονισμένου ανθρώπου λόγω της παρουσίας των δαιμόνων είναι χαρακτηριστική.
Όταν ο δαίμονας έχει καταλάβει κάποιον ολοκληρωτικά αυτός, δεν ελέγχει τον εαυτό του, κραυγάζει και προβαίνει σε αυτοκαταστροφικές πράξεις (τραυματισμός, πτώση στο έδαφος στη φωτιά και στο νερό), όπως ο δαιμονισμένος κωφάλαλος με τις «λιποθυμικές» κρίσεις.
Είναι αδύνατο για τον δαιμονισμένο να ζητήσει τη βοήθεια του Χριστού, σε αντίθεση με κάποιον που πάσχει από κάποια αρρώστια. Αυτό σημαίνει ότι η θέληση του δεσμεύεται και πιθανότατα και οι αισθήσεις του, όπως επισημαίνει σε κάποιο σχολιασμό του και ο ιερός Χρυσόστομος. Κατά συνέπεια χρειάζεται τη βοήθεια κάποιου τρίτου, για να τον οδηγήσει μπροστά στο Χριστό. Χαρακτηριστική η περίπτωση του πατέρα που φέρνει το δαιμονισμένο γιό του μπροστά στο Χριστό «ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον» (Μκ.9,17) ή τη Συροφοινίκισσα γυναίκα που έρχεται η ίδια μόνον (Μκ.7,26) καθώς είναι δύσκολο να φέρει και τη δαιμονισμένη κόρη της, η οποία «δαιμονίζεται καὶ κακῶς πάσχει», να την φέρει μάλιστα σε ένα μέρος, όπου ο Χριστός θέλει να περάσει απαρατήρητος από τον κόσμο. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στο δαιμονισμένο της Συναγωγής ή στους Γεργεσηνούς, ο Χριστός είναι εκείνος που σπεύδει προς συνάντηση των πασχόντων υπό του δαίμονος.

Γ) Ο ίδιος ο Χριστός διακρίνει την εξουσία επί των δαιμόνων σε διαφορετική ποιότητα.
Έτσι όταν ο Ιησούς, παραχωρεί εξουσία στους μαθητές Του, τους δίνει δύναμη ειδικότερα, για να βγάζουν δαιμόνια, να νικούν θανατηφόρες καταστάσεις και να θεραπεύουν κάθε ασθένεια (Ματθ.10, 1 & Μκ.16,17 & Λκ.10,19). Πρόκειται για σαφή διάκριση εξειδικευμένων εξουσιών που παραχωρούνται στους Μαθητές του Χριστού.
Το ίδιο και οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι το να βγάζει κανείς δαιμόνια απαιτεί ανώτερη δύναμη, (325) τη δύναμη του Θεού. Άλλο πράγμα είναι το να θεραπεύει κανείς μια ασθένεια, όπως θα έκαμνε ίσως και ένας γιατρός (έστω με τις ιατρικές του γνώσεις και ικανότητες), άλλο το να θεραπεύει μια ανίατη ασθένεια, όπως κανείς, ακόμη και γιατρός δε θα μπορούσε, και άλλο πράγμα να ελευθερώνει τον άνθρωπο από την κυριαρχία των δαιμόνων και του Σατανά. Πρόκειται για ιεραρχικά διαβαθμισμένες καταστάσεις, αναλόγως της δυσκολίας των, που τόσο ο κόσμος όσο και οι μαθητές του Χριστού ήταν σε θέση να καταλάβουν. (326)
 
Δ) Οι αντιδράσεις του πονηρού πνεύματος είναι τόσο χαρακτηριστικές, όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με τη δύναμη του Θεού, ώστε όταν κάποιος γίνει μάρτυρας τέτοιων περιστατικών δύσκολα μπορεί να τις ξεχάσει. Οι δαιμονισμένοι έρχονται και προσκυνούν το Χριστό, τη στιγμή που είναι αδύνατο στους άλλους ανθρώπους να τους πλησιάσουν και να τους δαμάσουν. Τα πονηρά πνεύματα αναγνωρίζουν την υπεροχή αλλά και τη θεϊκή αποστολή του Χριστού τη στιγμή που Τον αμφισβητούν ακόμη και άνθρωποι του περιβάλλοντος Του (όπως οι «αδελφοί» του παιδιά του Ιωσήφ) που Τον γνωρίζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Το δαιμόνιο, πριν βγει από τον άνθρωπο τον κάνει να σπαρταράει σαν το ψάρι, τον τυραννά για τελευταία φορά, κραυγάζει και φεύγει, κάποτε για να βρει καταφύγιο κάπου αλλού, όπως στους χοίρους. Μερικές φορές τον αφήνει μισοπεθαμένο, όπως στην περίπτωση του σεληνιαζόμενου, με πονηρό πνεύμα κωφαλαλίας. Δεν υπάρχουν τέτοια δραματικά φαινόμενα στις περιπτώσεις ασθενειών, που θεραπεύονται με ήρεμο και απλό τρόπο, όσο σοβαρές ή μακροχρόνιες κι αν υπήρξαν.

9. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΥΠΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΥ
Ορισμός και χαρακτηριστικά
Όταν λέμε δαιμονισμένος εννοούμε ότι ο δαίμονας έχει γίνει κυρίαρχος πάνω σε κάποιες λειτουργίες του σώματος του (σωματικές η και νοητικές) ή και σε ολόκληρη την προσωπικότητα του ανθρώπου.
Ο δαίμονας όπως ο καθ’ έξιν εγκληματίας, μόλις βγει από τη φυλακή ξαναπέφτει στο έγκλημα, έτσι κι αυτός αρέσκεται στο να καταλαμβάνει τον άνθρωπο, όποτε μπορεί και να τον ταλαιπωρεί... (στην περίπτωση των Γεργεσηνών, όταν εκδιώκεται από τους ανθρώπους, συμβιβάζεται έστω να εισέλθει στους χοίρους!)
Από τη μελέτη των περιστατικών της Κ.Δ. συμπεραίνουμε ότι:
Μπορεί να έχουμε καθολική κυριαρχία των δαιμόνων (δαιμ. Γεργεσηνών, κόρη Συροφοινίκισας, δαιμονισμένος γιος) και μπορεί να έχουμε μερική κυριαρχία, (συγκύπτουσα ή περίπτωση από τις Πράξεις των Αποστόλων, του δαιμονισμένου της συναγωγής που μάντευε).
Μπορεί να έχουμε μόνιμη (κωφόν δαιμόνιο, ή τυφλοκωφάλαλον) ή περιστασιακή δαιμονική κυριαρχία, όπως στην περίπτωση του δαιμονισμένου υιού (Λκ. 9, 39) όπου το παιδί, όταν δαιμονιζόταν παρουσίαζε κρίσεις πέφτοντας κάτω μέχρι αναισθησίας («ξηραίνεται») ενώ άλλοτε έπεφτε στη φωτιά και στο νερό.

Ψυχοσωματικά χαρακτηριστικά του δαιμονισμένου:
Ειδικά για το δαιμονισμό: (δαιμονοπληξία) κρίσεις απώλειας του ελέγχου (συνειδήσεως) και ακόμη παραπέρα καταστροφικών και αυτοκαταστροφικών ενεργειών (περίπτωση της κόρης της Συροφοινίκισσας και του δαιμονισμένου γιου). Επίσης κραυγές και φωνές διαφορετικές από εκείνη του ανθρώπου.
Μη ειδικά: Πρόκληση ασθενειών όπως κωφότητα, τυφλότητα, σύγκαμψη του σώματος (και σε άλλες περιπτώσεις συγχρόνων παραδειγμάτων πυρετός, πονοκέφαλος κλπ.)
Υπερφυσικά: Όπως υπεράνθρωπες δυνάμεις (Γεργεσηνών), αποκάλυψη μυστικών ή άγνωστων πληροφοριών (συναγωγής, Γεργεσηνών), ομιλία διαφορετικών προσώπων ή διαφορετικών γλωσσών. (327)


10. ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ
1) Ασθένειες σωματικές (παθολογία) Εδώ πρακτικά θα μπορούσε ο δαιμονισμένος να υποδυθεί οποιαδήποτε γνωστή ιατρική πάθηση. Η διάγνωση θα γίνει από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τις παρακλινικές εξετάσεις, που σήμερα μπορεί να είναι αρκετά εξειδικευμένες και ακριβείς. Στην περίπτωση, ας πούμε της συγκύπτουσας γυναίκας, μια ακτινολογική εξέταση θα μπορούσε να είναι διαφωτιστική, λόγω της έλλειψης ειδικών αλλοιώσεων του μυοσκελετικού συστήματος (αν και πάλι μπορεί να βλέπαμε δευτερογενείς αλλοιώσεις λόγω της χρονιότητος της καταστάσεως).
Άλλοτε όμως η διάγνωση μπορεί να είναι πολύ δύσκολη όταν έχουμε να κάνουμε με ασαφή και γενικά συμπτώματα, που μπορεί να οφείλονται σε ποικίλες καταστάσεις, όπως πονοκέφαλος ή πυρετός κλπ. Πολλοί άνθρωποι πάντως καθημερινά, έρχονται στην εκκλησία «για να τους διαβάσει ο παπάς» εξορκισμούς για οποιοδήποτε πρόβλημα που αισθάνονται και μάλιστα πονοκεφάλους, στεναχώριες κλπ. Δυστυχώς χωρίς προηγουμένως να έχουν συμβουλευτεί και το γιατρό τους!
2) Ψυχώσεις (στην ψυχιατρική) εφόσον έχουμε αλλόκοτη συμπεριφορά και απώλεια του ελέγχου των κινήσεων και των ενεργειών, κραυγές, επιθετικότητα... ακουστικές ψευδαισθήσεις. Στην περίπτωση μιας τυπικής ψύχωσης έχουμε ανάμεσα στα συμπτώματα, παραληρητικές ιδέες (εκτός πραγματικότητος), ψευδαισθήσεις (ψευδείς εντυπώσεις ότι κάποια γεγονότα συνέβησαν, ενώ πρόκειται για μια λανθασμένη πεποίθηση του ατόμου), ασυναρτησία, εκσεσημασμένη χάλαση του ειρμού της σκέψης, φτωχό περιεχόμενο σκέψης, παράλογη σκέψη, αλλόκοτη συμπεριφορά (έντονα αποδιοργανωμένη ή κατατονική). Παράλληλα δεν υπάρχει κάποια αναγνωρίσιμη σκοπιμότητα των συμπτωμάτων, που δεν ελέγχονται από το άτομο. Στην κατηγορία αυτή των ψυχώσεων υπάγεται η σχιζοφρένεια, μια άτυπη ψύχωση, βραχεία αντιδραστική ψύχωση, μια μείζων συναισθηματική διαταραχή ή μια παρανοϊκή διαταραχή. (329)
3) Επιληψία (νευρολογική πάθηση) και μάλιστα μείζονα εφόσον έχουμε περιοδικά κρίσεις πτώσεων στο έδαφος, αφρούς («σεληνιασμός» ονομάζεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο, ο δαιμονισμός του νέου, λόγω της φαινομενολογίας του). Στο Μεσαίωνα (αντιλήψεις που επικράτησαν στη Δύση, μέχρι τον 16ο αιώνα) (330) οι καθολικοί θεωρούσαν όλες τις περιπτώσεις επιληψίας, σεληνιασμό, λόγω δαιμονοπάθειας και συχνά τους αντιμετώπιζαν με το να τους ρίχνουν στην πυρά, για να τους λυτρώσουν υποτίθεται από το μαρτύριο, νομίζοντας ότι πρόκειται για δαιμονισμένους!!! (331)
4) Διαταραχή της προσωπικότητας (ψυχιατρική) με δραματικά και μεταιχμιακά στοιχεία (βραχύ ψυχωτικό επεισόδιο), σχιζότυπη προσωπικότητα, άτυπη ή μικτή διαταραχή της προσωπικότητας. Μπορεί κάποτε να υποδυθεί άτυπα στοιχεία με παραδοξότητες και στερεοτυπίες που να συσχετιστούν με δαιμονική κατάσταση, που όμως δεν είναι.
5) Διασχιστική διαταραχή (ή πολλαπλή προσωπικότητα) μη προσδιοριζόμενη διαφορετικά (300.15 DSM-IV) (όπως, μια προσωπικότητα ντροπαλή και μια άλλη ζωηρή και ελευθεριάζουσα. όπου κατά καιρούς η κάθε μία αναλαμβάνει περιοδικά τον έλεγχο του ατόμου. Μπορεί να οφείλεται σε σοβαρά παιδικά τραύματα, όπως σεξουαλική κακοποίηση κατά την παιδική ηλικία. Όμως είναι μια εξαιρετικά σπάνια διάγνωση για την ψυχιατρική πρακτική σήμερα και περισσότερο παραμένει γνωστή ακαδημαϊκά, για τα βιβλία.
6) Υπόκριση. Το άτομο για διαφόρους λόγους μπορεί να υποδύεται ένα ρόλο (όπως για την αποφυγή στράτευσης) και μερικές φορές, μπορεί να είναι πολύ δύσκολο να γίνει διάκριση. Συνήθως όμως, αυτή η κατάσταση είναι περιστασιακή και διαρκεί όσο και ο λόγος ή το συμφέρον, που την επιβάλει. Γι’ αυτό και ένα καλό ιστορικό της πορείας της διαταραχής θα ρίξει φως στην περίπτωση.
7) Ακατανόητα προσποιητή διαταραχή! Πρόκειται για μια σπάνια περίπτωση όπου το άτομο υποδύεται μια κατάσταση, χωρίς όμως και να υποκρίνεται. Υπάρχουν ασυνείδητοι λόγοι που το ωθούν σε μια τέτοια συμπεριφορά ψυχολογικά αρρώστου. (Όπως η περίπτωση φοιτήτριας στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, βρισκόταν σε ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία για δύο χρόνια, οπότε και θέλησε να παρατείνει τη συνεργασία μας, παρουσιάζοντας μια επιδείνωση της κατάστασης της...)

Η υστερία και διάφορες άλλες ψυχολογικές καταστάσεις δεν έχουν καμιά σχέση με το δαιμονισμό. (Πηγή: Δαιμονιζομένων Θεραπείες, π. Αντώνιος Στυλιανάκης Md., Mth., Παιδοψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής, Ψυχολογική και Θεολογική Έρευνα, Θεσσαλονίκη 2004, σελίδα 230)

11. ΠΩΣ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΙ
Α. Από τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του δαιμονισμένου.
1) Φανέρωση γεγονότων και πραγμάτων ακόμη και μυστικών που είναι αδύνατο να γνωρίζει κάποιος περαστικός, άσχετος και μάλιστα κάποιος ψυχολογικά πάσχων. (332) Το γεγονός αυτό μπορεί να δημιουργήσει αμηχανία, αλλά και πανικό στο περιβάλλον του δαιμονισμένου, αφού γίνεται αφορμή να αποκαλυφθούν προσωπικές λεπτομέρειες και μάλιστα αμαρτίες, της ζωής άλλων ανθρώπων.
2) Εφαρμογή υπεράνθρωπων δυνάμεων που δεν μπορούν να εξηγηθούν μέσα σε φυσιολογικά πλαίσια (όπως το σπάσιμο των αλυσίδων, η περιπλάνηση επί μέρες χωρίς φαγητό και νερό, η διαρκής έκθεση σε όλες τις κλιματολογικές και καιρικές συνθήκες, χωρίς να αρρωσταίνει.)
3) Αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου και της φωνής του δαιμονισμένου όπως και σήμερα μπορούμε να επιβεβαιώσουμε.
4) Ομιλία σα να πρόκειται για άλλο πρόσωπο μέσα στον άνθρωπο, αφού μιλάει το δαιμόνιο και προσφωνεί τον άνθρωπο ξενιστή με το όνομα του (γι’ αυτό από ορισμένους έγινε προσπάθεια να ερμηνευτεί σαν διχασμός προσωπικότητος). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο γέρων Παΐσιος (333) στην περίπτωση του δαιμονισμένου, όταν μιλάει ο δαίμονας είναι δυνατόν να διακριθεί από τη φωνή του ανθρώπου και από το γεγονός ότι κινούνται μηχανικά τα χείλη του, σα να τα κινεί (όπως και γίνεται στην πραγματικότητα) κάποιος άλλος!
5) Χαρακτηριστική αποστροφή του δαιμονισμένου προς το σταυρό και τα άγια λείψανα (γ.Παΐσιος). Μέσα στα ευαγγέλια είναι φανερό το πόσο υποφέρει ο δαίμων στην παρουσία του Χριστού και φοβάται μη βασανιστεί και παρακαλεί...

Β. Από τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά ψυχιατρικών παθήσεων
1) Η σχιζοφρένεια έχει σπάνια αποπροσωποποίηση και μάλιστα σταθερή. Είναι όμως εμφανείς οι παραληρητικές (εξωπραγματικές) ιδέες του αρρώστου. Ενώ στο δαιμονισμένο δεν έχουμε παραληρητικές ιδέες, αλλά γίνεται αντιληπτό με δέος ότι κάτι αφύσικο (μάλλον υπερφυσικό) συμβαίνει.
2) Έχουμε επίσης στη σχιζοφρένεια, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, χαρακτηριστικές ακουστικές ή οπτικές ψευδαισθήσεις. Έχουμε επίσης συχνά διαλογική συζήτηση αλλά ο ασθενής απαντάει με τη φωνή του σε (υποτιθέμενες) φωνές δαιμόνων που ακούει, έξω από το μυαλό του (ενώ οι άλλοι φυσικά, δεν μπορούν να αντιληφθούν). Αποτέλεσμα είναι το να έχει σοβαρά διαταραγμένη την επαφή του με την πραγματικότητα και τον έξω κόσμο. Όμως ο δαιμονισμένος δεν έχει ψευδαισθήσεις, αλλά αντίληψη και γνώση γεγονότων που δεν μπορούν να εξηγηθούν ή και να ελεγχθούν ορισμένες φορές για την ορθότητα τους.
3) Έχουμε ακόμη, αλλόκοτες ιδέες που εγγίζουν τα όρια του παραλόγου. Ο δαιμονισμένος, βασικά δεν είναι παράλογος, με βάση την κοινή λογική, απλώς ενεργεί σε βλάβη του υποκειμένου (αυτό)καταστροφικά. Αντίθετα πολλές φορές φαίνεται να γνωρίζει πράγματα που είναι αδύνατον για το συγκεκριμένο άτομο, όπως και το να μιλάει ξένες γλώσσες! (334)
4) Στην περίπτωση των διαταραχών προσωπικότητας, έχουμε πληροφορίες από το ιστορικό του ανθρώπου, όπου πρόκειται για μια μακροχρόνια και συνεχή διαταραχή από την παιδική ηλικία και όχι από ένα συγκεκριμένο σημείο και μετά. Μόνη εξαίρεση αποτελούν τα πιθανά βραχέα ψυχωτικά επεισόδια που όμως έχουν το χαρακτήρα της ψύχωσης. Για παράδειγμα στη μεταιχμιακή προσωπικότητα, έχουμε μια παρορμητικότητα του ατόμου (σε δύο τουλάχιστον τομείς όπως ξόδεμα χρημάτων ή πολυφαγία κλπ) με ασταθείς και επεισοδιακές διαπροσωπικές σχέσεις (λόγω τάσης να εκμεταλλεύεται τους άλλους και να μεταπίπτει από την εξιδανίκευση στην υποτίμηση), ανεξέλεγκτα ξεσπάσματα θυμού, διαταραχή της προσωπικής ταυτότητας (όπως στο θέμα της ταυτότητας φύλου, εικόνα του εαυτού του, κοινωνικές και ηθικές αξίες κλπ), συναισθηματική αστάθεια, δυσανεξία της μοναξιάς, αυτοκαταστροφικές πράξεις, χρόνια αισθήματα κενού ή ανίας. Όλα αυτά εννοείται ότι προκαλούν μια έντονη υποκειμενική ενόχληση του ατόμου είτε παρεμποδίζουν σημαντικά την κοινωνική και επαγγελματική του δραστηριότητα.
Φυσικά, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει διάκριση, αν υποτεθεί ότι ο δαίμων υποδύεται μια συγκεκριμένη ψυχιατρική συμπεριφορά που προσπαθεί να την μιμηθεί. Πάντως τόσα χρόνια δεν έτυχε προσωπικά να δούμε άνθρωπο δαιμονισμένο σε Ψυχιατρικό Νοσοκομείο, ούτε και ακούσαμε από συνάδελφο κάτι σχετικό, που να μας ξενίσει. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, πολλοί άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα, καταφεύγουν σε ιερείς για αλλεπάλληλους εξορκισμούς, με το πρόσχημα ότι είναι δαιμονισμένοι.

12. ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ
Στα είκοσι χρόνια ενασχόλησης μας με την ιατρική και την ψυχιατρική, ουδέποτε είδα ή άκουσα από συνάδελφο, περίπτωση δαιμονισμένου να καταφύγει σε γιατρό και μάλιστα σε ψυχίατρο. Το αντίθετο είναι σίγουρα διαδεδομένη υπόθεση. Το να καταφεύγουν δηλαδή άνθρωποι με διάφορα ψυχολογικά προβλήματα στον ιερέα, ενώ θα ‘πρεπε να περάσουν πρώτα από το γιατρό. Άλλωστε είναι πολύ ισχυρές ακόμη οι προκαταλήψεις στην ελληνική κοινωνία, ώστε να μην καταφύγει κανείς εύκολα στον ψυχίατρο. Φοβάται μην του κολλήσει ο τίτλος του «τρελού» ή του «ψυχασθενή...»
Ακόμη και μεταξύ των χριστιανών υπάρχουν πρόσθετες προκαταλήψεις, όπως εκείνων που ισχυρίζονται ότι ο άνθρωπος της εκκλησίας μπορεί να λύσει όλα του τα προβλήματα με την εξομολόγηση και την προσευχή. Όμως περιέργως δεν αντιδρούν το ίδιο όταν πρόκειται για σωματικές ασθένειες, όπου με το παραμικρό (ακόμη και μοναχοί και κληρικοί) μπορεί να καταφύγουν στο γιατρό και να φορτωθούν ένα σωρό φάρμακα, ή να καταφύγουν εύκολα σε εναλλακτικές θεραπείες όπως η ομοιοπαθητική, λες και για τις περιπτώσεις αυτές δεν ισχύει η προστασία τους από το Θεό. Απλώς πρόκειται για μια ισχυρή προκατάληψη έναντι της ψυχολογικής διαταραχής, που βρίσκει άλλοθι στο ότι «είμαστε χριστιανοί και όλα λύνονται με την προσευχή»!
Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν υπονοεί κάποια γνώμη μας, ότι δεν μπορούν να λυθούν και τα ψυχολογικά μας μέσα από την Εκκλησία. Το αντίθετο, ο άνθρωπος του Θεού ανακαινιζόμενος «ἥμερα τῇ ἡμέρᾳ», απαλλάσσεται σταδιακά, τόσο από τα πάθη, όσο και από τις αδυναμίες του χαρακτήρα. Αρκεί φυσικά να είναι τέτοιας φύσεως και εντάσεως, που να μπορούν να γίνουν εύκολα ανεκτά από τον άνθρωπο, που θα πρέπει να περιμένει με πίστη και υπομονή να γίνει καλά, αν προλάβει φυσικά, μέχρι το τέλος της ζωής του! Άλλωστε και οι σύγχρονοι άγιοι γέροντες κάθε άλλο παρά ακύρωσαν τη δύναμη της ιατρικής, αφού κάναν χρήση και της επιστήμης και των φαρμάκων της. (335) Ακόμη και αυτός ο προορατικός σύγχρονος γέρων Πορφύριος, έκανε υπακοή στο γιατρό του, έστω κι αν ήξερε την έκβαση της νόσου και το ότι κάποια φορά έπαιρνε λάθος φάρμακα, από ταπείνωση και υπερβολική ευαισθησία και διάκριση!
Αρκεί φυσικά, ο άνθρωπος που προσέρχεται κοντά στο Θεό και την εκκλησία Του, να μην το κάνει μόνον συμφεροντολογικά, για να βελτιώσει την προσωπικότητα του, όπως συχνά γίνεται σήμερα, γιατί σκοπός της εκκλησίας δεν είναι να δώσει ανθρώπους χωρίς ψυχολογικά προβλήματα, αλλά να τους οδηγήσει στη μετάνοια και τη σωτηρία. Στην αιώνια ζωή, όπου μόνον εκεί, δεν υπάρχουν λύπες και πόνοι, ούτε ψυχολογικά κατάλοιπα!
Τέλος, είναι σύνηθες σήμερα το ότι οι δαιμονισμένοι πολύ σύντομα βρίσκουν το δρόμο προς κάποιο προσκύνημα, όπου υπάρχει έντονη η φήμη για θεραπείες δαιμονισμένων, όπως στην Παναγία της Τήνου, στον Άγιο Σπυρίδωνα (Κέρκυρα), στον Άγιο Ραφαήλ (Μυτιλήνη) κλπ. (336) Μερικές φορές μπορεί να συχνάζουν και σε ενοριακούς ναούς και να ταράσσουν την ησυχία του εκκλησιάσματος, ενώ άλλοτε να υφίστανται αλλεπάλληλους εξορκισμούς από τους ιερείς, συχνά χωρίς άμεσο ορατό αποτέλεσμα, πέρα από την εξαγρίωση των δαιμόνων.
Είναι ατυχές το γεγονός ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου διαφημίζονται τέτοιες καταστάσεις σε συγκεκριμένες εκκλησίες και συγκεκριμένους ιερείς (ωσάν να μην έχουν όλοι την εξουσία της ιερωσύνης), μέσα από τα ΜΜΕ και συρρέουν κατόπιν από διάφορες κατευθύνσεις, άνθρωποι για εξορκισμούς, πολλοί από τους οποίους είναι κατά φαντασίαν δαιμονοπαθείς ή απλώς φοβούνται την ενέργεια του σατανά και τον ξορκίζουν προκαταβολικά.

13. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΙΑΤΡΟΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ
Η ολιστική θεώρηση του ανθρώπου, επιβάλλει σήμερα, μια περισσότερο απροκατάληπτη επιστημονική αντιμετώπιση και απομακρυσμένη από την «παντοδυναμία» οποιουδήποτε επιστήμονα θεραπευτή. Άλλωστε ο πολλαπλασιασμός της γνώσης από τη μια μεριά, που καθιστά δύσκολο το να γνωρίζει κανείς τα πάντα γύρω από το αντικείμενο του, αλλά και η μεγάλη εξειδίκευση από την άλλη, επιβάλλουν το να είμαστε περισσότερο προσεχτικοί στην εξαγωγή συμπερασμάτων, ακόμη και στους τομείς των θετικών επιστημών και μάλιστα της Ιατρικής και της Ψυχολογίας. (337) Πολύ περισσότερο στον τομέα της αντιμετώπισης ψυχοπαθολογικών καταστάσεων, όπου είναι δυνατόν, εκτός από παράγοντες βιολογικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς, να εμπλέκονται και παράγοντες πνευματικοί, τους οποίους όταν εμείς αγνοούμε, δε σημαίνει και ότι δεν υπάρχουν. (338)
Κατ’ αυτήν την έννοια, είναι δυνατόν να έχουμε επιδράσεις πονηρών πνευμάτων, που οδηγούν τον άνθρωπο στην εμφάνιση διάφορων ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, έστω και όταν δε φτάνει στη φαινομενολογία ενός πλήρους δαιμονισμού. Μετά λοιπόν, την ιατρική και ψυχολογική αντιμετώπιση ή και παράλληλα με αυτήν, είναι σκόπιμο ο άνθρωπος να αναζητάει την αρωγή του Θεού και της εκκλησίας για τη θεραπεία του. Και δεν πρόκειται βέβαια εδώ για μια προσπάθεια μας να περισώσουμε προκαταλήψεις περασμένων εποχών ή την αυθεντία κάποιου ιερατείου, όπως μπορεί και αυτό να έγινε κάποτε, (339) αλλά είναι θέμα αναγνώρισης και ταυτοποίησης πραγματικών υπερφυσικών δυνάμεων, που μπορεί να επενεργούν πάνω σε έναν άνθρωπο και που η αντιμετώπιση τους δεν εξαντλείται ή μάλλον δεν ανήκει, μέσα στα όρια της ιατρικής και ψυχολογίας.

Σήμερα ο Διάβολος μπαίνει από την πίσω πόρτα των σπιτιών μας μέσα από ακίνδυνα υποτίθεται παιχνίδια και κινηματογραφικές ταινίες για παιδιά! (Πηγή: Δαιμονιζομένων Θεραπείες, π. Αντώνιος Στυλιανάκης Md., Mth., Παιδοψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής, Ψυχολογική και Θεολογική Έρευνα, Θεσσαλονίκη 2004, σελίδα 240)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Είναι παράδοξο το γεγονός ότι η κοινωνία μας σήμερα, μαστίζεται από δύο αντικρουόμενες αλλά και αντιφατικές τάσεις. Η μία είναι της άρνησης του διαβόλου, σαν αυτοτελούς προσωπικής οντότητας, που άλλωστε η απόκρυψη του, είναι και ένα από τα τεχνάσματα του κατά τους Πατέρες της ορθοδόξου εκκλησίας, και κατά τον διανοητή Μπωντλέρ (340) το ωραιότερο, αφού ο εχθρός σε πολεμάει καλύτερα όταν είναι αόρατος! Και η δεύτερη είναι η δεισιδαιμονία, στην κυριολεξία, που θεοποιεί και φτάνει μέχρι να λατρεύει το διάβολο, αν και δηλωμένο εχθρό του Θεού, αφού θεωρεί ότι είναι λιγότερο απαιτητικός ως προς τους όρους ζωής και συμμόρφωσης και περισσότερο επικίνδυνος, λόγω της υποτιθέμενης εξουσίας του να κολάζει. Άρα συμφέρει να τον υπηρετούμε και να τον κολακεύουμε για να τα πάμε καλά μαζί του! (341)
Έτσι, είκοσι αιώνες μετά την απολυτρωτική θυσία του Χριστού, έχουμε πάλι στο προσκήνιο το ίδιο πρόσωπο,  το Διάβολο, πρωταγωνιστή της τυραννίας των ανθρώπων, από την προπατορική πτώση και μετά, με αναβίωση της μαγείας αλλά και της σατανολατρείας, με διάφορες μορφές και μάλιστα της λατρείας των 12 «αρχαιοελληνικών» θεών του Ολύμπου!
Στα Ευαγγέλια και τις Πράξεις των Αποστόλων εξιστορούνται αρκετές συγκεκριμένες περιπτώσεις θεραπείας δαιμονιζομένων και αναφέρονται με γενική αναφορά και πολλές άλλες. Η διάκριση που γίνεται από τα άλλα θαύματα θεραπείας ασθενειών, είναι σαφής και κατηγορηματική. Υπάρχει επίσης συμφωνία περιεχομένου αλλά και έκφρασης μεταξύ των ευαγγελιστών, ώστε να μην εγείρονται επιστημονικά προβλήματα αξιοπιστίας. (342) Υπάρχουν ωστόσο ερευνητές (343) που αρνούνται να δεχτούν ότι υπάρχουν άνθρωποι δαιμονισμένοι και προσπαθούν να εξηγήσουν τα θαύματα αυτά των ευαγγελίων, ως θεραπείες ψυχολογικών και νευρολογικών καταστάσεων. Το πρόβλημα τους όμως δεν προέρχεται από την αξιοπιστία (περιεχομένου ή συμφωνίας των διαφόρων ιερών συγγραφέων) των διηγήσεων, αλλά από την a priori άποψη τους ότι δαίμονες δεν υφίστανται! Όπου αναφέρονται στη Γραφή πρόκειται κατά τη γνώμη τους για συμβολισμούς και εκφράσεις ύπαρξης του φυσικού κακού και υπολείμματα δεισιδαιμονιών του παρελθόντος (!). Γι’ αυτούς ο Χριστός δεν εξεδίωξε δαιμόνια, αλλά θεράπευσε με την προσωπικότητα ενός χαρισματικού θεραπευτή, ψυχολογικά πάσχοντες, μέσα από φαινόμενα υπνωτισμού και υποβολής.
Όμως όπως δείξαμε, μέσα από τη θεολογική αλλά και αφηγηματική και ιατρικοψυχολογική ανάλυση των χωρίων θεραπείας δαιμονιζομένων στα Ευαγγέλια, δεν υπάρχει πιστεύουμε καμιά αμφιβολία, ότι ο Χριστός θεράπευσε δαιμονιζομένους και μάλιστα τονίζοντας τη διάκριση αυτών των περιπτώσεων σε σχέση με τις θεραπείες άλλων ασθενειών. Αυτό συνάγεται από τη σαφήνεια και συμφωνία (εσωτερική αλλά και διαπροσωπική) των κειμένων των ευαγγελιστών, όπου οι περιγραφές είναι ξεκάθαρες. Συνάγεται επίσης από τη συμφωνία και ανάλογη γνώμη και συμπεριφορά των προσώπων που θεραπεύονται. Από τη στάση και αυτών των Γραμματέων, που δεν μπορούν να αμφισβητήσουν το γεγονός της εκδίωξης των δαιμόνων, αφού γίνεται δημόσια και ενώπιον πολλών μαρτύρων, απλώς το ερμηνεύουν με το δικό τους «φαρισαϊκό τρόπο» λέγοντας ότι όλα γίνονται με τη συνεργεία του Σατανά. Έτσι οι σύγχρονοι αρνητές των θαυμάτων επιτίμησης δαιμόνων από τον Κύριο και οι οπαδοί τους, κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν από την πράξη τους αυτή, ως βλάσφημοι κατά του Αγίου Πνεύματος και να επισσωρεύσουν πάνω τους, την «οργή του Θεού», σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού.
Όλες οι περιπτώσεις θεραπείας δαιμονιζομένων εντάσσονται στο σύνολο των πολλών θαυμάτων που πραγματοποίησε ο Χριστός και γενικότερα αποτελούν μέρος του σωτηριολογικού του έργου. Παράλληλα φανερώνουν με έμφαση τη θεϊκή Του φύση, που εκδηλώνεται με αυθεντικό και φιλάνθρωπο τρόπο προς κάθε κατεύθυνση.
Ειδικότερα μέσα στα θαύματα θεραπείας δαιμονιζομένων είδαμε καθαρά την παρουσία, αλλά και τα καταστροφικά χαρακτηριστικά της ανθρωποκτόνου προσωπικότητας του Σατανά και των πονηρών δαιμόνων. Βλέπουμε τον εκτοπισμό και την εκδίωξη του από τα πλάσματα του Θεού, με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και ειδικότερα την κατάργηση της δυνάμεως του, με τη σταύρωση και την ανάσταση του Ιησού.
Τέλος παρουσιάζεται ολοφάνερα η θεανθρώπινη φυσιογνωμία του Χριστού μέσα από τις θαυμαστές εκδιώξεις δαιμόνων και ειδικότερα η θεότητα Του, με την αυθεντική και σαρωτική της δύναμη και εξουσία, έναντι των δυνάμεων του προσωρινού «ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου». (344)  

Σημειώσεις
263. Wilson, William P., Demon Possesion and Exorcism: A Reacion to Page: J of Psychology and Theology 1989, 17 (2): 135-139. Fuller, J. William. A Psychological Profile of Biblical Demons: The Fear of Death. J of the American Scientific Affiliation 1983, 35 (2): 84 - 87.  Εδώ ο συγγραφέας προτείνει, μια ψυχολογική προσέγγιση των δαιμόνων, που θα έχει μεγαλύτερη πρακτική αξία, καθώς θα δίνει διέξοδο στους φόβους μας γύρω από το θάνατο και στη διαμάχη μεταξύ δαιμονισμού και ψυχοπαθολογίας!
264. Landmann, Salcia, Agape Satana: Katholische Exorxismen (Agape Satana: the Roman Catholic Exorcism). Z fur Religions und Geistesgeschichte 1976, 28(3) 265-267.
265. Η πρόσβαση έγινε μέσα από την ιατρική τράπεζα πληροφοριών Medline και με τη βοήθεια πολλαπλών αναζητήσεων με λέξεις κλειδιά όπως possession, demonology, evil spirit, devil, demoniac, exorcism,, μετά τις οποίες έγινε το τελικό ξεκαθάρισμα των χρησίμων μόνον.
266. Σε ιατρικά, ψυχιατρικά και ψυχολογικά κυρίως περιοδικά.
267. Kemp S. Williams K., Demonic possession and mental disorder in medieval and early modern Europe. Psychol Med 1987 Feb; 17(1):21-9.
268. Jankovic SM, Sokic DV, Leci ZM, Susic V, Drulovic J, Stojsavljevic N, Veskov R, Ivanus J., [in Serbo-Croatian (Cyrillic)][Eponyms and epilepsy (history of Eastern civilizations)]Institute of Neurology, Clinical Centre of Serbia, Berlgrade., Srp Arh Celok Lek 1996 Jul-Aug; 124(7-8):217-21
269. Κένυα, Χιλή, Αμερική, Αγγλία κλπ.
270. Amuyunzu M., Willing the spirits to reveal themselves: rural Kenyan mothers’ responsibility to restore their children’ s health. African Medical and Research Foundation, Nairobi, Kenya. Med Anthropol Q 1998 Dec; 12(4):490-502. Wetering, W. van, The Effectiveness of a rite: Exorcism of Demone in an Afro-American religion. Nederlands Theologisch Tijdschrift 1983, 37(3) 216-229
271. Bartlett A., Behavioural perspectives on a Sri Lankan healing ritual. Interim Secure Unit, Hackney Hospital, London, UK., Int J Soc Psychiatry 1989 Autumn; 35(3):245-51
272. Bilu Y, Beit-Hallahmi B., Dybbuk-possesion as a hysterical symptom: psychodynamic and socio-cultural factors. Isr J Psychiatry Relat Sci 1989;26(3):138-49
Στην περίπτωση αυτή αναφέρεται κατάληψη ενός νέου συνήθως ατόμου από πνεύμα που αποδίδεται κυρίως, σε κάποιο νεκρό. Με τον τρόπο αυτό, το πνεύμα, προσπαθεί να βρει μια ευκαιρία εξαγνισμού, αφού θα υποστεί τη διαδικασία του εξορκισμού, πριν επιστρέψει στον κόσμο των νεκρών. Τα συμπτώματα είναι: άσχημες στάσεις του σώματος, βίαιοι σπασμοί, παράξενη ομιλία και επιθετική ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Οι εκδραματίσεις αυτές μπορούν να ταξινομηθούν ψυχολογικά, σαν υστερικές κρίσεις (Fenichel O., The Psychoanalytic Theory of Neurosis, London: Roytledge and Kagan Paul, 1946).
273. Hollenbach, Paul W., Jesus, Demoniacs, and Public Authorities: A Socio-Historical Study. J of American Academy of Religion 1981,49(4) 567-588
274. Wilson, Michael, Exorcism a Clinical -Pastoral Practice Which Raises Serioue questions, Expository Times 1975,86(10) 292-295
275. Σε μερικές μάλιστα είναι έντονο το αντιεκκλησιαστικό ή αντικληρικαλιστικό ύφος. Πρβλ. Dain N., Reflections on antipsychiatry and stigma in the history of American psychiatry. Hosp Community Psychiatry 1994 Oct; 45(10):1010-4
276. Όπως στην περίπτωση του Hoyersten JG., Possessed! Some historical, psychiatric and current moments of demonic possession, Tidsskr Nor Laegeforen 1996 Dec 10;116(30):3602-6, όπου γίνεται αναφορά και στις θεραπείες δαιμονιζομένων στα ευαγγέλια με την αιτιολογία: «Possession was the only “available” concept for a bundle of neuro-psychiatric disorders: dissociative states, psychoses and epilepsy. Today, the terminology and “diagnostic” principles have been taken over by fundamentalistic groups, who practice exorcism on persons with (probably) monir mental problems and symptoms.»
277. Moore EG., Theories underlying exorcism: theological and psychic. J R Soc Med 1979 Mar;72(3):220-1.
Leon CA., “El duende” and other incubi. Suggestive interactions between culture, the devil, and  the brain. Arch Gen Psychiatry 1975 Feb;32(2):155-62
278. Μέσα σε αυτές και μια με ελληνική προέλευση που εξετάζει τις μεταφυσικές αντιλήψεις μητέρων ψυχωτικών ασθενών, διαπιστώνει σε μεγάλο βαθμό την πεποίθηση των ατόμων αυτών, ότι οι δαιμονικές δυνάμεις είναι αιτία για τη σοβαρή ψυχοπάθεια των παιδιών τους. Βγήκε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών.Vlachos IO, Beratis S, Hartocollis P., Magico-religious beliefs and psychosis. Psychopathology 1997 Mar-Apr; 30(2):93-9
Δεν μπορούμε να μη σχολιάσουμε εδώ, για μια ακόμη φορά (επειδή έχει σημασία μεγάλη για την εργασία μας αυτή) την προκατάληψη των ερευνητών άλλων ειδικοτήτων, όταν καταπιάνονται με θέματα που άπτονται της θεολογίας. Έτσι στην παραπάνω εργασία παρουσιάζονται οι μεγάλοι Πατέρες της εκκλησίας του 4ου αιώνος, να ασπάζονται παγανιστικές αντιλήψεις της εποχής τους, επειδή φέρονται να υποστηρίζουν ότι οι «ψυχασθενείς» (κατά τους συγγραφείς) είναι δαιμονισμένοι και κατά συνέπεια συνιστούν σαν θεραπεία εκλογής τον εξορκισμό από τους ιερείς! Εννοείται ότι δεν υπάρχει περίπτωση δαιμονισμού κατά τους συγγραφείς του άρθρου.
279. Pfeifer S., Demonic attributions in nondelusional disorders, Psychiatric Clinic Sonnenhalde, Basel, Switzerland, Psychopathology 1999 Sep-Oct;32(5)252-9
280. Kotsopoulos S., Intrusion and internalisation of the devil: popular saints vs. the Fathers of the Church, Vesalius 2001 Dec; 7(2):78-85
281. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, ed4. Washington, American Psychiatric Assossiation, 1994.
282. Laing RD., The Divided self, Pantheon Books, N. York, 1969. Βλ. περισσότερα και Μπαλογιάννης Σ., «Το μαρτύριον της Σαλότητος. Αναφορές εις τον Άγιον Συμεώνα τον δια Χριστόν σαλόν». Πρακτικά ΙΔ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, 321-460, Θεσσαλονίκη 1994.
283. Πρβλ. Schieffelin EL., “Evil Spirit Sickness, the Christian disease: the innovation of a new syndrome of mental derangement and redemption in Papua New Guinea”. Department of Anthropology, University of College London. Cult Med Psychiatry 1996 Mar; 20(1):1-39
284. Εδώ αξίζει να μνημονευτεί ότι και στην Ελλάδα φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια «Σχολές Μεταφυσικής Έρευνας», από ανθρώπους που κανείς δεν ξέρει αν έχουν κάποιου είδους και τι είδους σπουδές!
285. Leon CA., “El duende” and other incubi. Suggestive interactions between culture, the devil, and the brain. Arch Gen Psychiatry 1975 Feb;32(2):162
286. Hale AS, Pinninti NR,. Exorcism-resistant ghost possession treated with clopenthixol. UMDS Guy’ s and St Thomas’ s, London. Br J Psychiatry 1994 Sep;165(3):386-8.
287. Schulz E., “Possessedness” and exorcism in the year 1976 [Article in German] Z Rechtsmed 1979 Mar 8;82(4);313-321. Αναφέρεται η περίπτωση μιας νέας που οδήγησε 60-70 φορές για εξορκισμούς και χωρίς ιατρική παρακολούθηση, πέθανε τελικά από ασιτία και εξάντληση.
Dominian, J., A Psychological Evaluation of the Pentecostal Movement. Expository Times 1976. 87(10)292-297. Γίνεται αναφορά σε εγκληματική ενέργεια, ενός άντρα, που υπέστη εξορκισμό το 1975, από τη μεριά «χαρισματικών» της Προτεσταντικής ομολογίας. Επισημαίνεται το καθεστώς υποβολής φόβου στις συνάξεις των πιστών, που μπορεί να υποβάλει την αίσθηση δαιμονοπάθειας ή ψυχοπάθειας.
288. Freud S (1923). A seventeenth cetury demonological neurosis, Standard Edition. 1961:72-105
289. Από τη μέχρι τώρα μελέτη, αλλά και δεκαπενταετή προσωπική εμπειρία μας πάνω στην ψυχοθεραπεία, πιστεύουμε ότι ο Φρόυδ, μελέτησε διεισδυτικά, κλινικές περιπτώσεις και έγραψε κείμενα μοναδικά για την εποχή του, που έγιναν αργότερα (και μέχρι σήμερα) αφετηρία για παραπέρα μελέτες και έρευνες. Όμως ένα μεγάλο πρόβλημα είναι η απολυτοποίηση τέτοιων παρατηρήσεων και θεωριών, που μπορεί να έχουν κάποτε μόνον περιορισμένη και συγκεκριμένη εφαρμογή. Για παράδειγμα στο θέμα της δικής μας μελέτης αναφορικά με το δαιμονισμό, υπήρξαν περιστατικά ερευνητών, όπου το κακό πνεύμα ήταν υποτίθεται, ο ίδιος ο πατέρας της γυναίκας που υποδύεται το δαιμονισμό. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι έχουμε πάντοτε υποκρυπτόμενα αιμομικτικά συναισθήματα, πίσω από ανάλογες περιπτώσεις ανθρώπων.
290. Henderson J., “Exorcism and possession in psychotherapy practice” Can J Psychiatry 1982 Mar; 27(2): 129-34
291. Gettis Alan, “Psychotherapy As Exorcism” J of Religion and Health 1976, 15(3) 188-190
292. Περισσότερα βλ. “introjection” : Μάνου Ν., Ερμηνευτικό Λεξικό Ψυχιατρικών όρων, University Studio Press, 1985.
293. Asch SS., “Depression and demonic possesion: the analyst as an exorcist”, Hillside J Clin Psychiatry 1985;7(2):149-64. Στην εργασία αυτή χαρακτηρίζεται ο δαίμονας σαν ελληνικό #BDB1B1 humor και αντιμετωπίζεται με καθαρά συμβολική έννοια!
294. Fenichel O., The Psychoanalytic Theory of Neurosis, London: Routledge and Kagan Paul, 1946.
295. Η λέξη «δαιμονισμός» τίθεται σε εισαγωγικά, καθώς δεν πρόκειται για αποδεχτή περίπτωση δαιμονισμού, αλλά για υποτιθέμενο, από το πάσχον άτομο, δαιμονισμό.
296. McHugh PR., Witches, multiple personalities, and other psychiatric artifacts, Department of Psychiatry and Behavioral Science, Johns Hopkins Medical Institutions, Baltimore, MD 21287-7413, USA. Nat Med 1995 Feb;1(12):112
297. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις «υστερικών κρίσεων» έχουν περιγραφεί τον 19° αιώνα από τον Charcot αλλά και άλλους (Veith I., Hysteria: The History of Disease, Chicago. The Univercity of Chicago Press, 1965).
298. Έτσι αναφέρεται από τον Yoram Bilu, στην ερευνά του, μεγάλο ποσοστό συμτωματολογίας, όπου τα κακά πνεύματα αναφέρονται σαν αρσενικού γένους και επιτίθενται σεξουαλικά στα θύματα τους, που είναι συνήθως θηλυκού γένους!
Στο σημείο αυτό μπορεί να αναφερθεί και μια δική μας ανάλογη περίπτωση (εξαιρετικά σπάνια πραγματικά, για τα ψυχοθεραπευτικά δεδομένα), όπου στη διάρκεια της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας και μάλιστα σε μια κρίσιμη τελική φάση, το άτομο (έφηβη) υποδύθηκε τέλεια μια δαιμονική κατάληψη, με χαρακτηριστικά ανάλογα, σαφώς σεξουαλικού περιεχομένου, αλλά και με δευτερογενή ψυχολογικά ωφέλη, των οποίων η ερμηνεία ξεφεύγει του παρόντος. Όταν πέρασε η κρίση, σε άλλη συνεδρία και έγινε ανάλυση της περίπτωσης, το άτομο ρωτήθηκε αν είχε υπόψη του περιπτώσεις δαιμονισμού και απάντησε ότι είχε παρακολουθήσει μια από τις ταινίες «Εξορκιστής», όπου υπάρχουν μέσα περιπτώσεις δαιμονιζομένων.
299. Bilu Y, Beit-Hallalmi B., “Dybbuk -possession as a hysterical symptom: psychodynamic and socio-cultural factors” Isr J Psychiatry Relat Sci 1989;26(3):138-49. Άτομα που αμφισβητούσαν την ιουδαϊκή θρησκεία (στην παραπάνω μελέτη) και εμφανίστηκαν σαν δαιμονισμένοι, όταν σύρθηκαν στη συναγωγή, έκαναν βίαιους σπασμούς, έφτυναν στα ιερά βιβλία και επιτίθεντο στους πιστούς. Επίσης μπορεί να έκαναν το σημείο του σταυρού. Πράξεις που χαρακτηρίζονται από τους εβραίους ερευνητές, ως ακραίες αντιθρησκευτικές! Ο εξορκισμός στις περισσότερες περιπτώσεις από κάποιο ραββίνο, μέσα από το σχετικό τελετουργικό, αναφέρεται ότι ήταν επιτυχής στο να εξαφανίσει τα συμπτώματα του πάσχοντος.
300. Ward, Colleen, Beaubrum, M. H., “The Psycho-Dynamics of Demon Possession”, J for the Scientific Study of Religion 1980, 19(2): 201 -207.
301. Lacy TJ, Khaitain KG., “Obsessive compulsive disorder manifesting as demonic attack”, J Clin Psychiatry 1993 Oct;54(10):398
302. Guazzo, F M (1608) Compentium Maleficarum English trance, Ashwin, E A (1929). Jojh Rodker, London
303. Και κλείνει με θριαμβευτικό ύφος τη μελέτη του, λέγοντας ότι ο δαιμονισμός τείνει να εξαφανιστεί μεταξύ των πολιτισμένων ανθρώπων, μόλις η πίστη στα πνεύματα χάνει την ισχύ της! Ωστόσο στο σχολιασμό του άρθρου του, ο Don Cupitt αναφέρεται σε κάποιον πρακτικό στη Βρετανία, που έχει πραγματοποιήσει 2000 εξορκισμούς μέσα σε πέντε χρόνια! Και κλείνει διαφωνώντας με το να στέλνονται ασθενείς από τους ψυχιάτρους στους ιερείς για εξορκισμό...
304. Hanson, Rt Rev RPC (1975). “Devils and scstasies”, The Edgbastonian. July, 21-23
305. Ehrenwald, J (1975). “Possession and Exorcism: delusion shared and compounded”, Journal of the American Academy of Psychoanalysis, 3,105-109.
306. Μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση εδώ, το πώς προσπαθούν πάση θυσία, να ερμηνεύσουν τα δαιμονικά φαινόμενα, άνθρωποι που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη των δαιμόνων. Φτάνουν τελικά στον επιστημονικό παραλογισμό, αφού οι «ψυχολογικές ερμηνείες» που δίνουν, δε γίνεται να ευσταθούν...
307. Trethowan W H., “Exorcism: a psychiatric viewpoint” J Med Ethics 1976 Sep; 2(3) :127-37.
308. Bufford, Rodger K., “Demoni Influence and Mental Disorders”, J of Psychology & Christianity 1989, 8(2): 35-48 Όπου υποστηρίζεται ότι δαιμονισμός και ψυχολογική διαταραχή, είναι δύο διαφορετικά πράγματα, παρά το ότι πολλές φορές εμφανίζονται ταυτόχρονα και μπορεί το ένα να επηρεάζει το άλλο.
309. Leon CA., “El duende” and other incubi. Suggestive interactions between culture, the devil, and the brain, Arch Gen Psychiatry 1975 Feb;32(2):162
310 Αλλωστε νομίζουμε, ότι δεν υπάρχουν άλλα γραπτά κείμενα πάνω στον πλανήτη, που να έχουν μελετηθεί τόσο και να έχει εξαντληθεί κάθε επιστημονική μέθοδος στην προσπάθεια να εξεταστούν από κάθε άποψη και μάλιστα ιστορική και φιλολογική. Έτσι είναι γνωστή η ευρύτατη διασταύρωση αξιοπιστίας, των ευάριθμων παλαιών χειρογράφων, πολλά από τα οποία χρονολογούνται πολύ κοντά στην εποχή της συγγραφής των ευαγγελίων, αλλά και την ισχυρή και αδιάλειπτη παράδοση της χριστιανικής εκκλησίας, μέχρι σήμερα. Περισσότερα βλ. Καραβιδόπουλος Ι., «Κριτικές εκδόσεις της Καινής Διαθήκης κατά τον 20° αιώνα», ΕΕΘΣ τ.8,1998.
311. Εμείς τουλάχιστον δεν συναντήσαμε στην κλινική πράξη, αλλά ούτε και στη βιβλιογραφία παρόμοιο περιστατικό.
312. Θα έλεγε «είμαι ο σατανάς» ή «έχω το σατανά» και όχι «είμαστε».
313. Παρά το ότι ο όρος αυτός είναι αμφιλεγόμενος από τη σύγχρονη ψυχιατρική και δε γίνεται πλέον αποδεκτός από τη σύγχρονη ταξινόμηση των ψυχιατρικών παθήσεων (DSM IV, 1994).
 314. Υπήρχε η άποψη ότι οι «κρίσεις» του ατόμου που έπασχε, εξαρτώνταν από τις φάσεις τις σελήνης. Ακόμη και σήμερα, μετά από τόσους αιώνες, που ιατρικά η επιληψία έχει εύκολη διάγνωση και ανάλογη αντιμετώπιση, η ορολογία «σεληνιασμός» χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους.
315. Είναι το σημείο που προσπαθώντας κάποιοι ερευνητές να εξηγήσουν ορθολογιστικά και βλέποντας ότι δεν «κολλάει» με μια ψύχωση, πρότειναν την περίπτωση της πολλαπλής προσωπικότητας!
316. Duble Identiry Disorder
317. Μας προξενεί μάλιστα εντύπωση το γεγονός, ότι αυτό δεν έχει επισημανθεί από τη βιβλιογραφία. Αφού εδώ έχουμε χαρακτηριστικά την «πρωτότυπη» περίπτωση να μιλούν πολλοί ταυτόχρονα δαίμονες από έναν άνθρωπο, όπως σαφώς αναφέρεται και τονίζεται στο κείμενο ότι «Παρεκάλεσαν αυτόν πάντες οι δαίμονες» . Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί στην υποθετική περίπτωση που θα μιλούσαμε για μια ψυχοπάθεια, όπως σχιζοφρένεια του ανθρώπου.
318. Στην υποβολή ο πάσχων είναι παρών και ο «θεραπευτής» προσπαθεί με διαφόρους τρόπους, κυρίως λεκτικούς, να τον «πείσει» ότι θα γίνει καλά και μάλιστα άμεσα με τη δική του παρέμβαση και αυθεντία.
319. Όπως τονίζεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο (15,22) «22 καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· Ἐλέησόν με».
320. Νευρολογική νόσος, που ενδημεί στο 1% του πληθυσμού, με διάφορες κλινικές εικόνες και τύπους, που διαγιγνώσκεται πλέον κλινικά, μόλις από τις αρχές του περασμένου αιώνα και ηλεκτροεγκεφαλογραφικά και θεραπεύεται με ανάλογα φάρμακα όπως η καρβαμαζεπίνη.
321. Βλ.και σχετική δημοσιευμένη εργασία μας Α.Ι.Στυλιανάκης, «Αντιδράσεις Μετατροπής νέων, στο στράτευμα», ΙΕΕΔ 1988.
322. Περισσότερα για τις «υστερικές νευρώσεις» βλ. Στ.Μπαλογιάννη, Ποιμαντική Ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1986,237-249.
323. Όπως είχαμε πει και σε προηγούμενο κεφάλαιο, ο τρόπος «επιτιμήσεως» από τον Κύριο, δείχνει ότι επρόκειτο περί συγκεκριμένου δαιμονίου. Δε θα είχε κανένα πρόβλημα ο Κύριος, να θεραπεύσει την κατάσταση του σεληνιαζομένου κωφάλαλου νέου, ως μια απλή ασθένεια, όπως άλλωστε έκανε και με τη συγκύπτουσα, παρά το ότι εκεί επρόκειτο πάλι για πονηρό πνεύμα. Το ότι όμως επιτιμά το δαιμόνιο, σημαίνει ότι επρόκειτο περί δαιμονισμού και δεν το έκανε για να μη στεναχωρήσει κάποιους, όπως φτάνουν μερικοί να ισχυριστούν προκειμένου να στηρίξουν ακραίες προσωπικές απόψεις.
324. Σχετικά με τον προβληματισμό αυτό βλ. και Sterling, Gregory E., “Jesus as Exorcist: An Analysis of Matthew 17:14-20; Mark 9:14-29;Luke 9:37-43a”, Catholic Biblical Quarterly 1993,55(3):467-493
325. Με θαυμασμό και απορία βλέπουν οι άνθρωποι στη συναγωγή της Καπερναούμ να διατάζει ο Χριστός τους δαίμονες, χωρίς καμιά δυσκολία.
326. Άλλωστε μνημονεύεται μία και μοναδική περίπτωση στα Ευαγγέλια, όπου οι μαθητές δεν κατάφεραν να βοηθήσουν τον πάσχοντα άνθρωπο και αυτή αναφέρεται σε κάποιο δαιμονιζόμενο νέο, του οποίου ο πατέρας τους ζήτησε βοήθεια.
327. Gildea Peter, “Demoniacal Possession” Irish Theological Quarterly 1974, 41(4) 289-311. Επίσης: Berends, Willem., “The Biblicall Criteria for Demon-Possession” Westminster Theological Journal 1975, 37(3) 342-365
328. Η πώς θα μπορούσε ένας γιατρός και ειδικότερα ένας ψυχίατρος, που δεν τον αναγνωρίζει, κλινικά, να χαρακτηρίσει, κάποιες καταστάσεις δαιμονισμού.
329. Virkler, Henry A. Mary B., “Demonic Involvement in Human Life and illness” J of Psychology and Theology 1977,5(2):95-102
330. Περισσότερα βλ. Στ.Μπαλογιάννη, Ποιμαντική Ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1986,252-254.
331. Αυτό βέβαια αποκαλύπτει και τον τραγικά παρεξηγημένο τρόπο με τον οποίο ερμήνευαν και αντιμετώπιζαν στη Δύση ένα δαιμονισμό. Ταύτιζαν προφανώς το δαιμονισμό με τη μαγεία, άρα θεωρούσαν ότι ο δαιμονιζόμενος συνεργεί με το διάβολο και άρα πρέπει να τιμωρηθεί! Και πάλι όμως βλέπουμε το είδος της τιμωρίας πόσο απάνθρωπο είναι, αλλά και τελείως έξω από το πνεύμα του Ευαγγελίου.
332. Λέει ο Μ. Αντώνιος ότι ο διάβολος, σαν πνεύμα με ευκινησία στον εναέριο χώρο, μπορεί να ξέρει περισσότερα από μας για το παρόν και το παρελθόν, αλλά όχι βέβαια το μέλλον, το οποίο δεν γνωρίζει. Μπορεί μόνο να προβλέψει προσεγγιστικά, με βάσει τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του. (Βλ. Βίος Μ .Αντωνίου υπό Μ. Αθανασίου, εκδ. Ρηγόπουλου.)
333. Λόγοι γέροντος Πάϊσίου, τόμος Γ Ι.Η .Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, 1999.
334. Πρβλ. με περιπτώσεις γλωσσολαλίας που παρουσιάζονται ορισμένες φορές σε συνάξεις Πεντηκοστιανών, όπου ο γλωσσολαλών μπορεί να μιλά ακατάληπτα, αλλά και σε κάποια από τις γνωστές διαλέκτους, με την επήρεια του πονηρού πνεύματος.
335. Κατά το γραφικό «ἰατροὺς καὶ φάρμακα ὃ Θεὸς ἔκτισεν» (Σοφία Σειράχ).
336. Και δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε την ύπαρξη αυτών των θαυμάτων, που καθημερινά κάνει η χάρη του Θεού μέσα στην Εκκλησία, όταν μάλιστα υπάρχει η απαραίτητη πίστη, «πάντα γὰρ δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Άλλωστε κυκλοφορούν και τόσα βιβλία με προσωπικά θαύματα και μαρτυρίες συνανθρώπων μας. Έστω κι αν ορισμένες φορές,φτάνουν πράγματι στα όρια των συναισθηματισμών και της υπερβολής .
337. Schendel E, Kourany RF., “Cacodemonomania and exorcism in children” J Clin Psychiatry 1980 Apr; 41(4):119-23. Προτείνεται από τους συγγραφείς ψυχοθεραπευτής, που να έχει σχέση με την θρησκεία, στην προσέγγιση περιπτώσεων που θεωρούνται δαιμονισμός.
338. Eftychiadis AC., “Byzantine psychosomatic medicine (10th-15th century)” Department of Philosophy and History of Medicine, Medical School of Athens University, Athens, Greece, Med Secoli 1999;11(2)415-21
339. Hexman, Irving, “Theology, Exorcism and the Amplification of Deviancy” Evangelical Quarterly 1977, 49(2) 111-116
340. Βλ. και σατανοκρατία,στην ΘΗΕ σελ. 1195.
341. Αυτοί που σκέφτονται βέβαια με τον τρόπο αυτό, δεν υποψιάζονται ότι χάνουν έτσι τις άπειρες ευλογίες του Θεού και δυστυχώς δεν μπαίνουν στον κόπο να δουν τι ζητάει ο Θεός από τον άνθρωπο.
342. Άλλωστε, αποτελεί πλεονασμό, αλλά θα το τονίσουμε, ότι η άποψη αυτή περί διαβόλου και δαιμόνων ταυτίζεται με την άποψη όλων των Πατέρων και την Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
243.Ζιγαβηνός 39 και Lamarche P., 91
334. Πρβλ. Ιω. 12,31 & 16,11
Πηγή: Δαιμονιζομένων Θεραπείες, π. Αντώνιος Στυλιανάκης Md., Mth., Παιδοψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής, Ψυχολογική και Θεολογική Έρευνα, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 187 - 244

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΣ & ΙΑΤΡΙΚΗ

Η δαιμονική κατοχή δεν είναι μια έγκυρη ψυχιατρική ή ιατρική διάγνωση που αναγνωρίζεται από είτε το DSM-IV ή το ICD-10, και πράγματι, δεν υπάρχει καμία επιστημονική βάση για μια τέτοια πεποίθηση. Οι άνθρωποι εκείνοι που δηλώνουν φανερά μια πίστη στη δαιμονική κατοχή μερικές φορές εσφαλμένα έχουν αποδώσει τα συμπτώματα που συνδέονται με τις διανοητικές ασθένειες όπως η υστερία, η μανία, η ψύχωση, ή η διαχωρίσιμη αναταραχή ταυτότητας στην κατοχή. Υπάρχει, εντούτοις, μια διανοητική ασθένεια αποκαλούμενη δαιμονομανία ή δαιμονοπάθεια. Αυτό είναι μια μονομανία στην οποία ο ασθενής πιστεύει ότι κατέχεται από έναν ή περισσότερους δαίμονες.
Από μια άλλη άποψη, εκείνοι που κατηγορούν άλλους για την δαιμονο-κατοχή πρέπει να αναφερθούν επίσης. Σε περιπτώσεις όπως εκείνους των μαγισσών του Σάλεμ ή των καλογριών που κατηγόρησαν τον πατέρα Urbain Grandier, αντιμετωπίζουμε μια συλλογική υστερία, που περιλαμβάνει περισσότερα από ένα πρόσωπα «μεταδοτικά» που πείθονται για εκείνη την «αλήθεια». Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις (μερικές φορές ένας μικρός αριθμός προσώπων, δηλ. μερικά μέλη μιας οικογένειας ή μιας μικρής ομάδας φίλων, αλλά γενικά ενός ατόμου) η κατηγορία της κατοχής δαιμόνων προκαλείται λόγω των ασθενειών προαναφερθεισών ή του φαινόμενου της συλλογικής υστερίας. Μια άλλη περίπτωση που είναι απαραίτητη για να αναφέρει είναι αυτή της προσομοίωσης· η προσομοίωση θεωρείται γενικά ψυχολογική αλλαγή της ανθρώπινης συμπεριφοράς παρά μια ψυχιατρική ασθένεια, αλλά υπάρχει σε περιπτώσεις ιατρικής προσομοιωτών διανοητικά άρρωστων που ενεργούν από τον εξαναγκασμό. Ήταν κοινή η περίπτωση παιδιών και εφήβων που κατηγορούσαν ανθρώπους να τα έχουν μαγέψει για την κατοχή αυτή και να προφασίζονται πως  κατέχονται από δαίμονα, και ζητώντας συγγνώμη αργότερα για αυτό· δυστυχώς, λόγω των διαδικασιών που πραγματοποιήθηκαν από τα θρησκευτικά δικαστήρια, γενικά εκείνοι οι αθώοι είχαν χάσει ήδη τις ζωές τους, και αυτή ήταν η αιτία πολλές από εκείνες τις συγγνώμες: το συναίσθημα της ενοχής, ή η τύψη. Υπήρξαν διάφορες περιπτώσεις της προσομοίωσης στην Αγγλία, οι περισσότερες από τις μεταξύ 1533 και 1697, έως ότου απαγορεύθηκαν οι κατηγορίες που γίνονταν από παιδιά το 1718· υπήρξαν περιπτώσεις της προσομοίωσης στη Γαλλία και την Αμερική επίσης· θεωρείται ότι η συλλογική υστερία που παρήγαγε την κατηγορία ενάντια στον Urbain Grandier άρχισε από μια περίπτωση της προσομοίωσης. Μένει να ειπωθεί ότι ένα πρόσωπο εύκολο να επηρεαστεί μπορεί να πειστεί από τρίτους για δαίμονο-κατοχή. Η υστερία είναι το πρώτο βήμα σε όλες τις άλλες  αναφερθείσες προηγουμένως ασθένειες, και είναι πιο κοινό στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άνδρες, κατά συνέπεια ο αριθμός «δαιμονισμένων» ανθρώπων και κατηγόρων να ήταν υψηλότερος στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άνδρες· τέτοιος  ήταν ο αριθμός ανθρώπων που σκοτώθηκαν από εκείνες τις κατηγορίες επίσης.
Η ιατρική μπορεί να εξηγήσει μερικές πτυχές των «συμπτωμάτων» που παρουσιάζονται από εκείνα τα πρόσωπα που κατέχονται σύμφωνα με τους ισχυρισμούς· είναι γνωστό ότι η «υπερφυσική δύναμη» είναι κοινή σε μερικές περιπτώσεις της παραφροσύνης (μανιακοί, energumens, κ.λπ.).
Το θέμα της κατοχής δαιμόνων κατά πολύ καλύτερα έχει χρησιμοποιηθεί από τον κινηματογράφο από τη λογοτεχνία. Ίσως ο πιο γνωστός τίτλος στο θέμα είναι εξορκιστής (και βιβλίο και κινηματογραφικό έργο), το οποίο απεικονίζει μια χαρακτηριστική μεσαιωνική περίπτωση της δαιμονικής κατοχής στην οποία το θύμα παρουσιάζει όλα απαραίτητα χαρακτηριστικά για να επιβεβαιώσει τη θέση. Την ταινία, του 1973, σατίρισε αργότερα το 1990 το έργο «Repossessed» Το «τέλος των ημερών» (1999) παρουσιάζει μια άλλη μορφή δαιμονικής κατοχής που προτείνεται από τον Hilarius.
Πηγή: http://encyclopedia.thefreedictionary.com/Demonic%20possession

ΕΝΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Το ζήτημα της δαιμονο-κατοχής είναι φαινομενολογικά αναμφισβήτητο. Η ιατρική σήμερα έχει εξηγήσει κάποια από τα συμπτώματα τέτοιων ψυχολογικών καταστάσεων αλλά όχι όλα. Όπως αναφέρει και ο π. Αντώνιος Στυλιανάκης «Το κενό καλύπτεται συχνά, από περίεργους «ερευνητές» και ψευτοειδικούς διαφόρων προελεύσεων, τη στιγμή μάλιστα που τα τελευταία χρόνια, υπάρχει ένα αυξημένο ενδιαφέρον του κόσμου για κάθε είδους φαινόμενα που έχουν σχέση με τον αποκρυφισμό, μαγεία, διάβολο και το μεταφυσικό.» (1) , «Είναι φανερό, πως ό,τι δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει στο μυαλό του, το απορρίπτει, έστω και χωρίς αποδείξεις» και πως «πάνω από πενήντα δημοσιευμένες (266) εργασίες στην παγκόσμια επιστημονική ιατρό-ψυχολογική βιβλιογραφία, που ασχολούνται με θέματα σχετικά με το δαιμονισμό και τους εξορκισμούς» (2)
Όπως και να έχει η κατάσταση στην Ελλάδα, σίγουρα δεν εξαρτάται σε αυτό το ζήτημα από το εξωτερικό, εφόσον εκεί έχει γίνει και επιστημονικό συμπόσιο σε πανεπιστήμιο για το λεγόμενο της «δαιμονικής κατοχής»

Αριστερά: Δαιμονοκατοχή (Demon possession)  : ένα ιατρικό, ιστορικό, ανθρωπολογικό και θεολογικό συνέδριο: papers παρουσιασμένα στο Πανεπιστήμιο του Notre Dame, Ιανουάριος 8-11, 1975, κάτω από τις ευχές της Χριστιανικού Ιατρικού Συνδέσμου, του John Warwick Montgomery, Είδος: Αγγλική : Βιβλίο: Μη φαντασίας, Εκδότης: Μιννεάπολης, Bethany Fellowship, ©1976.,ISBN: 0871231026, Θέμα: Κογκρέσο Δαιμονολογίας

Περιεχόμενα: Η απομυθοποίηση του δαιμονικού στην Π.Δ. / Dennis F. Kinlaw -- Απάντηση / Gordon R. Lewis -- Ιησούς και τα ακάθαρτα πνεύματα / J. Ramsey Michaels -- Απάντηση / John P. Newport -- Η αναβίωση του απόκρυφου από ιστορική άποψη / Richard Lovelace -- Μη αντέχοντας να ζουν οι μάγισσες / John Warwick Montgomery -- Οι κοσμοκράτορες : οι διαβολές στην μοντέρνα λογοτεχνία / D. G. Kehl -- Πνευματική κατοχή σε σχέση με τον πολιτισμό και την θρησκεία / A. R. Tippett -- Κατοχή, κατάσταση έκστασης, και εξορκισμός σε δύο Αφρικανικές κοινότητες / Donald R. Jacobs -- Δαιμονισμός στο χώρο της διακονίας / G. W. Peters -- Δαιμονισμός στο χώρο της διακονίας : προβλήματα στην μετάδοση ενός δύσκολου φαινόμενου / W. Stanley Mooneyham -- Υστερία και δαίμονες, κατάθλιψη και  καταπίεση, κακό και κακό / William P. Wilson -- Commentary στην υστερία και τους δαίμονες, κατάθλιψη και καταπίεση, καλό και κακό / John Warwick Montgomery -- Ψυχολογικές παρατηρήσεις στον δαιμονισμό / Gary R. Collins -- Σχολιασμός στις ψυχολογικές παρατηρήσεις στον δαιμονισμό / John White -- Σκέψεις γύρω από το δαιμονικό : από ψυχιατρική άποψη / Basil Jackson -- Δοκίμασε και δες / R. Kenneth McAll -- Προβλήματα και μέθοδοι στο εξορκισμό / John White -- Θύματα   γίνονται θύτες / W. Elwyn Davies -- Η δαιμονολογία σήμερα / Roger C. Palms -- Απάντηση / James D. Mallory, Jr. -- Σατανάς και δαίμονες : από θεολογική άποψη / John P. Newport -- Κριτίρια διάκρισης των πνευμάτων / Gordon R. Lewis -- Σατανάς και δαιμονολογία από εσχατολογκής απόψεως / Clarence B. Bass.
Πηγή: http://www.worldcatlibraries.org/

Σημειώσεις
1. Δαιμονιζομένων Θεραπείες, π. Αντώνιος Στυλιανάκης Md., Mth., Παιδοψυχίατρος - Ψυχοθεραπευτής, Ψυχολογική και Θεολογική Έρευνα, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 197
2. Ό.π. σελ. 190

Α. ΥΣΤΕΡΙΑ
Παθολογία
 Χρόνια λειτουργική νεύρωση κατά ποικίλους τρόπους εμφανιζόμενη επί τη βάσει συγγενών παθολογικών καταβολών, εκδηλουμένη δε υπό διαφόρες μορφές και δια λίαν διαφόρου πορείας. Χαρακτηρίζεται αφ’ ενός μεν υπό ορισμένων δερματικών συμπτωμάτων, τα οποία ή εμφανίζονται κατά το μάλλον σταθερά (τα καλούμενα στίγματα) ή εμφανίζονται μεν απότομα, αλλά διαλείποντος και παροδικά, ενίοτε δε μόνον επιμένουν καθ’ όλη την πορεία της νόσου και αποτελούν τα παροξυντικά φαινόμενα ή τις κρίσεις, αφ’ ετέρου δε υπό ορισμένων ψυχικών ιδιοτήτων, οι οποίες εκδηλώνονται κυρίως δια παραλλαγής (μεταβολής ή εξαλείψεως ή αυξήσεως) των συμπτωμάτων τούτων δι’ ιδίας και δια ξένης υποβολής (1). Τα διάφορα συμπτώματα παριστούν μεταβολές της κανονικής νευρώσεως προς διαφόρους κατευθύνσεις και βαθμούς (ψυχικές ανωμαλίες, παροξυσμοί σπασμών, παραλύσεις μετά συσπάσεων ή άνευ, αισθητικές και αισθητήριες διαταραχές). Το έδαφος, επί του οποίου αναπτύσσεται το κλινικό σύνδρομο της υστερίας, είναι η υστερική ιδιοσυγκρασία, ειδική κληρονομική ανώμαλος ενδογενής ψυχική κατασκευή. Η υστερική προσωπικότητα είναι και παραμένει διαρκώς λίαν ευκυβέρνητη, πτωχή εις συστηματική δύναμη, με εξασθενημένη θέληση και υποβάλλεται ευκόλως, παρουσιάζει δε και παθολογικά αισθήματα, ως ελάττωση της διεγερσιμότητας και του θυμικού, αίσθημα ιδίως μειονεκτικότητας, δυσαναλόγως έντονους επιθυμίας, προερχομένας εκ του υποσυνειδήτου κυρίως και διαθέτουσας εκ των προτέρων εις τάση προς διχασμό του προσώπου (2). Εις τον ενδογενή παράγοντα προστίθενται έξωθεν και επίκτητες προδιαθέσεις (3) (οργανικοί νευρικοί νόσοι, τραυματικοί βλάβες του νευρικού συστήματος, καθαρώς ψυχικά τραύματα, ορισμένες δηλητηριάσεις), όσον δ’ εντονότερες είναι αυτές οι επιδράσεις, τόσον περισσότερο καθίσταται δυνατόν ν’ αναπτυχθεί επί κατά φύση ατόμου ο υστερικός χαρακτήρας. Επί τη βάσει της υστερικής ιδιοσυγκρασίας αποτελείται η κυρίως υστερία εκ διαταραχών, οι οποίες εφόσον είναι πρωτοπαθείς, αναπαράγονται δι’ υποβολής και συνήθως είναι δυνατόν ν’ απομακρυνθούν δι’ όμοιας επιδράσεως (4).
Η κλινική αιτιολογία της υστερίας δεν είναι ενιαία. Το μέγιστο της συχνότητας της νόσου απαντάται κατά το 15-25 έτος της ηλικίας (περίοδος της αναπτύξεως της ήβης, πρόβλημα εκλογής επαγγέλματος, έρως, γάμος). Η παιδική υστερία (κληρονομικότητα, υστερικό περιβάλλον, μίμηση, κακή ανατροφή, τραύμα) δυνατόν εν τούτοις ν’ αναπτυχθεί και προ του 13ου έτους, και κατ’ αυτήν την πρώτη παιδική ηλικία. Η νόσος ουδόλως ανήκει μόνον στο γυναικείο φύλο, η δε αναλογία μεταξύ υστερίας των ανδρών (τραύμα, λοίμωξη, χρόνια δηλητηρίαση) και υστερίας των γυναικών, ήτις υπολογίζεται εις 1 : 10, δεν φαίνεται να είναι αληθής. Ιδιαιτέρως συχνή φαίνεται ούσα η υστερία επί των Εβραίων, η δε κληρονομικότητα κέκτηται μέγιστη σημασία. Οι σημαντικότερες τυχαίες αφορμές της υστερίας είναι ψυχικές παθήσεις, ηθικές συγκινήσεις, φόβος, μίμηση, ψυχικό τραύμα (σεισμός, κεραυνός), προς τούτοις δε δηλητηριάσεις (και δη χρόνιες εκ μόλυβδου, οινοπνεύματος υδραργύρου, καπνού, μορφίνης και των λοιπών, σπανίως εφ’ άπαξ επελθούσα βαρεία δηλητηρίαση, π.χ. δια χλωροφορμίου και άλλων), λοιμώδεις χρόνιες τοπικές και γενικές παθήσεις (τύφος, οστρακιά, γρίπη κ.τ.λ., σύφιλη, διαβήτης, χλώρωση, βαρεία αιμορραγία, επίσης  οι πρότερες μεν υπερτιμηθείσες, νυν δε υποτιμώμενες αντανακλαστικώς ή δια ψυχικής επιρροής χρόνιες παθήσεις των γεννητικών οργάνων της γυναικός και δη ειδικώς ή περιμητρίτης και η βλεννόρροια, η στείρωση κ.λ.π.).

Πάνω: Τα διάφορα στάδια του μεγάλου υστερικού σπασμού (Πηγή: Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κγ΄, σελ. 749)
Συμπτωματολογία
Τα συμπτώματα της υστερίας αποτελούν δύο ομάδες, την ομάδα του καλουμένου στιγμάτων και την ομάδα των παροξυσμών. Τα υστερικά στίγματα είναι καθαρώς ψυχικής, αισθητηρίου και κινητικής φύσεως. Δέον να διακρίνουμε από της υστερίας τις παραλλαγές του χαρακτήρας του συγγενούς εκφυλισμού εν γένει (ψυχρότητα, ευαισθησία, πείσμα, ψεύδος, κακία κλπ.), ως και εν γένει παν το αφορών εις τα ήθη. Ως καθαρώς ψυχικά στίγματα των υστερικών αναφέρονται η λίαν σταθερά ζωηρότητα πασών των θυμικών κινήσεων (ευερεθιστότητα, ευαισθησία), ακαταλόγιστοι και τραχείες πράξεις μετ’ εγωκεντρισμού (αρκετά συχνού, ιδίως επί υστερίας των ανδρών και προ των παροξυσμών), διαρκής κατάθλιψης του θυμικού, διαστροφή των απλών αισθήσεων (προτίμησης αηδών οσμών), μονομερής εξέλιξη της λογικής, ως αποτέλεσμα της ζωηρής εξάψεως των αισθήσεων, αμνησία επί όχι σκοτισμένης πνευματικής λειτουργίας, διαταραχή της συγκεντρώσεως και της προσοχής, εξάλειψης ορισμένων  αισθητικών σφαιρών, αύξηση της συνδυαστικής λειτουργίας του συνειρμού των ιδεών, τουτέστι της φαντασίας, αντιφάσεις στο ιστορικό πασχόντων και εν γένει τα καλούμενα υστερικά ψεύδη και υποκρίσεις. Επίσης παρατηρείται αφ’ ενός μεν τάση προς σκευωρίας, αφ’ ετέρου δ’ εξασθένηση της θελήσεως, αβουλία. Η υποβολιμότητα των υστερικών και η καλούμενη μετατροπή των εντυπώσεων (παραστάσεις υπό σωματική μορφή) εμφανίζονται εντονότατα κατά την διάρκεια της περιόδου της προσβολής. Τα υστερικό άτομα αποτελούν την πλουσιοτέρα πηγή υπνωτικών φαινόμενων. Επί υστερικού εδάφους εξελίσσονται επίσης ενίοτε εκσεσημασμένες ψυχώσεις, οι οποίες εμφανίζονται είτα υπό ειδική μορφή, αναλόγως της βασικής νόσου, χαρακτηριστικούς όμως ουδέποτε ως άνοια.
Τα σχετικώς μόνιμα, καθαρώς ψυχογενή, ανακαλυπτόμενα ίσως· το πρώτο δια της εξετάσεως αισθητικοαισθητήρια συμπτώματα εμφανίζονται ως υπεραισθησίες, δυσαισθησίες, προ πάντων όμως ως αναισθησίες. Η βαθμηδόν ή σπανιότερα απότομα εμφανιζόμενη, πολλάκις επί έτη διαρκούσα υστερική αναισθησία δυνατόν να αφορά ταυτοχρόνως εις όλα τα είδη της αισθήσεως ή μεμονωμένος στην αίσθηση της αφής, της θερμότητας και του ψύχους, ως και στην του πόνου και την ηλεκτρική ευπάθεια, συχνότερα όμως απαντά η θερμοαναλγησία και θερμοαναισθησία, έδρα δε τούτων είναι το δέρμα ή οι προσιτοί βλεννογόνοι (στόματος, φάρυγγα, ρινός, δακτυλίου, κόλπου, ουρήθρας). Η αναισθησία όμως εκτείνεται ενίοτε ακόμη και επί οστών, αρθρώσεων, μυών, τενόντων και νευρικών κορμών. Η απώλεια τής αισθήσεως της θέσεως και των κινήσεων των μελών έχει ως επακολούθημα την ανικανότητα του υπολογίζειν τα βάρη, προκαλεί άγνοια της θέσεως, ως και των ενεργητικών και παθητικών κινήσεων των μελών, επί λίαν δε εκτεταμένης δερματικής και εν τω βάθει αναισθησίας δυνατόν ο ασθενής μετά το κλείσιμο των οφθαλμών να πίπτει επί του εδάφους. Σπάνια η αναισθησία είναι πραγματικά γενική. Συνήθως είναι μόνον μερική, καταλαμβάνουσα άνευ ανατομικών ορίων ορισμένα περιφερικά νεύρα ή πλέγματα και εμφανιζόμενη υπό τρεις τύπους τοπογραφικής κατανομής, τον της ημιαναισθησίας, τον της περιγραμμένης γεωμετρικής αναισθησίας και τον κατ’ ακανόνιστους διάσπαρτους νησίδας. Η αναισθησία είναι συνήθως κινητή, παρέρχεται εντελώς και επανέρχεται, αλλάζει τόπο και μεταβάλλεται εν μέρει μεν εντελώς αυτομάτως, εν μέρει δε εξ ορισμένων αιτίων (υποβολής, εντεταμένης προσοχής κ.λ.π). Η υστερική αναισθησία δεν μεταβάλλει πάντοτε ουδέ βασικώς τα αντανακλαστικά. Μόνον ορισμένες κατηγορίες αντανακλαστικών του δέρματος και των βλεννογόνων εξαλείφονται συνήθως, και δη το αντανακλαστικό του γαργαλίσματος, τα των βλεφάρων επί κανονικής αντανακλαστικής εκκρίσεως των δακρύων, το των νεφρών και το του φάρυγγα.
Σχετικώς με τα αισθητήρια όργανα παρατηρείται εν πρώτοις γενική ή εις ορισμένες περιοχές του γνωστικού πεδίου εντοπισμένη, ολική ή εκλεκτική αγευσία και ημιαγευσία ή παραλλαγή της γεύσεως, ολιγότερο δε συχνή είναι μονόπλευρος ή αμφίπλευρος ανοσμία. Η μονόπλευρος υστερική κώφωση είναι συνήθης, όχι όμως πάντοτε, ατελής. Πλήρης αμαύρωση σχετική προς τις λείες συχνές άλλες οπτικές διαταραχές είναι σπάνια. Η υστερική αμβλυωπία είναι σύνδρομο, όπερ αποτελείται εκ του ειδικού υστερικού συμπτώματος της πρωτοπαθούς σταθερής και συγκεντρωτικής στενώσεως του οπτικού πεδίου μετά φυσιολογικής κεντρικής οπτικής δυνάμεως, εκ δυσχρωματοψίας αμφοτεροπλεύρου ή μονοπλεύρου ατελούς ή πλήρους, εξ αχρωματοψίας αυξανούσης συνήθως εκ του ιώδους προς το ερυθρό, το όποιον και διακρίνεται ευκρινέστερα πάντων, σπανιότερα εκ προσαρμοστικής ασθενωπίας και εκ μονοφθαλμικής διπλωπίας και πολυωπίας μετά μακροψίας και μικροψίας. Το αίσθημα της πείνας και δίψας είναι πότε μεν ελαττωμένο, πότε διηυξημένο (ανορεξία, βουλιμία, πολυδιψία), επίσης δε και οι γεννητικοί αισθήσεις δυνατόν να είναι αυξημένες ή ελαττωμένες ή να υπερτερεί η δια της κλειτορίδας της δια του κόλπου ορμής και επί ενηλίκων.
Οι συνήθεις φανταστικές επιπολής ή εν το βάθος αλγεινές υπεραισθησίες των υστερικών σπάνια μόνον εμφανίζονται εφ’ ολοκλήρου του ενός ημιμορίου του σώματος ή έτι πλέον εκτεταμένα, συνήθως δε περιορίζονται στο ένα άκρο, σε τμήματα των μελών, ιδίως δ’ επιμόνως επί μιας αρθρώσεως, λίαν συνήθως σε πλατείας ζώνες, έτι δε και σε σημεία, τα καλούμενα αλγεινά σημεία, μη αντιστοιχούντα πάντοτε σε ορισμένους νευρικούς κλάδους. Η υστερική υπεραισθησία παρέρχεται πολλάκις διά διαφόρων μέσων υποβολής, ως και δι’ αποσπάσεως της προσοχής. Αυτόματοι πόνοι υπάρχουν σε τίνα μόνον σημεία, ιδίως στα του κρανίου, εμφανιζόμενοι ως νευραλγίες, ως τοπαλγίες, επίσης δε και ως σπλαγχνικοί πόνοι (καρδιαλγία, υστεραλγία, αρθραλγία κ.λ.π.). Επί των υστερικών παρατηρούνται επίσης και παραισθήσεις και δυσαισθησίες.
Ως κινητικά στίγματα χαρακτηρίζονται επιβράδυνση των εκουσίων κινήσεων, αύξηση του χρόνου της αντιδράσεως, αταξία επί κεκλεισμένων μόνον οφθαλμών ή εκτεταμένη διαταραχή της μυϊκής αισθήσεως, μονοπληγική ή ημιπληγική, σπάνια δε γενική μυασθένεια. Επίσης παρατηρείται το σύνδρομο του Lasegue, το οποίο συνίσταται εις εντελή ανικανότητα του εκτελείν κινήσεις του αναίσθητου μέλους άνευ ελέγχου της οράσεως, πολλάκις όμως την πραγματική οπτική εντύπωση αντικαθιστά καθ’ υποβολή οπτική παραίσθηση ή και οπτική τις αίσθηση εν αρχή της εκούσιας κινήσεως. Τέλος παρατηρείται, κατά τον Charcot, διάθεση προς συσπάσεις, τουτέστι το συνήθως μετά μυασθένειας και αναισθησίας παρατηρούμενο φαινόμενο, καθ’ επί υστερικών μικρότατοι επιδράσεις επί μυός τίνος ή μυϊκής ομάδας (διά λόγων υποβολή, περίδεση άκρου τινός δι’ ελαστικής ταινίας, μάλαξη, έκταση, κάμψης) προκαλούν ευκόλως καταστελλομένη σύσπαση.
Εκ των υστερικών παροξυσμών οι κινητικοί, οι γνωστότατοι και συνηθέστατοι, οι παρατηρούμενοι επί πλέον των 60% των περιπτώσεων, εμφανίζονται ως μεγάλοι, μικροί και άτακτοι παροξυσμοί κατ’ αραιότερα ή συχνότερα διαστήματα, ενίοτε μεν λίαν συχνά, ενίοτε δε και κατά σειράς. Ο μέγας παροξυσμός αποτελείται εξ ενός προδρομικού σταδίου (οπτικές και ακουστικές παραισθήσεις, ευερέθιστο θυμικόν, καρδιακοί παλμοί, λυγξ, ναυτία, τρόμος, διάττοντες πόνοι, ίλιγγος, τέλος απώλεια της συνειδήσεως), εκ μιας επιληπτοειδούς περιόδου (σπασμοί κλονικοί, τοπικοί, εν μέρει δε συντεταγμένοι, πτώση μετά δήξεως της γλώσσας και απώλειας ούρων), καθ’ ον τα αντανακλαστικά των τενόντων διατηρούνται, οι κόρες αντιδρούν ταχέως, βραδύτερον δ’ επέρχεται η φάση των συστροφών (συστροφή του κορμού βραδεία, ακροβατισμοί, οπισθότονος, τόξο, θέση σταυρώσεως, κινήσεις πτήσεως, κολυμβήσεως, κραυγές κ.λ.π.), εκ της περιόδου των εντόνων παθητικών θέσεων και σχημάτων (καθ’ ην το πρόσωπο λαμβάνει έκφραση οργής, φόβου, ερωτικής περιπάθειας, θρησκευτικής εκστάσεως), εκ της φάσεως των παραληρημάτων (κυρίως λεξικό παραλήρημα) και εκ του τελικού σταδίου, χαρακτηριζομένου πολλάκις υπό πολυουρίας, δακρύων, λυγγός, ενώ οι παραλύσεις και συσπάσεις συνήθως υποχωρούν.
Ο κατά πολύ συνηθέστερος μικρός παροξυσμός εμφανίζει συνήθως μόνον εν προδρομικό στάδιο, σπαστική περίοδο μετά τονικών, κλονικών σπασμών και συντεταγμένων κινήσεων και το τελικό στάδιο. Οι μεγάλοι παροξυσμοί διαρκούν περίπου μία ώρα, η τελική όμως περίοδος των δυνατόν να παραταθεί επί ημέρες. Πλην των δύο τούτων κυρίων τύπων, υπάρχουν, ένεκα βραχύνσεως ή ελλείψεως (ορισμένων φάσεων και πλείστες άλλες ποικιλίες των παροξυσμών. Οι κυριότερες εξωτυπικές μορφές είναι υστερικός ίλιγγος, απλές επιληπτοειδείς προσβολές ή σειρά τοιούτων, δαιμονοπαθητικές ακροβατικές προσβολές εκστάσεως (5), συγκοπτικές κρίσεις (λιποθυμία μετ’ ελαφρών συσπάσεων), υπνωτικές ή ληθαργικές προσβολές, καταληπτικές προσβολές, κατά τις οποίες ο ασθενής είναι ανίκανος προς κίνηση βλέπει όμως και ακούει πάντα, κηρώδης ευκαμψία, πλανητικός αυτοματισμός κλπ.
Άλλης φύσεως κινητικά συμπτώματα του παροξυσμού είναι κυρίως οι συχνοί, συνήθως οξέως εμφανιζόμενοι, ολίγες ώρες ή και έτη όμως διαρκούσες, πολλάκις υποτροπιάζουσες παραλύσεις (ημιπληγία, συνήθως άνευ συμμετοχής του προσώπου, παραπληγία, μονοπληγία, σπάνια πλήρης παράλυσης, συνήθως μετ’ ελαττώσεως της θερμοκρασίας του δέρματος, σπάνια μετ’ οιδήματος, έτι δε σπανιότερο μετ’ ατροφίας κλπ.) και οι επίσης λίαν συχνές, συνήθως μόνιμες, ενίοτε δε και εκτεταμένοι κατά κανόνα συντεταγμένοι συσπάσεις των υστερικών (κινητική αδυναμία μετ’ έντονου ακουσίας και κατά τον ύπνο έτι διατηρούμενης δυσκαμψίας των μυών). Οι αυξήσεις αυτές της μυασθένειας και διαθέσεις προς συσπάσεις προκαλούνται υπό παροξυσμών, σπασμών, εντόνου ψυχικής μεταβολής, υπό ονείρων και διαφόρων παθολογικών καταστάσεων, ως επίσης και υπό ουλών του δέρματος κτλ. Σχετικώς συχνά παρατηρούνται συσπάσεις των μυών του προσώπου και των οφθαλμών (βλεφαρόσπασμος, στραβισμός, συζυγής απόκλιση των οφθαλμών). Επίσης παρατηρείται και αστασία και αβασία, ήτοι διαταραχή των συντεταγμένων κινήσεων κατά την στάση και την βάδιση, πότε μεν μάλλον ένεκα αδυναμίας των μυών, πότε δε μάλλον ένεκα αταξίας. Ο υστερικός τρόμος και η υστερική χορεία συνίστανται εξ ακουσίων ακανόνιστων συντεταγμένων κινήσεων εν ηρεμία και κατά τις προαιρετικές κινήσεις. Εξαιρετικά συχνά και λίαν χαρακτηριστικός είναι προ πάντων ο τρόμος, ημίπλευρος ή εντοπισμένος σε ένα μέλος, βραδέος ή ταχέως ρυθμού, ελαφρός ή έντονος, υποκρινόμενος όλες τις μορφές του τρόμου των οργανικών παθήσεων του νευρικού συστήματος και άλλων λειτουργικών νευρώσεων. Ενταύθα ανήκει και  ο τρόμος των βλεφάρων επί κεκλεισμένων οφθαλμών και οι ταλαντώσεις του κορμού. Όχι σπάνια και λίαν ποικίλα είναι τέλος τα τικ των υστερικών (ταχείες, συστηματικές, συντεταγμένες κινήσεις, ως κάμμυση των οφθαλμών, υπέγερση των ώμων, φρύαξις, βήχας κλπ.). Ως αλγεινοί παροξυσμοί χαρακτηρίζονται η υστερική κεφαλαλγία, ή ψευδομηνιγγίτιδα, εμετοί, παραληρήματα, οπισθότονος κλπ., η υπεραλγία της σπονδυλικής στήλης, ενίοτε και υπό μορφή ποτείου έτι κακού, όταν περιορίζεται επιμόνως σε ολίγους σπονδύλους, παροξυσμοί ανάλογοι των γαστρικών κρίσεων, της νωτιάδας φθίσεως κτλ.
Ως σπλαγχνικές κρίσεις χαρακτηρίζουμε την υστερική αφωνία, συνήθως μετ’ αναισθησίας του βλεννογόνου του λάρυγγα, την υστερική αλαλία (πλήρης αδυναμία του ομιλείν εντόνως ή χαμηλής φωνής) ενίοτε μετ’ αγραφίας, τον υστερικό τραυλισμό, τους σπασμούς της γλωττίδας, (ορισμένους περιοδικούς λαρυγγικούς ήχους, παροξυσμούς ταχυκαρδίας μετ’ έντονου τύπου ενεργείας της καρδιακής συστολής, επίσης βραδυκαρδίας (επί υπνωτικών προσβολών), την ψευδοστηθάγχη, έκτακτες συστολές, την αντιστροφή της αγγειοκινητικής αντιδράσεως κατά τα άκρα επί κινητικών παραστάσεων, υπεραιμίας των πνευμόνων μεθ’ αιμοπτύσεων, ή άνευ, παροξυσμούς δύσπνοιας ένεκα παραλύσεως ή συσπάσεως του διαφράγματος, ταχύπνοια, δυσφαγία ένεκα συνεχούς ή διαλείποντος σπασμού του φάρυγγα και του οισοφάγου, εμετούς, αεροφαγία, ερυγάς, παροξυσμικό τυμπανισμό, διάρροια, ψευδοπεριτονίτιδα, ψευδόσκωληκοειδίτιδα, σπασμό του πρωκτού, του όρθου, του σφιγκτήρα της κύστεως, του βολβοσηραγγώδους μυός κλπ.
Ως αγγειοκινητικές τροφικές προσβολές θεωρούνται ερυθηματώδη ή και πομφολυγώδη εξανθήματα του δέρματος, ζωστηροειδή εξανθήματα, γάγγραινα του δέρματος, αιμορραγίες του δέρματος, διίδρωση αίματος, αιματηρά δάκρυα, στιγματισμός, δερμογραφισμός, περιγεγραμμένο ή διάχυτο οίδημα, ύδρωψ του γόνατος υπό διαλείπουσα μορφή, διόγκωση των μαστών, μυϊκή ατροφία κ.λ.π.
Πορεία
Η πορεία της υστερίας είναι χρόνια και σε περιπτώσεις δε, καθ’ ας διάφορα συμπτώματα εισβάλλουν εντελώς οξέως, προηγήθηκαν έτερα χρόνια λανθάνοντος. Ορισμένα οφθαλμοφανή φαινόμενα δυνατόν να υποχωρήσουν ταχέως, έτερα όμως ίσως κρυμμένα παραμένουν. Το ότι ουδεμία περίπτωση υστερίας έχει την αυτήν πορεία προς έτερα τοιαύτη, οφείλεται στο ότι κατά τις διαφόρους περιπτώσεις προεξάρχουν άλλοτε άλλα συμπτώματα, όπως εις την ακανόνιστο, ουχί δε ελεύθερη υποβολής, εμφάνιση στιγμάτων ως και παροξυσμών και την έτσι προκαλουμένη ποικιλία συνδυασμών, τέλος δε στην επίδραση των διαφόρων παροξυσμών επί της κλινικής εικόνας. Υφέσεις είναι συχνότατοι διαρκούν πολλάκις και επί μακρύ χρόνο· υπάρχει μάλιστα και κανονικώς εναλλάσσουσα μορφή ή καλούμενη υστερία των εποχών, ολικές όμως και διαρκείς υφέσεις σπανιότατα παρατηρούνται. Σταθερά επίσης πρόοδος δέον να χαρακτηρισθεί ως σπάνια. Υπό (ορισμένη έννοια δυνατόν να γίνει λόγος περί οξείας θανατηφόρου υστερίας (υστερία κατόπιν έντονων ηθικών διεγέρσεων μετά συγχύσεως, βαρειών παροξυσμών, ταχείας καταπτώσεως των δυνάμεων ένεκεν ελλιπούς λήψεως τροφής). Πλην των λίαν σπανίων τούτων, περιπτώσεων η υστερία δεν είναι νόσος επικίνδυνος δια την ζωή και τα φαινομενικά δε βαρύτερα συμπτώματα έχουν συνήθως καλή πρόγνωση.
Διάγνωση
Όταν επί ασθενούς τινός πιστοποιήσουμε την ύπαρξη μιας ή μερικών εκ των παροδικών υστερικών διαταραχών, ερευνούμε δια τα καλούμενα στίγματα και εξετάζουμε προ πάντων την ιδιοσυγκρασική ψυχική κατάσταση. Η υστερία υποδύεται πολλές κλινικές εικόνες, δι’ ο δέον πάντοτε να εξετάζουμε τον βυθό του οφθαλμού και τα ούρα, επί νευρικών δε καταστάσεων να εξετάζουμε την κατάσταση ολοκλήρου του σώματος και προ πάντων να προφυλαττώμεθα από συγχύσεις προς ορισμένες εγκεφαλικές εστιακές παθήσεις, κατά πλάκας σκλήρυνση, χρόνια παραπληγική νωτιαία παράλυση, συριγγομυελία, επιληψία, νευρασθένεια, οργανικές παθήσεις διαφόρου φύσεως, π.χ. άσθμα και ισχιαρθροκάκη, έλκος του στομάχου, σκωληκοειδίτιδα, χολολιθίαση, πάντοτε όμως δέον να εφιστούμε την προσοχή στην τάση την οποία έχουν πολλοί υστερικοί να υποκρίνονται. Δύσκολος είναι η διαφορική διάγνωση από της πρωίμου άνοιας, (οία δ’ όσον αφορά τις υστερικές καταστάσεις συγχύσεως. Αν και εις την υστερία δεν υπάρχει μεταβολή της παιδικής γενετησίου ζωής, κέκτηνται εντούτοις γεννητικά τραύματα και γεννητικές παραλλαγές (ομοφυλοφιλία κ.λ.π.) πολύ μεγαλύτερη σημασία από όσο νομίζεται. Συνηθέστεροι συνδυασμοί της υστερίας παρατηρούνται μετά σύφιλης του νευρικού συστήματος, κατά πλάκας σκλήρυνση, προϊούσης δυστροφίας, νευρασθένειας, επιληψίας, νόσου του Bassedow, τρομώδους παραλύσεως κ.λ.π.
Θεραπεία
Προφυλακτικά ενδείκνυται σκληραγώγηση του νευρικού συστήματος, ιδίως δε του των επιβαρυμένων παιδιών, δια παιδαγωγήσεως περιοριζούσης την φαντασία ή οδηγούσης αυτήν ορθά (επωφελής απασχόληση). Διαγνωσθείσης υστερίας επιβάλλεται απομάκρυνση ενδεχομένης υπαρχούσης τινός ή οπωσδήποτε επιδρώσης παραγωγού αιτίας. Επίσης δέον να θεραπεύουμε πρώτον τυχόν υπάρχουσα πάθηση της μήτρας και έπειτα την υστερία, εις άλλες δε πάλι περιπτώσεις ν’ απέχουμε εν αρχή πάσης γυναικολογικής θεραπείας. Γενικές στειρώσεις (επί υγιών ωοθηκών) των υστερικών είναι εντελώς ημαρτημένες. Η ψυχοθεραπεία είναι το πρώτο και το έσχατο πάσης θεραπείας της υστερίας, κέκτηται δ’ αυτή ενταύθα πολύ μεγαλύτερη σημασία από ότι επί νευρασθένειας. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι το αυτό με τον υπνωτισμό, ο οποίος πάντως επί της εκ του πολέμου υστερίας επέφερε αξιοσημείωτα αποτελέσματα. Τα συγχρόνως χρησιμοποιούμενα φυσικά μέσα είναι μόνον ενδιάμεσα προς προσήλωση των ασθενών εις την ιδέα της ιάσεως. Παραλλήλως δύναται να εφαρμοσθεί και η κατά Freud καθαρτική ψυχαναλυτική μέθοδος. Επίσης διαπαιδαγώγηση, εκμάθηση, ενδεχομένη ηθική καθοδήγηση δια της χρησιμοποιήσεως της ιατρικής επιβολής, αποχωρισμός από των συγγενών ή τουλάχιστον νοσηλεία υπό πεπαιδευμένης νοσοκόμου και ενίοτε διαμονή κατά τον χειμώνα σε υψηλά κλίματα, επιδρά λίαν ευνοϊκά, κατά δε τα άλλα, τα αυτά φυσικά διαιτητικά μέσα ως και επί νευρασθένειας (τακτική κατάκλισης, υπεραιτισμός, γενικός φαραδισμός, ηλεκτρικοί καταπονήσεις επί της κεφαλής και της ράχης, θεραπευτική γυμναστική κλπ.). Υδροθεραπευτικά μέσα είναι κατάλληλα μάλλον προς εκπλήρωση (ορισμένων σκοπών ή προς γενική θεραπεία, ειδικά δ’ εσωτερικά μέσα δεν υπάρχουν. Εν τούτοις φαίνεται ότι η επίδραση της βαλεριάνης, ιδία όταν της κλινικής εικόνας προεξάρχουν σπασμοί ή εν γένει διεγερτικές καταστάσεις, δεν οφείλεται μόνον εις υποβολή. Εντελώς συμπτωματικής ενδείκνυνται διάφορα μέσα, ως ο σίδηρος, το αρσενικό, τα βρωμιούχα, τα αντινευραλγικά και τα υπνωτικά. Ο συνήθης υπνωτισμός είναι πολλάκις σκόπιμο θεραπευτικό μέσον της υστερίας. Πολλοί προτιμούν την λογική υποβολή εν εγρήγορση. Εκ των διαφόρων συμπτωμάτων της υστερίας, η αναισθησία μετριάζεται ενίοτε δια φαραδισμών του δέρματος, ερεθιστικών εντριβών, καταιονήσεων κλπ. Κατά των υπεραλγησιών και παροξυσμών πόνων ενδείκνυται μεθοδική πίεση επί της αντιστοίχου θέσεως, επίτριψη, υδροθεραπευτικά μέσα (περιτυλίξεις), γαλβανισμός, φαραδισμοί, αντινευραλγικά, αλλά όσο το δυνατόν αποχή από κυρίως ναρκωτικών (μορφίνη). Κατά των υστερικών παραλυτικών καταστάσεων, δι’ υποβολής επίδραση (εν εγρηγόρση υποβολή), επανειλημμένη πιστοποίηση του κυρίως λειτουργικού χαρακτήρας της αδυναμίας των μυών, (ορισμένη υπόσχεση ιάσεως εντός βραχέος χρόνου, διαταγή εκτελέσεως των απολεσθεισών κινήσεων, φαραδισμός, τοπικές μαλάξεις ή υγρές εντριβές, ασκήσεις των παρετικών μόνον ομάδων μυών, εις λίαν δ’ επίμονους περιπτώσεις μεταλλοθεραπεία (επίδεση τεμαχίων μετάλλων), χρήση του μαγνήτη, θερμοκαυτηριάσεις. Οι συσπάσεις και οι λοιπές κινητικές διεγερτικές καταστάσεις θεραπεύονται διά μεθοδικής εκτελέσεως ορισμένων εκουσίων κινήσεων (ενεργητική γυμναστική), παθητικών κινήσεων των προσβεβλημένων μελών, προς τούτοις δε δια βρωμίου, γαλβανισμών, φαραδισμών, ψυχρών λουτρών, επιθέσεως πιεστικού επιθέματος επί πλησίον κειμένου σπασμοκρατούς σημείου. Κατά τους υστερικούς παροξυσμούς πρόκειται εν πρώτοις περί καταστολής ή επιβραχύνσεως εκραγέντος ήδη παροξυσμού. Προς τούτο επιδρούν επί σχετικώς διατηρημένης συνειδήσεως: η διαταγή του προσέχειν, η επιβολή κανονικών κινήσεων, επίσης ερεθισμοί του δέρματος (φαραδικό ρεύμα, καταιονήσεις), πίεση επί υστεροκρατών σημείων. Εν περιπτώσει βαρείας διαταραχής της συνειδήσεως ενδείκνυνται ψυχρές καταιονήσεις, ελαφρός χλωροφορμισμός βραχείας διαρκείας. Προφύλαξη από τραυματισμών επιβάλλεται επισταμένως. Μετά βαρείς παροξυσμούς ενδείκνυται κατάκλιση. Κατά τις μέτριες, παρατεταμένες υπερκινήσεις (τρόμο, κλόνο κλπ.) χλιαρά λουτρά, γενικός φαραδισμός, περιτυλίξεις, ελαφρά γυμναστική. Οι παροξυσμοί καθίστανται σπανιότεροι προ πάντων δια της γενικής θεραπείας. Εκ των κινητικών διαταραχών των σπλαγχνικών μυών, θεραπεύουμε, π.χ. την παράλυση του φάρυγγα δια φαραδισμών, την αφωνία επίσης δι’ ηλεκτρισμών μετά συγχρόνου προσπάθειας εκφωνήσεως τόνων και διαφόρων τοπικών χειρισμών, τους εμετούς δια χλωράλης σε μικρές δόσεις ενδεχομένως δια σιτίσεως δια του οισοφάγου καθετήρα. Επί υπνωτικών προσβολών δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε επανειλημμένες υγρές εντριβές και φαραδισμό δια του χρωστήρα.
Σημειώσεις α.α.
1. Εδώ στηρίζεται η επιστημονική άποψη περί θεραπείας των δαιμονιζόμενων δια του ξορκισμού. Για την επιστήμη η «αυθυποβολή» του δαιμονισμού αίρεται δια μέσω μιας αντίπαλης «υποβολής», εκείνης που προτείνει ο ξορκιστής ιερέας. Αυτή η θέση είναι έωλη εφόσον στον Ορθόδοξο χώρο υπάρχουν θεραπείες δαιμονιζόμενων κατά την λιτάνευση σκηνωμάτων Αγίων δίπλα ή πάνω από τους πρώτους, άνευ της παρεμβάσεως κάποιου ιερέως επί του πάσχοντος. Για την επιστήμη τα σκηνώματα των Αγίων, εφόσον πρόκειται περί «νεκρών», δεν χρίζουν καμιά ικανότητας υποβολής επί του δαιμονιζόμενου. Επιπλέον μια τέτοια προσέγγιση του φαινόμενου του δαιμονισμού,  δεν μπορεί να ερμηνεύσει τον ξορκισμό του πάσχοντος δια της αναγνώσεως κάποιας ευχής εξ αποστάσεως και σε άγνωστη χρονική στιγμή, εφόσον ο ιερεύς ως απών φυσικό πρόσωπο δεν δύνανται να υποβάλει τον πάσχοντα σε «θεραπεία» υποβολής.
2. Η φαινομενολογία του δαιμονισμού ή δαιμονοκατοχή, η παρουσία δύο δηλαδή προσωπικοτήτων μέσα στον ίδιο οργανισμό, για την επιστήμη αποτελούν διχασμούς της προσωπικότητας. Αν και δηλαδή οι ερμηνείες διαφέρουν ως προς τα πρώτα αίτια, δαίμονας για την Εκκλησία - το αυτό πρόσωπο για την επιστήμη, η φαινομενολογία είναι ασφαλώς η ίδια.
3. Η αλλιώς, «ἁμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα»
4. Για την επιστήμη, ακόμη και εκείνης του εξορκιστή, βλέπε ανωτέρω την σημείωση 1 και την δήλωση του Ανδρέα Φώρκου κατωτέρω.
5. Αναφορά στην φαινομενολογία του δαιμονισμένου.
Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κγ΄, σσ. 748-750
Β. ΜΑΝΙΑ
Η διάθεση του μαίνεσθαι, έκσταση, παραφροσύνη, τρέλα: «έπαθε μανία καταδιώξεως», «μανία οξεία - χρόνια»· || μανιώδης οργή, έχθρα: «του ’ χει μανία κι όπου τον βλέπει τον βρίζει»· || παράδοξος τάση, ιδιοτροπία έντονος: «έχει μανία να κυνηγά τις γάτες»· || «έχει μανία με τη μουσική», αγαπά σφόδρα την μουσική.
Ψυχιατρική: Η λέξη μανία ήταν άλλοτε συνώνυμος πάσης ιδεοληψίας, έμμονου ιδέας ή ενασχολήσεως έμμονου, και συνεπώς παντός παραληρήματος. Σήμερα η λέξη μανία σημαίνει ειδική ψυχική συνδρομή, της οποίας κύρια συμπτώματα είναι τα εξής : 1)  Υπερτονία νευροψυχική μετ’ ευμεταβλησίας του νευροψυχικού τόνου, εν ω δεσπόζει η διάχυση. Το άτομο είναι χαρούμενο, γελά, αισιοδοξεί, και στην αισιοδοξία του πολλάκις καταστρέφει εαυτόν, αν διαχειρίζεται περιουσία διακυβεύων αυτήν εις επιχειρήσεις ανόητους, λόγω της μεγάλης του αισιοδοξίας. 2) Ταχύτης επιτελέσεως πασών των ψυχικών και φυσικών λειτουργιών. Κατά πρώτον υπάρχει μέγιστη ταχύτητα του συνδυασμού των παραστάσεων και υπερμνησία, εκ των οποίων προέρχεται η φλυαρία και μακρολογία, υφ’ ων κατέχονται οι πάσχοντες, μάλιστα δε και λογόρροια, ενώ ο πάσχων ομιλάει ακατάπαυστα περί παντός προσώπου ή πράγματος άνευ αποχρώντος λόγου, μεταπίπτοντας από θέματος εις θέμα και πριν ακόμη να τελειώσει την προηγουμένη φράση αρχίζει την επόμενη, εξ της οποίας παρατηρείται ασυναρτησία λόγω της ταχύτητας του συνδυασμού των παραστάσεων. Και η κινητικότητα είναι λίαν αυξημένη, δι’ αυτό ο ασθενής κινείται διαρκώς, βηματίζει, χειρονομεί, ουδαμού ευρίσκει ησυχία, πλανάται τέλος ανά τα γειτονικά χωρία και τις πόλεις. Επί πλέον άδει, ορχείται, ψάλλει, χαρμόσυνα ιδίως. Αλλά και οι φυσικοί λειτουργίες τελούνται μετά ταχύτητας· έτσι υπάρχει ταχυκαρδία, αύξηση της πιέσεως του αίματος, μεγάλη όρεξη, πολυφαγία, πολυουρία, ταχύπνοια, το δε πρόσωπο είναι υπεραιμικό. 3) Εκφέρει παραληρητικές ιδέες, υπερβασίες του εγώ, φευγαλέες και παροδικές, άνευ όμως πεποιθήσεως, διότι ευθύς αμέσως και ο ίδιος δύναται να γελά με το υπερβολικό αυτών. Οι ιδέες του είναι ανάλογοι προς τα ιδανικά, τα οποία έτρεφε συνήθως ο πάσχων. 4) ιδέες καταδιώξεων κατ’ εκείνων, που θεωρεί ως υπαιτίους της διαψεύσεως των ελπίδων του, ή διότι θέλει να δικαιολογήσει την απόσπαση μεταξύ της πραγματικότητας και του ιδεώδους του εγώ του, όπερ δι’ αυτόν είναι τετελεσμένο. 5) Ελάττωση της βουλητικής προσοχής και αύξηση της αυτομάτου, ακόμη δε και παραισθήσεις λόγω της ταχύτητος με την οποία επιτελείται η αντίληψη. 6) Έλλειψη διαταραχών ψυχικών, σημαινουσών εξασθένηση, εκτός αν η μανία είναι συμπτωματική ορισμένων παθήσεων. Η συνδρομή αυτή προκαλείται συνήθως υπό τίνος λοιμώξεως ή τοξικής καταστάσεως, ή είναι εκδήλωση εκφυλισμού, ή οργανικών αλλοιώσεων ορισμένων· στις περιπτώσεις δε αυτές πρόκειται περί της δευτεροπαθούς μανιακής συνδρομής. Ταύτη προκαλεί πάσα λοίμωξη ή τοξική αιτία, ο εκφυλισμός (εκφυλογενής μανία), οι πρεσβυτικές αλλοιώσεις (πρεσβυτική μανία ή προπρεσβυτική). Συνήθεις είναι οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες αυτή αποτελεί εκδήλωση ετέρας αρχομένης ψυχικής οργανικής νόσου. Τοιαύτες δ’ είναι η προϊούσα γενική παράλυσης και η πρωτόγονος άνοια, στις οποίες έχουμε επέλευση ταχείας διανοητικής εξασθενήσεως. Επίσης έχουμε και την μανία ως ιδιοπαθή, ούτως ειπείν, συνδρομή (νόσο), ήτις τότε αποτελεί μέρος της μανιοκαταθλιπτικής ψυχώσεως. Κατά πρώτον λοιπόν δέον να διαγνωσθεί αν πρόκειται περί της συνδρομής μανίας, ήτις δύναται να συγχυσθεί προς το οξύ παραλήρημα, εις το οποίο δεν υπάρχει φαιδρότητα και ευμεταβλησία του νευροψυχικού τόνου. Και δεύτερον η αιτιολογία θα καθορισθεί δια της μεθόδου του αποκλεισμού, δηλαδή θα εξετάσουμε εάν είναι δευτεροπαθής και σε ποια νόσο οφείλεται· αν καταλήξουμε ότι είναι πρωτοπαθής, έπεται ότι πρόκειται περί της μανιοκαταθλιπτικής ψυχώσεως. Η πρόγνωση επί μεν των άλλων είναι αγαθή, επί δε πρωτογόνου ανοίας και προϊούσης παραλύσεως ανάλογος τούτων, ως και επί πρεσβυτικής. Η θεραπεία συνίσταται εις την εις κλινική είσοδο. Άξιο σημειώσεως είναι το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές μορφές άβληχραι αυτής, υπό μορφή κυκλοθυμικών φάσεων, κατά τις οποίες η μη έγκαιρη διάγνωση δύνανται να καταστρέψει τον πάσχοντα οικονομικά, διότι λόγω της αισιοδοξίας του της υπερβολικής σπαταλά και απολύει την περιουσία του, πράγμα σύνηθες σε αυτούς τους ασθενείς σε εμάς. Διό επιβάλλεται η προσωρινή δικαστική αντίληψη.
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιστ΄ , σσ. 612-613
Θεά Μανία
Πανάρχαια ρωμαϊκή θεότητα, λατρευόμενη μετά των Εφεστίων θεών κατά τις αρχές των Compitalia θεωρούμενη, κατά Βάρρωνα, ως η μήτηρ των Ψυχών. Την θεά ταύτη επικαλούντο οι Ρωμαίοι, κατά τον Πλούταρχο, ίνα μη γίνει manis μέλος τι της οικογένειας, δηλαδή να μη αποθάνουν εντός του έτους. Η Μανία επονομάζονταν τοσούτω και Genita, αντιπροσωπεύουσα ούτως όχι μόνον τον θάνατον, αλλά και την γέννηση, η οποία εκδήλωνε το πνεύμα της φυλής, όπερ διατηρείται επί της γης, εξακολουθεί δε υπάρχον και εν τω υποχθόνιο κόσμο. Η θεότητα αυτή επονομάζονταν επίσης επίσης και Muta και Tacita, δηλαδή άφωνος και σιωπηλή, εορτάζονταν δε ως τοιαύτη κατά την εποχή των Feralia μετά δεισιδαιμόνων εκδηλώσεων. Κατά την λαϊκή αντίληψη, η Μανία ήταν ειδεχθής μορφή, την οποίαν επικαλούντο οι τροφοί προς φοβισμό των νηπίων, ως τοιαύτη δε ο Μαρτιάλιος κατατάσσει αυτήν μεταξύ των υποχθονίων θεοτήτων. Προς τιμήν αυτής θυσιάζονταν κύνες.
Μανία: Όνομα εταίρας στον Αθήναιο (XIII, 578). α. β.
Πηγή: Σαμοθράκης Α.Θ. Ιατρός, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιστ΄, σελ. 613
Γ. ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ
Παραληρητική Ιδέα
Καλείται η παθολογική ιδέα, τουτέστιν η ιδέα η οποία είναι προϊόν πάσχουσας διάνοιας. Αυτή, εξεταζόμενη αυτή καθ’ εαυτήν, ουδόλως διαφέρει πολλάκις, όχι μόνο της πεπλανημένης ιδέας, άλλα και αυτής τής συνήθους φυσιολογικής τοιαύτης· ο Leuret έλεγε: «εζήτησα εις την Βισέτρην, την Σαλπετριέρην και Charenton (τα φρενοκομεία της Γαλλίας) την ιδέα, ήτις μου φαίνεται η πλέον τρελή και την συνέκρινα προς αρκετό αριθμό ιδεών, οι οποίες ακούονται καθ’ εκάστη στην κοινωνία και εξεπλάγην και σχεδόν ησχύνθην διότι δεν βρήκα διαφορές». Πράγματι δε ελάχιστες είναι οι ιδέες εκείνες οι παραληρητικές,  οι οποίες φαίνονται τοιαύτες αφ’ εαυτών (εξεταζόμενοι αυτές καθ’ εαυτές)- ούτω π.χ. οι ιδέες: το πόδι μου είναι από βούτυρο, η καρδιά μου δεν λειτουργεί κ.τ.τ. είναι αφ’ εαυτών φανερές ως παραληρητικές, διότι είναι ανόητοι και αντιτίθενται προς την κοινή λογική. Αλλά η ιδέα: είμαι κατεστραμμένος, προφερόμενη μεν από πλούσιο είναι παθολογική, από πράγματι δε κατεστραμμένο φυσιολογική. Αλλά και τις ιδέες αυτές δυνάμεθα να διαγνώσουμε πότε είναι παθολογικές και πότε φυσιολογικές, διότι οι παθολογικές έχουν τους έξης χαρακτήρες: α) Πολλάκις συνυπάρχουν μετ’ άλλων παθολογικών φαινόμενων που εκδηλώνουν νοσηρά της διανοίας κατάσταση. β) Δεν αρμόζουν εις τον άνθρωπο ο οποίος τις λέγει και ο οποίος δεν τις έλεγε πριν. γ) Δεν συμφωνούν πολλές φορές με την πραγματικότητα, ή τουλάχιστον υπερβάλλουν αυτής δ) Συνδέονται άρρηκτα και ισχυρά με την πραγματικότητα του πάσχοντα, την οποία και απορροφούν πολλές φορές. ε) Έχουν συνέπειες παθολογικές και αντιδράσεις όχι κοινωνικές στ) Είναι ανεπανόρθωτες, τουτέστι δεν αίρονται δια λογικών αποδείξεων, ως συμβαίνει λ.χ. με τις πλάνες, ζ) Είναι υποκειμενικοί, δηλαδή αφορούν μόνον τον πάσχοντα, ενώ οι πλάνες αφορούν κάθε σχεδόν πρόσωπο επί τους αυτούς όρους. Οφείλονται δε οι παραληρητικές ιδέες ή σε μεγάλη των ολοτήτων κινητικότητα (ως π.χ. επί μανίας), ή είναι δευτεροπαθείς εις συναισθηματικές καταστάσεις ανάλογους, ως επί μελαγχολίας, ή είναι δευτεροπαθείς, σε παραισθήσεις, ανωμάλους αισθήσεις και εν γένει κοιναισθητικές διαταραχές, ή όταν αυτές είναι η βασική διαταραχή, οφείλονται εις κρίσεις εκ συναισθήματος εγκατεστημένου δια της έξεως ή δι’ εξάρσεως αυτού υπάρχοντος εξ ιδιοσυστασίας, ή τέλος οφείλονται σε νάρκη ή καταστροφή της διανοίας (=σύγχυση και όνειρο στη πρώτη περιπτώσει και άνοια στην δεύτερη). Ως προς της ψευδαισθησίας, προς τις οποίες άλλοτε θεωρούντο δευτεροπαθείς, είναι ήδη γεγονός ότι αυτές είναι δευτεροπαθείς στις συναισθηματικές κρίσεις, και μόνον επιγενείς τίνες δευτερεύουσες ιδέες είναι απότοκοι των ψευδαισθησιών τούτων, οι οποίες οφείλονται σε αρχική παραληρητική ιδέα (=συναισθηματική κρίση), παραγομένου ούτω φαύλου κύκλου γεννήσεως. (1)
Εξαρτώνται δ’ αυτές: 1) εκ της φύσεως της νόσου, 2) εκ της αιτιολογίας, 3) εκ της διανοητικής καταστάσεως του πάσχοντος και ιδίως εκ του χαρακτήρα αυτού, του βαθμού παιδεύσεως, του κοινωνικού περιβάλλοντος, του επαγγέλματος κ.τ.λ. Οι παραληρητικοί ιδέες είναι συνήθως πλείονες ομού σε ένα άτομο, ή και ενίοτε μόνες· η τοιαύτη ύπαρξη μονίμου παραληρητικής ιδέας καλείται έμμονη ιδέα, διαφέρει δε της ιδεοληψίας, διότι αυτή είναι ενσυνείδητος, παροξυντική και έχει και τους λοιπούς χαρακτήρας των ιδεοληψιών. Όταν είναι πλείονες ομού, ή είναι συμπτωματικές εκδηλώσεις νόσου τινός εμφανιζούσης και άλλα παθολογικά φαινόμενα, ως π.χ. άνοιας, συγχύσεως, μανίας, μελαγχολίας κ.τ.τ., η δεσπόζουσες και χαρακτηρίζουσες αυτές μόνες την κατάσταση, ήτις τότε καλείται παραλήρημα. Το παραλήρημα χαρακτηρίζεται τότε και αναλόγως των ιδεών, οι οποίες διακρίνονται:
α) Σε ιδέες μεγαλείων, ικανοποιήσεως ευδαιμονίας, πλούτου, εφευρέσεων. Αυτές χαρακτηρίζουν συνήθως τις υπερτονικές ή ευχάριστες καταστάσεις διά τον πάσχοντα. Ο έχων αυτές νομίζει και λέγει ότι είναι είναι μέγας ανήρ, πολιτικός, στρατηγός κ.τ.τ., ότι είναι πλούσιος, ευτυχής, ότι ποίησε διάφορες ανακαλύψεις κ.λ.π. Απαντούν επί μανίας, παραληρήματος μεγαλείων και των μανικών μορφών πάσης νόσου (τοξικής ή λοιμώδους ψυχώσεως), προϊούσης παραλύσεως, πρωτογόνου ανοίας, εκφυλογενούς φρενίτιδας, πρεσβυτικής ψυχώσεως κ.τ.τ. Είναι βαριές στην πρόγνωση, οσάκις απαντούν ως επακολούθημα προγενέστερης καταστάσεως, π. χ. όταν εμφανίζονται μετά παραλήρημα καταδιώξεων ή εις τίνα άλλην παραληρητική κατάσταση· εκδηλώνουν αρχομένη χρονιότητα ή εξασθένηση διανοητική. Ενώ αν είναι απ’ αρχής δεν έχουν τοιαύτη βαρύτητα.
β) Σε ιδέες ταπεινότητας, απελπισίας, ανιάτου ανικανότητας, αναξιότητας, καταπτώσεως και ουτιδανότητος, αυτοκατηγορίας, ένοχης, αμαρτίας και τιμωρίας, επικειμένων δεινών και θανάτου ή ολέθρου, έτι δε και αυτοκτονίας. Αυτές απαντούν στις καλούμενες μελαγχολικές καταστάσεις, ήτοι μελαγχολία ή μελαγχολικές συνδρομές πρωτογόνου άνοιας, προϊούσης παραλύσεως, εκφυλογενούς φρενίτιδας, πρεσβυτικής ψυχώσεως, τοξικών και λοιμωδών νόσων κ.τ.τ. Ό έχων αυτές νομίζει ότι είναι ο χειρότερος και μικρότερος άνθρωπος, ότι δεν του μένει καμία ελπίδα διότι κατεστράφη, ότι πάσχει και δεν θα γίνει καλά, ότι είναι ανίκανος διά το κάθετι, ότι δεν είναι άξιος ούτε να τον βλέπει κανείς, ότι είναι ουτιδανός, κατηγορεί εαυτό δι’ εγκλήματα τα οποία ουδέποτε διέπραξε, θεωρεί εαυτό αμαρτωλό, και αναμένει τιμωρίες, ας θεωρεί δικαίας, όλεθρο και θάνατο. Όχι σπάνια προκαλεί αυτός τον θάνατο αυτοκτονώντας, συνεπής προς τις ιδέες του, ότι μόνον δι’ αυτοκτονία και αγχόνη είναι άξιος. Χαρακτηρίζουσι δε οι ιδέες αυτές τις καλούμενες υποτονικές καταστάσεις ή καταστάσεις υποτιμήσεως του εγώ, όπερ κρίνεται δριμέως και επικρίνεται υπό του ιδεώδους του εγώ, προς ο δεύρηται σε οξεία αντίθεση. Οι ιδέες αυτές δεν είναι βαριές στην πρόγνωση αυτές καθ’ εαυτές, απεναντίας χαρακτηρίζουν ιατές καταστάσεις, αν άλλο τι σημείο δεν επιβάλλει αντίθετη πρόγνωση.
γ) Σε ιδέες κοιναισθητικού περιεχομένου, ήτοι υποχονδριακές, αρνήσεων, αποφράξεως, μεταμορφώσεως σωματικής υπερμεγέθους, κατοχής κ.τ.τ. Ο έχων αυτές λέγει ότι αισθάνεται διάφορα ενοχλήματα, ότι ο στόμαχος του, η καρδιά του δεν λειτουργούν καλώς, ότι φράχθηκε ο φάρυγγας και δεν καταπίνει, ότι τα πόδια του είναι υάλινα, ότι η κεφαλή του έγινε μεγάλη ως ελέφαντας , ότι στο στομάχι του υπάρχει ζώο ή δαίμονας. Ανάλογες είναι και οι ιδέες ζωοπαθείας. Οι ιδέες αυτές απαντούν σε μελαγχολικές καταστάσεις και υποχονδριακές. Όλες, εκτός των υποχονδριακών, ενέχουν μέγιστη βαρύτητα, διότι δεικνύουν μετάπτωση σε χρονιότητα. Ειδικά οι αποφράξεις, αν εκδηλώνονται ευθύς εξ αρχής, είναι χαρακτηριστικές της προϊούσης παραλύσεως (=παραλήρημα αποφράξεως του Baillarger).
δ) Σε ιδέες καταδιώξεων, ζηλοτυπίας και άμυνας. Ό έχων αυτές λέγει ότι τον διώκουν ή ότι τον απατά ή σύζυγος του. Αντιδρών δε αμύνεται φονεύων ή χτυπώντας ή φεύγοντας. Παρατηρούνται κυρίως εις τα ομώνυμα παραληρήματα (καταδιώξεων και αμύνης) και στις αλκοολικές καταστάσεις. Όταν είναι συστηματικές και ιδιοπαθείς, είναι χρόνιες συνήθως
ε) Σε ιδέες θρησκευτικές και μυστικές. Αυτές διακρίνονται σε ιδέες μεγαλείων, π.χ. όταν ο πάσχων νομίζει ότι είναι θεός ή απόστολος και αντιπρόσωπος αυτού επί της γης. Εις ιδέες καταδιώξεων, όταν νομίζει ότι διώκουν αυτόν θεοί ή δαίμονες κ.τ.τ, ή καθαρά θρησκευτικές, ως είναι εκείνες οι οποίες εμφανίζουν οι κηρύττοντες τον λόγο του θεού, διότι τούτο έθεσαν ως πρόγραμμα του βίου αυτών, εκτός πάσης ιδέας μεγαλείων. Απαντούν σε μελαγχολικές και υποχονδριακές καταστάσεις ως ίδια παραληρήματα (θρησκευτικά παραληρήματα), συστηματοποιημένα (οξέα ή διαλείποντα ή χρόνια) και είναι έξαρση χαρακτήρα θρησκευτικού. Δεν απολήγουν σε εξασθένηση συνήθως, αλλά σε χρονιότητα, της διαύγειας της διανοίας διατηρούμενης μέχρι τέλους. Είναι ενίοτε επακολούθημα ψευδαισθησιών επιτακτικών προς κήρυξη του λόγου, ή απαγορευτικών
στ) Σε ιδέες ερωτικές. Αυτές ή είναι αποτέλεσμα γενετησίου ερεθισμού, ως π.χ. κατά τις μανιακές καταστάσεις, ή απαντούν εις παραληρήματα ως εις το καταδιώξεων, το υποχονδριακό, το υστερικό και το θρησκευτικό, ή είναι ίδια τοιαύτα, ερωτικό, τα οποία είναι ή μεγαλείων, ως λ.χ. ότι θέλει να τον κάμει γαμβρό ο βασιλεύς κ.τ.τ., ή καταδιώξεων, π. χ. διώκεται διότι δεν θέλει την δεσποινίδα Α (ερωτομανία). Απαντούν δε και στην σχιζοφρένια, στην οποία ανήκει μέρος των ιδίως ερωτικών καλουμένων παραληρημάτων.
ζ) Σε ιδέες τινός, οι οποίες χαρακτηρίζουν το λεγόμενο: 1) μεταβολικό παραλήρημα, ήτοι εκείνος, ας έχων τις νομίζει ότι όλα πέριξ αυτού μεταβλήθηκαν και 2) το μικρομανιακό, ήτοι εκείνο, το οποίο συνίστανται στο ότι ο πάσχων λέγει μικρά πάντα τα περί αυτόν και επομένως πρόκειται περί μεταμορφώσεως των περιβαλλόντων τον πάσχοντα και ουχί αυτού τούτου του πάσχοντος. Όταν την ψυχική κατάσταση χαρακτηρίζουν οι ιδέες αυτές, η οργανώνονται και αποτελούν εν λογικό παραλήρημα (συστηματοποίηση) ή είναι αναμεμειγμένοι τήδε κακείσε πλείονες ιδέες (ασυνάρτητοι) ή είναι λογικά ενωμένες πλείονες ιδέες. οπότε αποτελούν τα πολλαπλά παραληρήματα. Άλλοτε δε εναλλάσσονται οι ιδέες, πότε έχουμε τα πολύμορφα παραληρήματα. Η πρόγνωση ως και η θεραπεία εξαρτάται κυρίως εκ της όλης νόσου, εκτός των ρηθεισών ειδικών σημασιών ενίων ιδεών. Η συμπτωματική θεραπεία συνίσταται στην εγκατάσταση αντιθέτου έξεως κρίσεων διά της πειθούς και λογικής, όπου είναι δυνατόν.
Σημειώσεις α.α.
1. Γίνεται φανερό πως ελλείψει επιστημονικών αποδείξεων οι δαιμονισμένοι για την ψυχιατρική συγκαταλέγονται μέσα σε αυτούς που έχουν αναπτύξει παραληρηματικές ιδέες, δηλαδή ιδέες οι οποίες δεν ανταποκρίνονται εις την «πραγματικότητα».
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος  Ιθ΄, σσ. 632-633
Παραλήρημα
Η ενέργεια του παραληρείν, νοσηρά κατάσταση κατά την οποία σχηματίζει τις περί εαυτού παραδόξους ιδέες, εναντίας προς την πραγματικότητα : «παραλήρημα μεγαλείου, -αυτοκατηγορίας, -καταδιώξεως»- || ομιλία, λόγοι ασυνάρτητοι πυρέσσοντος· || μετφ., μωρά ομιλία ή πράξη.
Ψυχοπαθολογία.
Παραλήρημα καλείται σύνολο παραληρητικών ιδεών (βλ. λ.). Τέτοιες παραληρητικές ιδέες απαντούν ή 1) ως σύμπτωμα λοιμώδους τινός νόσου, οπότε συνυπάρχουν μετά διανοητικής συγχύσεως πολλάκις. Ταύτα είναι ειδικής μορφής, ήτοι ονειρικά ή ασυνάρτητα ή βραχείας διαρκείας. Ενίοτε δε είναι ή βαρύτερα εκδήλωσις της νόσου, ήτις καλείται τότε οξύ εμπύρετον παραλήρημα (1), εις στο οποίο δεν υπάρχουν σωματικά ειδικά φαινόμενα κατά κανόνα, αλλά μόνον τοιαύτα γενικής λοιμώξεως. Τα δευτεροπαθή ταύτα παραληρήματα εις νόσους άλλες, μη ψυχικές, εκτός του εμπύρετου, δεν ανήκουν στην ψυχιατρική· ή 2) ως εν των συμπτωμάτων ψυχικής τίνος καταστάσεως εκδηλωμένης και δι’ άλλων παθολογικών ψυχικών φαινόμενων -είναι δε αυτές πάσες σχεδόν οι ψυχικές συνδρομές, ήτοι μανία, μελαγχολία, σύγχυση, άνοια, κατατονία, σχιζοφρένια ή 3) δεσπόζουσες και χαρακτηρίζουσες αυτές την ψυχοπάθεια, ως το κύριο και σχεδόν αποκλειστικό, κατά βάση, φαινόμενο της νόσου, οπότε οι καταστάσεις αυτές καλούνται παραληρήματα. Πάσα παραληρητική ιδέα είναι δυνατόν να παρατηρηθεί εις τις διαφόρους ψυχικές συνδρομές, της ως άνω πρώτης περιπτώσεως, είναι δ’ αυτή τότε δευτεροπαθής στην νόσο της οποίας αποτελεί εν των συμπτωμάτων. Και ούτως στην μανία, κατά πρώτον, απαντούν, στην, λογορροία, κάθε είδους παραληρηματικές ιδέες, κυρίως ευφορίας, μεγαλείων, ευδαιμονίας κ.τ.τ. ως και καταδιώξεων, φευγαλέοι όμως και άνευ πεποιθήσεως εκφερόμενες. Στην μελαγχολία απαντούν οι καλούμενες μελαγχολικές παραληρητικές ιδέες, ήτοι οι ιδέες απελπισίας, υποτιμήσεως του εγώ, ενοχής και αυτοτοκατηγορίας, οι υποχονδρικές, επικειμένων δεινών, αυτοκτονίας κ.τ.τ. Ιδίως απαντούν αθρόες επί της καλούμενης παραληρητικής μελαγχολίας. Εις την μελαγχολία απαντούν ενίοτε και τα λεγόμενα παραληρήματα αρνήσεων, κατοχής, μεταμορφώσεως της προσωπικότητας και αποφράξεως των οργάνων, το μεταβολικό κυρίως στην τελευταία περίοδο της οξύτητας της νόσου, και έχουν ειδική σημασία, διότι δεικνύουν μετάπτωση σε χρονιότητα ή εξασθένηση διανοητική. Όχι σπάνια τότε δεσπόζουν και συστηματοποιούνται, της μελαγχολίας μεταπιπτούσης σε παραλήρημα. Τούτο γίνεται και με τις υποχονδρικές ιδέες, οι οποίες ενίοτε παραμένουν και συστηματοποιούνται, οπότε μετά την μελαγχολία έχουμε παραλήρημα υποχονδριακό σχεδόν συστηματικό. Στην σύγχυση απαντούν παραληρητικές ιδέες, πότε μεν ασυνάρτητοι, πότε δε ουχί αυτές πλήρως, άλλα διάφορες, κυρίως δε απαντά το λεγόμενο ονειρικό παραλήρημα. Στις καταθλιπτικές μορφές της συγχύσεως απαντούν ιδέες μελαγχολικές, στις διεγερτικές ασυνάρτητοι, μεγαλείων, καταδιώξεων κ.τ.τ. Ενδέχεται δε μετά την πάροδο της συγχύσεως να παραμείνουν παραληρητικές ιδέες, οργανωμένες βαθμηδόν σε παραλήρημα. Στην κατατονία, την διεγερτική κυρίως, και εν γένει εκείνη στην οποία δεν έχουμε λεκτικό αρνητισμό προαιρετικό, (ήτοι ομιλάει για τον ευατό του ο ασθενής), έχουμε διάφορες παραληρητικές ιδέες, ουχί λογικώς συνδεόμενες, αν μη ασυνάρτητες. Στην άνοια επίσης έχουμε διαφόρων ειδών ιδέες, και μάλιστα δύναται ή άνοια, ως άρχεται δια μορφών οι οποίες προσομοιάζουν την μανία, μελαγχολία κ.τ.τ., ήτοι πάσας τις συνδρομές, έτσι να άρχηται και δια μορφών που προσομοιάζουν προς τι παραλήρημα, ακόμη και το συστηματικό. Έτσι η πρεσβυτική άνοια, η πρωτόγονος, η προϊούσα παράλυση κ.τ.τ. δύνανται να άρχονται δια παραληρήματος μεγαλείων, καταδιώξεων, μελαγχολικού κ.τ.λ. Διακρίνονται δε του παραληρήματος τότε εκ της ταχέως επερχόμενης, αν μη εξ αρχής υπαρχούσης διανοητικής εξασθενήσεως, και εκ της συνυπάρξεως των άλλων συμπτωμάτων. Στην σχιζοφρενία τέλος δύνανται να παρατηρηθούν επίσης διάφορες παραληρητικές ιδέες τοσούτω μάλλον, καθόσον μέγας αριθμός παραληρημάτων άγει σε σχιζοφρένια, διότι το παραλήρημα αποτελεί τότε την καλουμένη ειδική απασχόληση.
Ως νόσοι τα παραληρήματα είναι πολυάριθμα και ποικίλα, και διακρίνονται αναλόγως τής φύσεως των ιδεών, του τρόπου γέννησης κ.τ.λ. Η ποικιλία εξαρτάται προς τούτοις και εκ του χαραχτήρας, της διανοητικής καταστάσεως, της παιδεύσεως και του συνειρμικού πλούτου του πάσχοντος. Τα συνηθέστερα, ως ίδιες νόσοι, απαντώντα παραληρήματα είναι τα εξής, διακρινόμενα αναλόγως των ιδεών, της συνδέσεως αυτών και του τρόπου γεννήσεως:
α) Το ασυνάρτητο παραλήρημα, εις το οποίο έχουμε διάφορες ιδέες ριπτόμενες εική και ως έτυχε, άνευ λογικού ειρμού.
β) Το πολλαπλό παραλήρημα, στο οποίο έχουμε πλείονες παραληρητικές ιδέες μεταξύ των οποίων, π. χ. μεγαλείων, καταδιώξεων, ερωτικές κ.τ.τ. εν τω αυτώ χρόνω.
γ) Το πολύμορφο παραλήρημα (Magnan), στο οποίο έχουμε εναλλαγή σε βραχέα χρονικά διαστήματα διαφόρων ιδεών· π. χ. εισβάλλει δι’ ιδεών καταδιώξεων, ακολουθούν ταχέως ιδέες μεγαλείων, έπειτα θρησκευτικές, έπειτα πάλι μεγαλείων κ.τ.τ.
δ) Το παραλήρημα μετά συστηματικής εξελίξεως (του Lassegne). Αυτό είναι ο τύπος του ψευδαισθητικού παραληρήματος. Σε αυτό διακρίνουμε στάδιο καλούμενο επωάσεως, ή υποχονδριακών ενοχλημάτων, το οποίο διαρκεί μερικά έτη. Έπειτα άρχεται το στάδιο της ερμηνείας των ενοχλημάτων αποδιδόμενων σε διώξεις εχθρών (π.χ. δηλητηριάσεις, μαγικές επεμβάσεις) (2), εις το οποίο εμφανίζονται και οι ψευδαισθήσεις της ακοής και χροιάς καταδιώξεων, το στάδιο δε τούτο διαρκεί από 3 - 10 έτη και πλέον· μετά από αυτό έχουμε το γ΄ στάδιο των μεγαλείων και έπειτα το δ΄, ήτοι την άνοια. Το β΄ στάδιο, επειδή οι ιδέες ενδέχεται να είναι ή απλές καταδιώξεων, ή ερωτικές καταδιώξεων, ή πολιτικές καταδιώξεων, ή θρησκευτικές καταδιώξεων, ή ζηλοτυπίας, καλείται αναλόγως : παραλήρημα καταδιώξεων, ερωτικό, πολιτικό, θρησκευτικό και ζηλοτυπίας (βλ. κάτωθι).
ε) Το παραλήρημα παρερμηνειών. Παρερμηνεία: Καλείται η σφαλερή κρίση ως προς την σημασία γεγονότων και εν γένει ερεθισμάτων, γινομένων αντιληπτών φυσιολογικά. Έτσι κατεχόμενος τις υπό παρανοϊκής διαθέσεως και βλέπων τινά τυχαία ερχόμενο όπισθεν αυτού, νομίζει ότι πρόκειται περί μυστικού αστυνομικού κατασκοπεύοντας αυτόν. Ακούγοντας κάποια φράση π.χ.: «αυτόν θα τον τιμωρήσουν», λεγόμενη γι’ άλλον, εκλαμβάνει αυτήν ως δι’ εαυτόν λεχθείσα.
Επειδή τα ως ερεθίσματα δρώντα γεγονότα, τα οποία παρερμηνεύει ο εμφανίζων παρερμηνείες, είναι εξωτερικά και εσωτερικά, οι παρερμηνείες διακρίνονται σε ενδογενείς και εξωγενείς. Οι ενδογενείς αναφέρονται σε διάφορα φυσιολογικά ή παθολογικά ερεθίσματα, ως τα διάφορα ενοχλήματα, ή κόπωση, ή εξασθένηση, οι ονειρώξεις, οι ανώμαλες αισθήσεις (νυγμοί, αιμωδίες, μυρμηκιάσεις κ.λ.π.)· οι δυσπεψίες, τα ρίγη και γενικά κάθε είδους υποκειμενικές ή αντικειμενικές διαταραχές, τα οποία δεν κρίνονται ορθά αλλά αποδίδονται σε δηλητηριάσεις, σε ύπαρξη ξένων σωμάτων, ζώων κ.τ.τ., εκ των οποίων σχηματίζονται κυρίως τα κοιναισθητικά καλούμενα παραληρήματα. Οι εξωγενείς χρησιμοποιούν κάθε γεγονός της ημέρας, τις διάφορες στάσεις, τις φυσιογνωμικές εκδηλώσεις, τις χειρονομίες, διάφορα κοινωνικά γεγονότα, και τυχαίες συμπτώσεις, τα ιστορικά γεγονότα, κάθε ξένο ή ίδιον γεγονός εκ του παρελθόντος, κ.τ.τ.
Οι παθολογικές παρερμηνείες άγουν σε γέννηση των συστηματικών παραληρημάτων. Τοιαύτα παραληρήματα είναι:
1) Τα κοιναισθητικά (υποχονδριακό, κατοχής, αρνήσεων, αποφράξεως κ.τ.τ.). Σε αυτά χρησιμεύουν ως αφετηρία ενδογενή ερεθίσματα. Έτσι πόνοι κατά τον στόμαχο τυχαίες, ακόμη και φυσιολογικές αισθήσεις, ανεπαίσθητοι διά πάντα άλλον, η ύπαρξη όγκου κ.τ.τ. εκλαμβάνονται ως δηλωτικά δηλητηριάσεως, υπάρξεως νόσου χρόνιας ή ζώων, δαίμονος κ.τ.τ. στη κοιλία. (βλ. και κάτωθι αναλυτικότερα)
2) Τα παραληρήματα καταδιώξεων. Αυτά ερείδονται επί ενδογενών και εξωγενών ερεθισμάτων, συνίστανται δε σε απόδοση εχθρικής σημασίας εις τίνα εν αρχή, έπειτα δε σε πάντα τα γεγονότα. Έτσι ο πάσχων, κάθε πράξη, πάντα μορφασμό, πάσα λέξη κ.τ.τ. εκλαμβάνει ως να αφορούν αυτόν και σημαίνουσα δίωξη, διο αντιδράει αναλόγως.
3) Το ερωτικό παραλήρημα. Σε αυτό απαντούν αθρόοι παρερμηνείες εξωγενείς. Κάθε γεγονός, ως τυχαία παραπεσμένο μαντήλι, βλέμμα τυχαία περιφερόμενο, φράση άνευ σημασίας κ.τ.τ., εκλαμβάνει ο ο πάσχων ως εκδήλωση έρωτος προς αυτόν.
4) Το παραλήρημα ζηλοτυπίας. Κατ’ αυτό ο πάσχων την παραμικρή κίνηση ή τυχαία πράξη ή περιφορά του βλέμματος εκλαμβάνει ως εκδήλωση απιστίας της φίλης ή του φίλου. Επίσης παρερμηνείες παρατηρούνται στο μυστικό παραλήρημα, στο θρησκευτικό παραλήρημα μεγαλείων, στο παραλήρημα μεγαλείων, ιδίως το πολιτικό, στο παραλήρημα αυτοκατηγορίας, στην σχιζοφρένια την δευτεροπαθή, στην άνοια, την μανία κ.λ.π.
Εκτός όμως των παθολογικών τούτων παρερμηνειών παρατηρούνται παρερμηνείες και σε φυσιολογικές καταστάσεις. Αυτές δεν είναι αθρόες άλλα μεμονωμένοι, ή όταν είναι πλείονες περιορίζονται πάντοτε στα σχετικά προς την διάθεση γεγονότα. Διακρίνονται δε των παθολογικών, διότι δια των αποδείξεων ευκόλως αίρονται, διότι είναι μερικές και διότι δεν έχουν παθολογικά επακόλουθα, ουδέ συγκεντρώνουν κάθε ανθρώπου την προσοχή. Μεταξύ αυτών όμως και των παθολογικών υπάρχουν διάμεσοι καταστάσεις· αυτές είναι οι ερωτικές παρερμηνείες φυσιολογικών ατόμων υπερβολικώς αγαπώντων. Πολλάκις όμως οι παρερμηνείες αυτές αγγίζουν τα όρια της παθολογίας.
Παρερμηνειών παραλήρημα, καλείται έτσι το υπό των Seriux- Capgras αποχωρισθέν παραλήρημα, το οποίο μετά του παραληρήματος διαδικασίας αποτελεί την καλουμένη παράνοια του Kraepelin. Το παραλήρημα τούτο είναι χρόνιο συστηματικό ή μετά συστηματικής εξελίξεως, και χαρακτηρίζεται εκ της υπάρξεως: 1) σφαλερής τίνος διαθεσικής κρίσεως, επί της οποίας δημιουργεί ολόκληρο σύστημα ιδεών, στις οποίες αποδίδει ανάλογη μορφή·  2) εκ της αποδόσεως εσφαλμένης σημασίας εις  κάθε αντιληπτικό γεγονός σχετικό ή και εις τίνα μη σχετικά, διεπομένης υπό της διαθεσικής κρίσεως· 3) εκ των παθολογικών αντιδράσεων στις οποίες εμφανίζεται, ήτοι των παραληρητικών αυτού πράξεων· 4) εκ του ότι διατηρείται η διάνοια, όλες οι άλλες κρίσεις είναι ορθές, αν δεν διέπονται υπό της διαθεσικής αρχικής τοιαύτης, δεν απολήγει δε σε διανοητική εξασθένηση και μετά μακρά έτη. Άρχεται στην περίοδο του σχηματισμού του χαρακτήρα, βασίζεται επί της ιδιοσυστασίας, η οποία είναι ειδική, και συνίσταται στο ότι ο άνθρωπος αυτός έχει ορισμένη διάθεση ως προς μερικά γεγονότα· π. χ. αν είναι παρανοϊκού χαρακτήρας, έχει την διάθεση εχθρική προς τον κόσμο και μεθ’ υποψίας προσβλέπει το περιβάλλον, διότι σε αυτό διαβλέπει εχθρούς. Η τοιαύτη διάθεση ή είναι εκ κατασκευής, ή προκαλείται ενίοτε εκ τοξικών ή λοιμωδών στοιχείων (=οξέα παραληρήματα) ή ούσα ελαφρότατη εξ ιδιοσυστασίας αυξάνεται δια της έξεως και της επιδράσεως του περιβάλλοντος. Διά το χρόνιο δε παραλήρημα, περί του οποίου ο λόγος εδώ. Η διάθεση οφείλεται στην ιδιοσυστασία και την έξη, δια της οποίας μεγεθύνεται και άγει σε νόσο. Η διάθεση αυτή άπαξ και εγκατασταθεί ως έξης, μένει ως συμπλήρωμα ολότητας ανοικτό, και τείνει σε πλείστα σχετικά ερεθίσματα, είτε εκ του περιβάλλοντος, είτε εκ του σώματος, είτε εκ της διανοίας (μνήμη, κοιναισθησία) προερχόμενα, να απαντά αυτή, ολοκληρούσα αυτά σε ολότητες. Εντεύθεν έπεται ότι όλες οι ολότητες αυτές θα διέπονται υπό της διαθέσεως. Έτσι π.χ. έχοντας κανείς την διάθεση την παρανοϊκή, ότι δηλαδή ο κόσμος είναι εχθρικός προς αυτόν, και βλέποντας δύο ερχόμενους όπισθεν αυτού τυχαία, τους εκλαμβάνει ως εχθρούς κατασκοπεύοντας αυτόν·  ή ενθυμούμενος κάποιο γεγονός π.χ. διότι ο Α το παρελθόν έτος συμπεριφέρθηκε καλά και φιλόφρονα, νομίζει ότι γίνονταν αυτό με σκοπό, ίνα ερευνήσει ή για να διαλάθει έτσι την προσοχή και επιτύχει την καταστροφή του πάσχοντος κ.ο.κ. Έτσι λοιπόν οι κρίσεις περί των διαφόρων γεγονότων γινόμεναι μέσω της διαθέσεως αποβαίνουν εσφαλμένες και εσφαλμένη σημασία αποδίδεται στα γεγονότα, τα οποία ορθά αντιλαμβάνεται ο πάσχων, ως μη έχων διαταραχές αντιλήψεως. Η τοιαύτη εσφαλμένη απόδοση σημασίας στα γεγονότα, περί των οποίων δεν δύναται να αλλάξει γνώμη ο πάσχων και όταν αποδεικνύεται εις αυτόν το σφαλερό, καλείται παρερμηνεία. Βαθμηδόν δε οι παρερμηνείες αυξάνουν σιτίζουν την διάθεση, παρά της οποίας και σιτίζονται πάλι, και έτσι σχηματίζεται αλυσίδα ιδεών και παρερμηνειών (σύστημα αυτών), αναφερομένων εις μία και την αυτήν ειδική διάθεση· το σύστημα αυτό των ιδεών είναι το παραλήρημα. Επειδή δε η ειδική αυτή διάθεση δύναται να είναι εις άλλον μεν άνθρωπο περιεχομένου καταδιώξεων, σε άλλον ερωτικού κ.τ.λ., ως εκ τούτου τα παραληρήματα παρερμηνειών διακρίνονται στα εξής: 1) Παραλήρημα καταδιώξεων, όπερ βασίζεται επί ειδικής διαθέσεως, συνισταμένης στο ότι ο έχων αυτήν θεωρεί το περιβάλλον εχθρικά διακείμενο και συνεπώς τείνει πάσα πράξη, παν γεγονός να θεωρεί ως από κακού σκοπού προερχόμενο δι’ αυτόν, 2) Ερωτικά παραληρήματα. Σε αυτά η διάθεση (=η ανοικτή ολότητας) συνίσταται στο ότι ο πάσχων έχει την γνώμη ότι είναι ο αγαπημένος ορισμένης γυναικός, ήτις ενδέχεται να μη έχει ιδέαν του πράγματος. Αυτός δια κάθε κίνηση, παν βλέμμα, πάσα πράξη των οικείων αυτής εκλαμβάνει ως γινομένη από σκοπού, ίνα γνωρίσει ο πάσχων την λατρεία μετά της οποίας τον περιβάλει η γυνή. Πολλάκις το παραλήρημα καταντά χροιάς καταδιώξεων, του πάσχοντος εκλαμβάνοντος τις διώξεις, τοις οποίες νομίζει ότι υφίσταται, ως εμπνεόμενος από σκοπού είτε υπό αντεραστών, είτε υπό των οικείων της γυναικός προς εξαναγκασμό αυτού. Άλλοτε δε οι ερωτικές διώξεις λαμβάνουν απόχρωση μεγαλείων, του πάσχοντος θεωρούντος εαυτό διωκόμενο υπό του Α βασιλέως, ίνα δεχθεί την κόρη αυτού σε γάμο και την οποία αυτός δεν θέλει. 3) Υποχονδριακό παραλήρημα. Ο πάσχων έχων την διάθεση να αυτοαναλύεται, παρατηρεί διαφόρους ανωμάλους αισθήσεις σε εαυτό, ακόμη και φυσιολογικές, τις οποίες θεωρεί αποτέλεσμα νόσου, υπάρξεως ζώων κ.τ.τ. Άλλοτε αποδίδει ταύτας σε δηλητηριάσεις γινόμενες υπό εχθρών, οπότε το παραλήρημα αυτό μεταπίπτει σε καταδιώξεων τοιούτο, το καλούμενο μετά συστηματικής εξελίξεως, διότι ομοιάζει προς το ψευδαισθητικό, το οποίο έχει έπειτα και στάδιο μεγαλείων ενίοτε. Τούτο, δυνάμενο να αγάγει μετά μακρά έτη σε σχετική διανοητική εξασθένηση, αποτελεί την μετάβαση μεταξύ παρανοιών και παραφρενιών. 4) Παραλήρημα ζηλοτυπίας, όπερ είναι ανάλογο προς το των καταδιώξεων. Ο πάσχων και το αθωότερο τυχαία περιπλανώμενο βλέμμα της συζύγου εκλαμβάνει ως ερωτική εκμυστήρευση προς τους εραστές αυτής κ.τ.τ. 5) Μυστικόν παραλήρημα, όπερ είναι ή μεγαλείων ή καταδιώξεων. Ο πάσχων ή θεωρεί εαυτόν αντιπρόσωπο του Θεού και παρερμηνεύει διάφορα γεγονότα, ως όντα σημεία της του θεού αποκαλύψεως προς αυτόν, ή θεωρεί εαυτό διωκόμενο υπό των δαιμόνων ή κατεχομένου υπ’ αυτών, παρερμηνεύοντας έτσι κοιλιακά ενοχλήματα. 6) Παραλήρημα μεγαλείων. Εις αυτά υπάγονται τα διάφορα παραληρήματα εφευρετών, ανακαινιστών κ.τ.τ., οι οποίοι νομίζουν ότι ανακάλυψαν κάτι δίδοντας σφαλερές ερμηνείας σε διάφορα γεγονότα τυχαία, ήτοι παρερμηνεύοντας αυτά. 7) Παραλήρημα αυτοκατηγορίας, όταν ο πάσχων, παρερμηνεύοντας την του κόσμου συμπεριφορά, την θεωρεί περιφρονητική και εχθρική, πιστεύει ότι είναι άξιος της τοιαύτης περιφρονήσεως, ότι είναι ένοχος εγκλήματος κ.τ.τ.
Αυτές είναι οι μορφές, από απόψεως περιεχομένου, του παραληρήματος παρερμηνειών. Το πλήθος των ιδεών, η συστηματοποίηση αυτών κ.τ.τ. εξαρτώνται εκ του διανοητικού επιπέδου του πάσχοντος, εκ της μορφώσεως αυτού, εκ του περιβάλλοντος κ.τ.τ. Η δε αντίδραση στις ιδέες ποικίλλει από άτομο σε άτομο. Άλλοι είναι απαθείς και ανέχονται την κατάσταση, άλλοι είναι ενεργητικοί και αντιδρούν εντόνως, ή φεύγοντας, ή αμυνόμενοι, ή χτυπώντας. Οι τελευταίοι είναι λίαν επικίνδυνοι, διότι φονεύουν, όταν το παραλήρημα είναι χροιάς καταδιώξεων, ζηλοτυπίας κ.τ.τ. Χαρακτηριστική είναι η διατήρηση της διανοίας, την οποία δεν βλάπτει το παραλήρημα, κατά τις λοιπές κρίσεις, τις οποίες δύνανται να έχουν εξαίρετοι επιστήμονες και σοφοί. Τοιούτος τύπος ήταν ο Jean-Jacques Rousseau, ο οποίος είχε παραλήρημα παρερμηνειών. Ενίοτε η διάνοια είναι τόσον ισχυρή, ώστε αμφιβάλλει τις αν πρόκειται περί πάσχοντος, ή αν όσα διατείνεται είναι γεγονότα. Τότε η αντίδρασης, η απόλυτος πίστη, και προ πάντων το γεγονός να συνδέουν και ασύνδετα γεγονότα και άσχετα, δια πάντα άλλον, προς την διάθεση αυτών, λύει το ζήτημα. Συμβαίνει δ’ ενίοτε όταν ο πάσχων έχει ήδη συνδεθεί προηγουμένως μετ’ ατόμου κατωτέρας βουλήσεως ή διανοητικού επιπέδου, να πείσει αυτό ώστε να πιστεύει και εκείνο ταύτα, όταν έχουμε το παραλήρημα  εις δύο (délire à deux), όπερ είναι εξ επινεμήσεως παραλήρημα. Η εξέλιξη ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο, ως και η μορφή, ώστε έχουμε τόσες μορφές, όσοι είναι και οι πάσχοντες. Η πρόγνωση είναι καλή, εκτός εκείνων τα οποία παρουσιάζονται μετ’ αδιαφορίας, διότι αυτά άγουν σε σχιζοφρένια. Τοιαύτα είναι τα ερωτικά και εν γένει τα μετά συστηματικής εξελίξεως παραληρήματα. Η καλή πρόγνωση οφείλεται και εις την έλλειψη ψευδαισθησιών, οι οποίες είναι σπανιότατες ενταύθα (εκτός μεικτών τίνων τύπων ψευδαισθητικών - παρερμηνευτικών, οι οποίες δεν ανήκουν εδώ). Η θεραπεία είναι προληπτική, συνισταμένη στην πρόληψη εγκαταστάσεως διαθεσικής κρίσεως, ως ολότητας ανοικτής, ή στην άρση αυτής, εφόσον εγκατέστη ήδη και είναι τούτο δυνατόν.
στ) Το παραλήρημα διαδικασίας. Καλείται το παραλήρημα, το οποίο απαρτίζεται εκ μίας έμμονης ιδέας και εξ υπομανιακής καταστάσεως, που χαρακτηρίζει τον τρόπο αντιδράσεως του πάσχοντος κατά την προσπάθεια του να επιβάλει ή εκτελέσει την έμμονη ιδέα. Αυτή είναι διαφόρου φύσεως, συνήθως δε σύγκειται εις επιδίωξη διανομής περιουσίας ή αποκτήσεως αυτής κ.τ.τ., της οποίας ένεκα προσφεύγει ο πάσχων στα δικαστήρια και στις διάφορες αρχές απαιτώντας την απονομή σε αυτόν των όσων ζητεί. Έτσι θέλοντας τις να λάβει σύμπασα την περιουσία του πατρός, αφαιρώντας αυτή από των αδελφών του, καταφεύγει στα δικαστήρια, και εφ’ όρου ζωής είναι αντίδικος-διάδικος, δαπανώντας έτσι την περιουσία αυτού και τον χρόνο. Είναι δε επικίνδυνος αυτός ο πάσχων, διότι πάσα αρχή, πάντα προέχοντα, ως και πάντα τον οποίον σχετίζει με την υπόθεσή του, θεωρών ως ματαιούντα την απόκτηση του ποθούμενου, δύναται να χτυπήσει και να φονεύσει, καθιστάμενος έτσι διωκόμενος διώκτης. Το παραλήρημα αυτό -όπερ κυρίως, εξεταζόμενων των λέξεων, εξ ων απαρτίζεται, αυτών καθ’ εαυτών, δεν περιέχει παραληρητικές ιδέες- δεν είναι ως τα λοιπά παραληρήματα, αλλά ιδιάζουσα ψυχική κατάσταση, στην οποία οι ιδέες χαρακτηρίζονται ως παραληρητικοί λόγω κυρίως της πίστεως και του αδιάσειστου αυτών, και λόγω της αντιδράσεως την οποία προκαλούν, διότι έχουν λογική, έκαστη δε φράση αυτή καθ’ εαυτή φαίνεται λογική. Και δια τον αγνοούντα τα πράγματα δεν φαίνεται ο πάσχων αυτός παράφρων, διότι η έμμονος ιδέα δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Ιδίως δε παραβαλλόμενο το παραλήρημα αυτό προς σύστημα ιδεών ανθρώπου τινός αδικούμενου εις τι ζήτημα, π. χ. επιστήμονός παραγκωνιζομένου υπό των ανώτερών του, υπό των οποίων και γίνεται θύμα εκμεταλλεύσεως, και εχόμενου ζωηρά της ιδέας να ικανοποιηθεί, ως έχοντος αυτοσυνείδηση, εμφανίζεται ακριβώς ανάλογο, και μόνον το γεγονός ότι η ποθούμενη εν ταύτα ικανοποίηση δεν είναι δυσαναλόγως μεγάλη, ως και ο τρόπος αντιδράσεως διαφορίζει τις καταστάσεις αυτές από της μιας στην άλλη, των οποίων υπάρχει συνεχής μετάβαση (=ασαφή όρια). Τα παραληρήματα διαδικασίας διακρίνονται : 1) Σε εγωιστικά, ήτοι εκείνα στα οποία η έμμονη ιδέα αποκτήσεως πράγματος τίνος κ.τ.τ. αφορά το ίδιον το εγώ· υπάρχει δηλ. έμμονος ιδέα αποκτήσεως χρησίμου τινός ή αφορώντας εν γένει τον πάσχοντα. 2) Σε αλτρουιστικά, ως καλούνται εκείνα, στα οποία η έμμονος ιδέα επιδιώξεως τίνος αναφέρεται εις τι αφορών κάποια επιστήμη, την τύχη, την ανθρωπότητα, την πατρίδα κ.τ.τ., της οποίας ο πάσχων εμφανίζεται αντιπρόσωπος διεκδικητής, ως ο συνήγορος. Ούτοι είναι συνήθως ακίνδυνοι και φιλάνθρωποι ονειροπόλοι. Το αλτρουιστικό παραλήρημα άγει σε σχιζοφρένια. Διακρίνονται δε και μερικές άλλες μορφές αναλόγως του περιεχομένου των ιδεών, ως παραλήρημα διαδικασίας ερωτικό, παραλήρημα διαδικασίας πολιτικό, παραλήρημα διαδικασίας υποχονδριακό, οπότε θεωρούν υπεύθυνο τον ιατρό, τον οποίο και ενίοτε φονεύουν, παραλήρημα διαδικασίας μυστικό (=θρησκευτικό) και παραλήρημα διαδικασίας απώλειας των αγαθών ή του δικαίου, την οποία απώλεια δεν αποδίδουν σε εαυτούς ή άδικη απαίτηση των, αλλά σε ενέργεια τρίτων ή των αντιδίκων των, αδικούντων τον πάσχοντα, γι’ αυτό αμύνονται φονεύοντες ενίοτε (διωκόμενοι διώκτες). Η εξέλιξη του παραληρήματος τούτου είναι βραδεία ή παροξυντική, εξ ου εμφανίζεται μετά μεγάλων υφέσεων, ωσεί διαλείπον. Δεν απολήγει σε άνοια, και είναι ή ιδιοπαθές, ήτοι εξ ιδιοσυστασίας ή χαρακτήρα, ή απότοκο ισχυρής συναισθηματικής καταστάσεως συνεπεία προσβολής των δικαίων του πάσχοντος, ή δευτεροπαθές σε πρεσβυτική ψύχωση, λοιμώδεις, τοξικές, εκφυλογενείς τέτοιες κ.τ.λ. Δύναται, σπανιότατα, να εμφανισθεί στην αρχή προϊούσης παραλύσεως και πρωτογόνου άνοιας. Το δε φιλανθρωπικό (αλτρουιστικό) άγει σε σχιζοφρένια άνευ υπομανιακής καταστάσεως, άλλα μετά ονειροπολήσεων. Η θεραπεία αιτιολογική και προφυλακτική, δια της έξεως ή καταπολεμήσεως των προκαλεσάντων αίτιων.
ζ) Το παραλήρημα φαντασίας ή μυθομανίας του Dupré, το οποίο είναι αποτέλεσμα εξάρσεως της μυθοπλαστικής ικανότητος και ροπής προς το ψεύδεσθαι και αλλοιώνειν την αλήθεια. Πλείστες ιδέες αυτού του παραληρούντος είναι στην αρχή ενσυνείδητα ψευδείς, συν τω χρόνω καθίστανται διά τον πάσχοντα πίστεις πραγματικές, διότι λησμόνησε αυτός ότι αυτά τα έλεγε ψευδώς, και ήδη τα θεωρεί γεγονότα. Παρατηρείται επί υστερικού και ειδικού εδάφους (των ψευδολόγων μυθομανών) ως έξαρση χαρακτήρα. Στην προβεβηκυία ηλικία εμφανίζεται ανάλογος κατάσταση αλλοιώσεως της αληθείας, ή καλούμενη πρεσβυοφρένια του Wernicke.
η) Έτερος τύπος παραληρήματος συνήθους είναι το ονειρικό παραλήρημα, το οποίο είναι τοξικό ή λοιμώδες ή υστερικό. Είναι παροδικό και ιατό, και άπαντα στην σύγχυση την διανοητική. Απαντά και επί σχιζοφρενικών καταστάσεων (reveus eveilles). Απαντά, τέλος, επί πάσης λοιμώδους νόσου, μετά ή άνευ συγχύσεως, οπότε διαρκεί ολίγον, και δηλαδή κατά την οξύτητα της νόσου και την περίοδο υπερπυρεξίας. Έτσι παρατηρείται επί πνευμονίας, τύφου, ερυσιπέλατος και εν γένει επί πάσης λοιμώδους νόσου. Αυτό καθ’ αυτό απαντά επί υστερίας και στις αρχικές φάσεις της συγχύσεως και σχιζοφρένιας. Προς τούτοις δε μορφή αυτού μετά φόβων, τρόμου, ιδρωτών άφθονων μετά πυρετικών καταστάσεων και πτώσεως της θερμοκρασίας, είναι το τρομώδες παραλήρημα των οινοποτών (delirium tremens). Τα δε οξέα παραληρήματα είναι σε πολλές περιπτώσεις ονειρικά (τα εμπύρετα δηλαδή) ή ασυνάρτητα, διότι και το ονειρικό, έντονο και ταχύ γινόμενο, καθίσταται ασυνάρτητο, ως και τα αντίστοιχα όνειρα.
θ) Τα συστηματικά παραληρήματα, ως καλούμε τα μετά λογικού ειρμού, πνευματικής διαυγείας, εξ ενός είδους ιδεών απαρτιζόμενα χρόνια παραληρήματα. Διαφέρουν των μετά συστηματικής εξελίξεως, διότι εκείνα έχουν πλείονες φάσεις, δηλαδή εναλλαγή ιδεών, σε μακρά όμως διαστήματα. Στην βιβλιογραφία συγχέονται πράγματι τα συστηματικά προς τα μετά συστηματικής εξελίξεως και ουδεμία γίνεται διάκριση αυτών. Τα συστηματικά απαντούν ως τέτοια εφ’ όρου ζωής, και σπάνια απολήγουν σε άνοια, λιγότερο δε σπάνια σε σχιζοφρένια, εφόσον χρησιμεύουν ως ειδικές απασχολήσεις. Είναι δε συστηματικά παραληρήματα κυρίως τα θρησκευτικά ή μυστικά, τα ερωτικά, εφευρέσεων, μεγαλείων, το ερειδόμενο επί μεγαλομανικού χαρακτήρα, το υποχονδριακό, το κατοχής, και σπανιότατα τα άλλα. Τα παραληρήματα αυτά ενδέχεται να εισβάλλουν παροξυστικά και διαλείποντος, ιδίως όμως τα πολλαπλά, πολύμορφα και ασυνάρτητα.
Γεννώνται δε ως επί το πολύ τα παραληρήματα ως εξάρσεις συναισθηματικών κρίσεων, η εκ της έξεως ή εξ ιδιοσυστασίας υπαρχουσών. Οι ψευδαισθησίες και παρερμηνείες είναι δευτεροπαθείς σε αυτά, ως φαινόμενα νοητικά, και επομένως η διάκριση τούτων σε ψευδαισθητικά και παρερμηνευτικά δεν είναι επιστημονική.
Εκτός όμως αυτών, από απόψεως τρόπου γεννήσεως, υπάρχουν και μερικά παραληρήματα ειδικής άλλης προελεύσεως, αναλόγως της όποιας και διακρίνονται:
α) Το ονειρικό, το οποίο γεννάται εξ ονείρου, δηλαδή εξ ύπνου ή νάρκης της διανοίας.
β) Το παραλήρημα φαντασίας, προερχόμενο εκ διαταραχής της μυθοπλαστικής ικανότητος και ροπής προς το ψεύδος· πολλάκις δε ο πάσχων, ψευδόμενος εν αρχή από σκοπού, λησμονεί έπειτα ότι η ιστορία η οποία διηγήθηκε είναι πλαστή, και έτσι πιστεύει πλέον και αυτός σε αυτήν ως ένας γεγονός, μη δυνάμενος να διακρίνει, είναι αναπαράσταση πραγματικών αντιλήψεων και τι αναπαράσταση υποθετικών τοιούτων.
γ) Το υποχονδριακό και τα κιναισθητικά εν γένει παραληρήματα πολλάκις οφείλονται σε οργανικές διαταραχές των σπλάγχνων ή ανώμαλες αισθήσεις εκ τούτων η και παραισθήσεις.
δ) Το οξύ ασυνάρτητο οφείλεται σε διέγερση του συνειρμού, ως η μανία, δι’ ο και υπό τίνων σε αυτή περιλαμβάνεται, αφού δυσχερώς διαχωρίζεται, άλλως τε, από ταύτης.
ε) Το παραλήρημα διαδικασίας οφείλεται σε έμμονη ιδέα και σε προσπάθεια εκτελέσεως ή επιβολής αυτής (υπομανιακή κατάσταση).
Τα δε των άλλων συνδρομών συμπτωματικά οφείλονται στις συνδρομές αυτές (π.χ. μανίας, μελαγχολίας κ.τ.λ.).
Εξεταζόμενα από απόψεως αιτιολογίας τα απαντώντα ως ίδιες νόσοι παραληρήματα οφείλονται: 1) Σε έντονη ιδιοσυστασία, ήτις σιτιζομένη αφ’ εαυτής και δια της έξεως άγει σε μονιμοποίηση αυτών. Έτσι ο μεγαλομανικός, όταν πάθει ψυχικό νόσημα (και υφίσταται τούτο από μόνης της ιδιοσυστασίας, αν αυτή είναι έντονη, ή με την επίδραση ετέρου στοιχείου, π.χ. τοξικού ή λοιμώδους αν δεν είναι έντονος), καταλήγει εις πάσχοντα παραλήρημα μεγαλείων, ο παρανοϊκός γίνεται καταδιωκόμενος κ.ο.κ. 2) Εις τον χαρακτήρα, όταν η ιδιοσυστασία είναι μικρά και η αγωγή αφήνει αυτήν να μεγαλώσει και να εγκατασταθεί ως χαρακτηριστικό του ατόμου τούτου. 3) Εις επίδραση παράγοντος ετέρου τοξικού ή λοιμώδους· όταν υπάρχει ελάχιστη ακόμη ιδιοσυστασία, αυτή εξαίρεται. Αυτά όμως, παρερχομένου του εξαίροντος αίτιου, είναι δυνατόν να ιαθούν (=οξέα παραληρήματα, διαλείποντα κ.λ.π.). Πολλάκις δεν υπάρχει ιδιοσυστασία, αλλά αυτός ο παράγων φιλεί να προκαλεί ορισμένη διάθεση, ως π.χ. το οινόπνευμα προκαλεί ζηλοτυπία. 4) Αντί των τοξικών ή λοιμωδών στοιχείων δρουν ως εξαίροντες παράγοντες ο εκφυλισμός, ο οποίος προκαλεί επεισοδιακώς παραληρήματα, συνήθως παροδικά, ιδίως τύπου Magnan (=πολύμορφο) ή και παν άλλο. Διαγιγνώσκεται δε εκ του καθορισμού κυρίως τοτ έκφυλου εδάφους και ουχί εκ της μορφής του παραληρήματος, παρεκτός του παραληρήματος Magnan. 5) Οι πρεσβυτικές, ιδίως δε προπρεσβυτικές αλλοιώσεις, προκαλούν παραληρήματα, ενίοτε ιατά, άλλοτε χρόνια και άλλοτε ως πρόδρομα άνοιας. 6) Οι συγκινήσεις και γενικά τα εκ του εξωτερικού κόσμου ερεθίσματα δύνανται να εξάρωσι κάποια διάθεση και να εγκαταστήσουν αυτήν, μετατρεπόμενη αργότερα σε παραλήρημα. Το βασικότερο όλων είναι η εγκατάσταση συναισθηματικής κρίσεως, δια της οποίας η έξης, εκτός της ιδιοσυστασίας, διαδραματίζει τον σπουδαιότερο ρόλο. Διό και η θεραπεία είναι κυρίως προληπτική, συνισταμένη στην ρήξη και αποβολή αυτών των κρίσεων. Η ιδέ θεραπεία η μετά την εγκατάσταση είναι αιτιολογική μετά πυρετοθεραπείας και ψυχοπαιδαγωγική δια των μεθόδων της παραψυχολογίας, ψυχοαναλύσεως και εγκαταστάσεως έξεων και κρίσεων αντικειμενικών.
Σημειώσεις α.α.
1. Μια τέτοια κατάσταση λ.χ. υποστηρίχθηκε αναπόδεικτα από τον Κασομούλη («φλόγωσιν τῆς πληγῆς του»)  για τον ισχυρισμό του Γεωργίου Καραϊσκάκη πως ο τραυματισμός του προήλθε από ομοεθνή του (πρβλ. Ιστορικό Νίκος Γιαννόπουλο, Ιστορικά Θέματα, τεύχος 60, άρθρο «Ο Μυστηριώδης θάνατος του Γεωργίου Καραϊσκάκη», σελ. 83)
2. Περιττό να ειπωθεί πως για την επιστήμη μαγικές δυνάμεις δεν υφίσταται, όπως δεν υφίστανται δαίμονες ή Θεός οιοσδήποτε.
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος  Ιθ΄, σσ. 631-632, 688
Κιναισθητικό Παραλήρημα
Σύνολο παραληρητικών ιδεών αναφερομένων εις κιναισθητικές διαταραχές, οι οποίες δια μερικές, περιπτώσεις είναι πραγματικές, οπότε το παραλήρημα τούτο είναι παραλήρημα παρερμηνειών, δια τις περισσότερες δε περιπτώσεις τυγχάνουν αποτέλεσμα ψευδαισθησιών και παραισθήσεων. Το παραλήρημα αυτό περιλαμβάνει τις εξής μορφές: υποχονδριακό-αρνήσεων, κατοχής, αποφράξεως και μεταμορφώσεως προσωπικότητας.
Εκτός όμως των περιπτώσεων τούτων, σε αυτές, ούτως ειπείν, εμφανίζεται συστηματοποιημένο, εις άλλες περιπτώσεις απαντούν ιδέες κοιναισθητικού περιεχομένου σποραδικοί, διανθίζουσες την κλινική εικόνα της νόσου, της οποίας τυγχάνουν εκδήλωσης συμπτωματική. Έτσι παρατηρείται επί μελαγχολίας, στο αρχικό στάδιο του παραληρήματος καταδιώξεων, επί μελαγχολικών μορφών προϊούσης γενικής παραλύσεως, πρωτογόνου άνοιας κ.τ.τ., επί των οποίων οσάκις εμφανίζεται υπό την μορφή συστηματοποιημένου παραληρήματος αρνήσεων, ή κατοχής, ή αποφράξεως, ή μεταμορφώσεως της προσωπικότητας έχει την σημασία σημείου χρονιότητας, εκτός αν είναι παροδικές οι ιδέες και όχι μόνο μόνιμες. Το υποχονδριακό παραλήρημα συνίσταται από ιδέες ανησυχίας του πάσχοντος ως προς την φυσική ή διανοητική αυτού υγιεινή κατάσταση.
Εκ τούτου διακρίνεται φυσική και διανοητική υποχονδρία. Οι υποχονδριακές ιδέες είναι πολλαπλές και διάφορες, δύνανται δε να ενδιαφέρουν οιονδήποτε όργανο ή λειτουργία οργάνου και συνεπώς να εμφανισθούν υπό πλείστες μορφές. Επίσης δύνανται ν’ αφορούν την διάνοια, και έτσι ο ασθενής να παραπονιέται ότι δεν δύναται να σκεφθεί, να συγκεντρώσει τον νουν και πλείστα άλλα. Παρατηρείται κυρίως επί μελαγχολίας, ήτις δύναται να απολήξει εις δευτερογενές υποχονδριακό παραλήρημα, όπερ δυνάμεθα να προϊδούμε αν υφιεμένης της μελαγχολίας εκείνο συστηματοποιείται. Επίσης παρατηρείται επί ενδοτοξικών ή εξωτοξικών καταστάσεων, επί ψυχασθένειας, υστερίας, ως εκδήλωσης εκφυλογενούς φρενίτιδας, επί υστερίας, προϊούσης παραλύσεως, κατά την αρχική περίοδο κ.λ.π. Ως ιδιοπαθές δε κυρίως μένει μόνον τοιούτο επί πολλά έτη, μη απολήγον σε διανοητική εξασθένηση, είτε κατόπιν μελαγχολίας, είτε ως πρωτοπαθές, όπερ και σπανιότερο. Επίσης παρατηρείται επί παραληρήματος καταδιώξεων, των οποίων αποτελεί το αρχικό στάδιο. Είναι δυσίατο, αν μη ανίατο, έκτος αν είναι συμπτωματικό εκφυλογενούς φρενίτιδας ή τοξικής τέτοιας, ή επί υστερίας και ψυχασθένειας οπωσούν. Το κιναισθητικό παραλήρημα, αρχόμενο εν αρχή ως υποχονδριακό, δύναται έπειτα να εμφάνιση και άλλες μορφές, ως το παραλήρημα αρνήσεων-κατοχής, μεταμορφώσεως κ.τ.τ., όπερ και σύνηθες τυγχάνει.
Το παραλήρημα αρνήσεων, συνιστάμενο εις το ότι ο ασθενής αρνείται την ύπαρξη ή την λειτουργία οργάνου τινός, ή και της διανοίας αυτού (διανοητική μορφή), απαντά ως επακόλουθη μα επί προϋπαρξάμενων υποχονδριακών ιδεών, ως συμβαίνει επί μελαγχολίας (σύνδρομο του Cotard) ή υποχονδριακού παραληρήματος συστηματικού, επί προϊούσης παραλύσεως, εκφυλογενούς φρενίτιδας και αλλού. Είναι βαρύ στην πρόγνωση, και κυρίως ειπείν είναι σημείο χρονιότητας. Το παραλήρημα κατοχής, ως παραλήρημα παρερμηνειών, απαντά επί μελαγχολίας, οπότε και είναι σημείο χρονιότητας, επί προϊούσης παραλύσεως, θρησκευτικών παραληρημάτων κ.λ.π. Το παραλήρημα αποφράξεως του  Baillarger, συνιστάμενο εις το ότι ο ασθενής θεωρεί ως αποφραχθέντα τον οισοφάγο, στόμαχο, έντερα, κ.λ.π., ώστε να αρνείται την λήψη τροφής τελείως, είναι ειδικό της προϊούσης παραλύσεως. Δύναται δε να δώσει λαβή εις πλάνη, ώστε να νομίζει τις ότι ο πάσχων έχει πράγματι απόφραξη ή χειλογλωσσολαρυγγική παράλυση, όταν πρόκειται περί αποφράξεως του φάρυγγα (λαιμού κατά τον ασθενή) αλλά ευκόλως διακρίνεται, διότι Ο ασθενής αν επιμείνουμε καταπίνει καλώς. Αργότερα προστίθενται και τα λοιπά σημεία της προϊούσης γενικής παραλύσεως, επικυρωτικά της τοιαύτης διαγνώσεως.
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος  Ιθ΄, σσ. 632-633
Παραλήρημα Κατοχής
Μεταξύ των ειδών του κιναισθητικού παραληρήματος συγκαταλέγεται και το παραλήρημα κατοχής (1). Τούτο συνίσταται στο ότι οι πάσχοντες νομίζουν ότι μέρη τινά ή όργανα του σώματος αυτών η και ολόκληρο το σώμα αυτών κατέχεται υπό ζώων, πνευμάτων ή αντικειμένων διαφόρων, ων αναλόγως το παραλήρημα ονομάζεται ζωοπάθεια, δαιμονοπάθεια κ.τ.τ. Το παραλήρημα κατοχής άπαντα επί πολλών παθήσεων, διανθίζον, ούτως ειπείν, την κλινική αυτών εικόνα, οίον προϊούσης παραλύσεως, τοξικών και δη ενδοτοξικών καταστάσεων, υποχονδριακού παραληρήματος και μελαγχολίας, κ.λ.π. Συνήθως αναπτύσσεται επί φερόντων παθήσεις ή υποχονδριακά ενοχλήματα, τα οποία οι ασθενείς παρερμηνεύοντας αποδίδουν σε ζώα, δαίμονες κ.τ.τ., ενυπάρχοντας στο πάσχων όργανο. Πρόκειται δηλαδή ενταύθα περί παραληρήματος ερειδομένου επί παρερμηνείας (2). Εκτός όμως των περιπτώσεων τούτων στις οποίες το παραλήρημα κατοχής είναι επεισοδιακό, δευτερεύουσα θέση κατέχων, υπάρχουν  περιπτώσεις, εις οποίες είναι το δεσπόζον σύμπτωμα, όπως συμβαίνει στην καλούμενη κυρίως δαιμονοπάθεια, ζωοπάθεια κ.τ.τ,, οπότε συνδυάζεται μετά θρησκευτικού παραληρήματος. Ο πάσχων νομίζει ότι εντός αυτού κατοικεί ο θεός του αγαθού ή του κακού και αναλόγως δρα και συμπεριφέρεται, αποδίδων πάντα τα έργα καν πάντας τους λόγους αυτού στο ενυπάρχον πνεύμα· Το παραλήρημα κατοχής παρατηρείται επί προσώπων τελούντων εις την υπηρεσία του θείου και των απολίτιστων εθνών, εις τα οποία παρατηρείται ομαδική εμφάνιση αυτών των παραληρημάτων. Κατά τον Oesterreich οφείλεται ή εις διχασμό της προσωπικότητας (3)- ή σε υποβολή ετέρου ή αυθυποβολή κυρίως (4). Επίσης συνδυάζεται ή επιπροστίθεται εις ερωτικό παραλήρημα, οπότε ο πάσχων νομίζει ότι τα γεννητικά μόρια αυτού, ως επί το πολύ, ή και άλλα μέρη του σώματος, κατέχονται υπό ερωμένου προσώπου ή πνεύματος, διαρκώς ή κατά περιόδους μόνον, προς επιτέλεση των γεννητικών λειτουργιών (5). Τα παραληρήματα ταύτα παρατηρούνται επί υστερίας, ή είναι εκφυλογενή. Η πρόγνωση, κατ’ αρχή δυσοιώνιστη, εξαρτάται εκ της νόσου, περί της οποίας πρόκειται. Εκτός των υστερικών και των εξαπίνης εισβαλόντων εκφυλογενών τοιούτων παραληρημάτων, το παραλήρημα κατοχής κατά κανόνα είναι ανίατο (6).
Σημειώσεις α.α.
1. Οι ιδέες δαιμονοκατοχής για την επιστήμη, είναι λοιπόν παραλήρημα. Δηλαδή «πίστη» των πασχόντων και όχι πραγματική κατάσταση, παρ’ όλη την υφιστάμενη φαινομενολογία.
2. Με άλλα λόγια ο υπό δαίμονος καταλαμβανόμενος παρερμηνεύει την φυσική του κατάσταση ή την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας την ύπαρξη κάποιου δαίμονος. Εν αντιθέσει λοιπόν, υποστηρίζεται εδώ πως η επιστήμη είναι εκείνη που «ερμηνεύει ορθά» την φαινομενολογία όχι ο πάσχων ή η Εκκλησία.
3. Η διχασμένη προσωπικότητα «ερμηνεύει ορθά» την φαινομενολογία ύπαρξης δύο προσωπικοτήτων μέσα σε ένα άτομο, εκ των οποίων η μία εμφανίζεται ως δαίμονας ή μεταφυσική οντότητα. Ελλείψει δηλαδή επιστημονικών αποδείξεων περί του μεταφυσικού, αυταπόδεικτα εκλαμβάνεται η άποψη του φυσικού εξορθολογισμού τέτοιων καταστάσεων.
4. Για την επιστήμη ο ξορκισμός των δαιμόνων από τους ιερείς προκαλείται με υποβολή εφόσον η δαιμονοκατοχή προήλθε από «αυθυποβολή» του πάσχοντος. Είναι άγνωστο όμως τι υποστηρίζεται για τις περιπτώσεις που υπάρχει εξορκισμός εξ αποστάσεως, δηλαδή δίχως της παρουσίας του ιερέως έμπροσθεν του πάσχοντος.
5. Αυτή είναι η επιστημονική αντίληψη περί των «ερωτικών δαιμόνων» ή λεγομένων «succubus-succubi» στην Δύση. Άγνωστο τι υποστηρίζει η επιστήμη για τους ταξιδευτές του αστρικού πεδίου, και της παραψυχολογίας, όπου και πάλι υπάρχουν τέτοιες εμπειρίες αλλά όπου αντιθέτως δεν υποστηρίζεται καμιά θεωρία περί παραληρήματος.
6. Ίαση, σύμφωνα με άλλη επιστημονική άποψη, του παραληρήματος κατοχής και μάλιστα θεαματική τυγχάνει από τους εξορκιστές, εφόσον αυτού του είδους το παραλήρημα είναι αποτέλεσμα «αυθυποβολής» του πάσχοντος που αίρεται με την «υποβολή» του ιερέως. (πρβλ. βίντεο Ανδρέα Φώρκου κάτωθι όπως και τον διχασμό της προσωπικότητας). Εδώ, όπως αλλού ελέχθει, στηρίζεται η επιστημονική άποψη περί θεραπείας των δαιμονιζόμενων δια του ξορκισμού. Για την επιστήμη η «αυθυποβολή» του δαιμονισμού αίρεται δια μέσω μιας αντίπαλης «υποβολής», εκείνης που προτείνει ο ξορκιστής ιερέας. Αυτή η θέση είναι έωλη εφόσον στον Ορθόδοξο χώρο υπάρχουν θεραπείες δαιμονιζόμενων κατά την λιτάνευση σκηνωμάτων Αγίων δίπλα ή πάνω από τους πρώτους, άνευ της παρεμβάσεως κάποιου ιερέως επί του πάσχοντος. Για την επιστήμη τα σκηνώματα των Αγίων, εφόσον πρόκειται περί «νεκρών», δεν χρίζουν καμιά ικανότητας υποβολής επί του δαιμονιζόμενου. Επιπλέον μια τέτοια προσέγγιση του φαινόμενου του δαιμονισμού,  δεν μπορεί να ερμηνεύσει τον ξορκισμό του πάσχοντος δια της αναγνώσεως κάποιας ευχής εξ αποστάσεως και σε άγνωστη χρονική στιγμή, εφόσον ο ιερεύς ως απών φυσικό πρόσωπο δεν δύνανται να υποβάλει τον πάσχοντα σε «θεραπεία» υποβολής.
Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιδ΄, σελ. 128
ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ
 [Ψυχοπαθολογία]. Υπό τον όρο τούτο ο Bleuer υπήγαγε ομάδα κλινικών εικόνων, επί των οποίων στηρίζονταν άλλοτε η πατροπαράδοτη πρωτόγονος άνοια. Σήμερον δια του όρου σχιζοφρένια εννοούμε κάθε ψυχική κατάσταση, ήτις εμφανίζει ως κύριο σύνδρομο την έλλειψη αντιλήψεως της πραγματικότητας, οπότε ο πάσχων ζει τρόπον τινά εντός εσωτερικού φαντασιώδους κόσμου. Κατά ταύτα, η σχιζοφρένια περιλαμβάνει τις πλείστες των ψυχώσεων, ως την πρωτόγονο άνοια του Kraepelin, τις παραφρενίας, το μεγαλύτερο μέρος των μανίων και μελαγχολιών, πλείστων παραληρημάτων, υποχονδριών, διανοητικών συγχύσεων κ.τ.λ. Η συνδρομή αυτή περιλαμβάνει ακόμη και τους απλούς ανωμάλους ψυχολογικούς τύπους, μη καθαρώς παθολογικούς, ως τους ονειροπόλους.
Ο Bleuer ως κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ψυχώσεως ταύτης έθεσε : 1) Την έλλειψη συμπτωμάτων ανηκόντων εις άλλες παθήσεις (διαταραχές αντιλήψεως, ή της μνήμης, της κινητικότητας, του προσανατολισμού). 2) Την ελάττωση του κοινού συνδυασμού ιδεών. 3) Την εξασθένηση της συναισθηματικότητας, ενίοτε παράδοξο και αμφιταλάντευτο (δηλαδή ενώ αποστρέφεται κάτι, το αγαπά συγχρόνως). 4) Τον αυτισμό, ήτοι την απώλεια της συνοχής του ατόμου προς την πραγματικότητα και την δημιουργία εσωτερικού φανταστικού κόσμου. Πλην των κυρίων αυτών συμπτωμάτων, υπάρχουν ενδεχομένως και έτερα συμπτώματα, ως ψευδαισθήσεις, κατατονία κ.τ.λ.
Η σχιζοφρένια από της απλής μορφής, μέχρι της σοβαρότερης αντιστοιχεί πάντως σε οργανικές αλλοιώσεις των νευρικών κέντρων. Η εξέλιξη της παθήσεως είναι διάφορη, ανάλογα της παρουσιαζόμενης περίπτωσης. Ως κύρια αίτια αυτής της σχιζοφρένειας αναγνωρίζουν τις απότομες συγκινήσεις, ηθικούς κλονισμούς, υπερκοπώσεις, τελευταία δε και τις λοιμώξεις και αυτοδηλητηριάσεις. Πάντως το έδαφος και ιδίως η νευρική ιδιοσυγρασία κατέχουν πρώτιστη θέση. Η θεραπεία συνίσταται στην απομόνωση του πάσχοντος, χλιαρά λουτρά, πραϋντικά, πυρετοθεραπεία και ενέσεις οξυγόνου.
Πηγή: Βλαστός Μ.Ν., Νευρολόγος - Ψυχίατρος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κβ΄, σσ. 689-690
Σχιζοειδής χαρακτήρας
[Ψυχοπαθολογία]. Η σχιζοειδία, πρώτη μορφή των σχιζώσεων, είναι ιδιοσυστασία διπολικού χαρακτήρα, της οποίας οι συναισθηματικές ενέργειες χάνουν την ένταση αυτών ενώπιον του περιβάλλοντος. Οι σχιζοειδείς εκ μικρής ηλικίας έχουν τάσεις προς την μόνωση, προς σύννοια, προς αυτοσυγκέντρωση, την βαθειά μελέτη του εγώ και εν γένει προς ονειροπόληση. Προτιμούν κυρίως την εσωτερική τους ζωή από την κοινωνική τοιαύτη, δύνανται όμως να προσαρμόζονται, φαινομενικά τουλάχιστον και επαρκώς, και προς τις απαιτήσεις της καθημερινής τους ζωής. Η δραστηριότητα των είναι γενικώς ελαττωμένη και άτακτος, και ιδίως άγονης όσο αφορά το ζήτημα των πραγματικοτήτων. Η παθολογική αυτή κατάσταση είναι απαραίτητη δια την μελλοντική εμφάνιση της σχιζομανίας και σχιζοφρένιας. Ο όρος σχιζοειδία οφείλεται εις τον Kretschmer, ο οποίος δια τούτου ηθέλησε να αποδώσει εις διάφορα άτομα την έλλειψη προσαρμογής προς το περιβάλλον. Επί του πεδίου όμως της κλινικής και ψυχολογίας η μελέτη του σχιζοειδούς χαρακτήρα και σχιζοφρένιας σφάλλεται κατά τον Bleuer, ο οποίος κατόρθωσε να απομόνωση την συνδρομή ταύτη μεταξύ πλείστων άλλων ψυχώσεων, οι οποίες είχαν την ίδια βάση. Ακολούθως πλείστοι ερευνητές, μεταξύ των οποίων ο Claude και οι μαθητές του Minkowski, Henyer, Boul κ.τ.λ., παρατήρησαν ότι μεταξύ πλείστων ασθενών, επί των οποίων είχαν θέσει διάγνωση πρωτογόνου άνοιας, αρκετοί εξ αυτών δεν ήσαν άνοες, και ότι η αρχή τής παθήσεως των ήταν ενίοτε μεταγενέστερα της εφηβικής των ηλικίας.
Ως κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ψυχώσεως ταύτης ο Bleuer έθεσε : 1) Τον αυτισμό, ήτοι την απώλεια της συνοχής του ατόμου προς την πραγματικότητα. 2) Την εξασθένηση της συναισθηματικότητας τόσον προς την εξωτερική ζωή, όσον και προς την οικογένεια και την κοινωνία. Η πραγματικότητα δια τα άτομα αυτά δεν υφίσταται και διάγουν αναλόγως των σκέψεων και συναισθημάτων της καθαρής εσωτερικής τους ζωής. Ζουν και σκέπτονται διά τον εαυτό τους και μόνον. 3 Την υπερτροφία λειτουργιών μερικών του ανώτερου ψυχισμού. Σχιζοειδείς τίνες, τουτέστιν, όχι μόνον είναι δυνατόν, πλην της ιδιαζούσης ατομιστικής των καταστάσεως, να διάγουν βίο τελείως φυσιολογικό, αλλά και ανώτερη κοινωνική δράση να επιδείξουν. 4) Την έξαρση της φαντασίας: ήτοι την διαρκή ονειροπόληση και την υπέρμετρο ανάλυση τόσον των κινήσεων των, όσον και των συναισθημάτων τους. Οι σχιζοειδείς, λόγω της προσηλώσεώς των προς την εσωτερική τους ζωή, παρουσιάζουν ανισορροπία του εν γένει ψυχισμού, εκδηλωμένη δι’ εναλλαγών του νευροψυχικού τόνου, αδιαφορία και αμέλεια προς την εξωτερική των εμφάνιση, άγνοια και αναισθησία της καταστάσεώς τους και της κοινωνικής τους καταπτώσεως. Παρουσιάζουν διαταραχές του συνδυασμού των παραστάσεων και συναισθημάτων, ήτοι, ενώ αποστρέφονται ένα πρόσωπο, ταυτοχρόνως και το αγαπούν. Όλες οι σκέψεις των σχιζοειδών επενδύονται συμβολικώς εκφράσεων, τις οποίας δεν δύναται τις να εξηγήσει ειμή δι’ επισταμένης ψυχαναλύσεως.
Πλείστες σχιζοφρένιες προοδευτικά εξελίσσονται προς άνοια κατατονικού τύπου· άλλες παρουσιάζουν συνδρομές ψυχικού αυτοματισμού μετά διαφόρων ψευδαισθητικών παραληρημάτων, ένθα κυριαρχούν οι ιδέες μεγαλομανίας. Εν τέλει ο διχασμός της προσωπικότητας του σχιζοφρενούς, ήτοι αφ’ ενός η έλλειψη της προσαρμογής προς τον εξωτερικό κόσμο, και η δημιουργία αφ’ ετέρου ιδιαιτέρου εσωτερικού κόσμου, τείνουν να εκλαμβάνονται ως χρόνια συστηματικά παραληρήματα και η σύγχυσης αυτή αρχίζει να γίνεται φανερή ώστε ο όρος σχιζοειδής χαρακτήρας αποβαίνει όρος συγκεχυμένος, όπως ο της ψυχικής εκφυλίσεως. Τα αίτια της σχιζοφρένιας είναι διάφορα· πάντως η ατομική προδιάθεση, η κληρονομικότητα, το περιβάλλον και ίσως και οι λοιμώξεις, κατέχουν πρωτεύουσα θέση όσο αφορά της ανάπτυξη αυτής.
 Πηγή: Βλαστός Μ.Ν., Νευρολόγος - Ψυχίατρος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κβ΄, σσ. 688-689
ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ
Προσωπικότητας Αλλαγή [Ψυχοπαθολογία.]. Καλείται πάσα αλλαγή της ψυχολογικής προσωπικότητας κάποιου ατόμου. Άτομο, δηλαδή, δύναται να λησμονήσει επί τίνα χρόνο την ατομικότητα του, προσλαμβάνοντας άλλην, πολλάκις τελείως διάφορη της πρώτης. Κατά την διάρκεια της υπάρξεως της νέας αυτής προσωπικότητας η μνήμη της πρώτης αργεί, η νοοτροπία και ο χαρακτήρας αλλοιώνονται. Η νέα αυτή ατομικότητα δυνατόν να θυμάται την πρώτη, αλλά ομιλάει περί αυτής ως περί προσώπου τελείως προς αυτήν ξένου. Η αλλαγή της προσωπικότητα δυνατόν να διαρκέσει λίγες στιγμές ή και έτη ολόκληρα. Διακρίνουμε δ’ αυτής τα εξής είδη:
1) Τα πρώτα φαινόμενα αυτομάτου αλλαγής της προσωπικότητας είναι από αρχαιοτάτων χρόνων γνωστά υπό το όνομα της δαιμονοληψίας, της οποίας πλείστα παραδείγματα βρίσκουμε στις Αγίες Γραφές. Η διδομένη εξήγηση ήταν ότι πνεύμα τι κακοποιό κατελάμβανε το σώμα του δαιμονιζόμενου, όστις μόνον διά καταλλήλου εξορκισμού μπορούσε να θεραπευθεί, δηλαδή δι’ υποβολής (1). Η πίστη στην δαιμονοληψία υφίσταται ακόμη σε πολλούς αμόρφωτους λαούς (2). Ο αιγυπτιακός λαός πιστεύει και σήμερον ακραδάντως στην δαιμονοληψία, την οποία και θεραπεύει δια ειδικής τελετής, την οποίαν ονομάζει ζαρ. Εκτός της δαιμονοληψίας, φαινόμενα αυτομάτου αλλαγής της προσωπικότητας παρατηρήθηκαν και περιγράφηκαν λεπτομερέστατα υπό διαφόρων ερευνητών. Λίαν χαρακτηριστικό είναι το φαινόμενο της δεσποινίδος Beauchamp, υστερικής φοιτήτριας της Βοστώνης (3), η οποία παρουσίασε τέσσερις όλες ανεξαρτήτους αλλήλων προσωπικότητες, οι οποίες και διαδέχονταν η μία την άλλην εναλλάξ.
2) Η δι’ υποβολής προκαλούμενη. Κατά ταύτην δυνάμεθα, σε άτομο ευρισκόμενο σε κατάσταση υπνοβασίας, να προκαλέσουμε αλλαγή προσωπικότητας δι’ υποβολής. Υποβάλλοντες αυτό ότι είναι μέγας στρατηγός, μικρός μαθητής, θρασύς κακούργος ή και ορισμένο ζώο, θα δούμε αμέσως το υποκείμενό μας να συμπεριφέρεται ως εάν ήταν πράγματι η υποβληθείσα προσωπικότητα.
3) Πνευματιστική. Είναι η παρουσιαζόμενη κατά τα πνευματιστικά πειράματα, οπότε ο εν καταστάσει μειώσεως των αισθήσεων μεσάζων παρουσιάζεται ως κατεχόμενος υπό ορισμένου πνεύματος του υπερπέραν και το οποίο μέσω αυτού ενεργεί και ομιλάει. Η πνευματιστική αλλαγή προσωπικότητας δύναται να είναι συγχρόνως και πολλαπλή. Ένας δηλαδή μεσάζων δύναται να απαντά ταυτοχρόνως εκ μέρους 2 ή 3, ως διατείνεται, πνευμάτων με τη βοήθεια της αυτομάτου γραφής· και μάλιστα με την δεξιά χείρα δια το εν, με την αριστερή δια το άλλο και προφορικά δια το τρίτο. Τρεις εξηγήσεις δόθηκαν στα φαινόμενα της αλλαγής της προσωπικότητας. Κατά την πρώτη πρόκειται περί ασυναίσθητου αυθυποβολής, όπως δηλαδή συμβαίνει και σε ένα όνειρο, όπου προσωποποιεί κανείς πολλά πρόσωπα και ομιλάει και απαντά δήθεν εκ μέρους τους. Δευτέρα γνώμη είναι ότι πρόκειται περί εκδηλώσεως μακρινών κληρονομικότητας, οι οποίες μας μετεδόθηκαν δια μέσου των αιώνων· η εκδήλωση αυτή συμβαίνει όταν δι’ ορισμένο λόγο (νόσος, τραύμα, ύπνωση) εξασθενεί ο έλεγχος της συνειδήσεως. Τέτοιες είναι και οι διάφορες ψυχώσεις, κατά τις οποίες οι ασθενείς νομίζουν ότι είναι θεοί, αυτοκράτορες κ.τ.τ. Τρίτη εξήγησης είναι η πνευματιστική, ότι δηλαδή πράγματι πνεύματα εκδηλώνονται δια των ατόμων, στα οποία παρουσιάζεται η αλλαγή της προσωπικότητας.
Σημειώσεις α.α.
1. Κατ’ επανάληψη στην παρούσα σελίδα ελέχθη πως για την επιστήμη η «αυθυποβολή» του δαιμονισμού αίρεται δια μέσω μιας αντίπαλης «υποβολής», εκείνης που προτείνει ο ξορκιστής ιερέας. Αυτή η θέση είναι έωλη εφόσον στον Ορθόδοξο χώρο υπάρχουν θεραπείες δαιμονιζόμενων κατά την λιτάνευση σκηνωμάτων Αγίων δίπλα ή πάνω από τους πρώτους, άνευ της παρεμβάσεως ιερέως τινός επί του πάσχοντος. Για την επιστήμη τα σκηνώματα των Αγίων, εφόσον πρόκειται περί «νεκρών», δεν χρίζουν καμιά ικανότητας υποβολής επί του δαιμονιζόμενου. Επιπλέον μια τέτοια προσέγγιση του φαινόμενου του δαιμονισμού,  δεν μπορεί να ερμηνεύσει τον ξορκισμό του πάσχοντος δια της αναγνώσεως τινός ευχής εξ αποστάσεως και σε άγνωστη χρονική στιγμή, εφόσον ο ιερεύς ως απών φυσικό πρόσωπο δεν δύνανται να υποβάλει τον πάσχοντα σε «θεραπεία» υποβολής.
2. Στην παρούσα ερμηνευτική εκδοχή, ως «αμόρφωτους λαούς», ορίζει ο αρθρογράφος του λαούς εκείνους εις τους οποίους θρησκευτικές εκδοχές ερμηνείας τέτοιων φαινόμενων έτι παραμένουν, αφού εις την περίπτωση της υστερικής φοιτήτριας της Βοστώνης το φαινόμενο του διχασμού της προσωπικότητας έτι υφίσταται σε μορφωμένο άτομο (φοιτήτρια), μόνο που η ερμηνευτική προσέγγιση διαφέρει. Ασφαλώς όμως στην παρούσα σε καμιά περίπτωση δεν υποστηρίζεται πως όλες οι περιπτώσεις διχασμού της προσωπικότητας αντιστοιχούν σε δαιμονοληψία αλλά από την άλλη δεν γίνεται αποδεκτή η θέση περί προσαρτήσεως όλων των διχασμένων προσωπικοτήτων εις τον φυσικό, και δηλαδή, μη μεταφυσικό χώρο.
3. Βλέπε σημείωση 2.
Πηγή: Ν.Γ. Μαύρης, Ιατρός, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κ΄, σελ. 795
ΑΝΟΙΑ
Το να είναι κανείς άνους, έλλειψη νου, ορθής νοήσεως, μωρία, βλακεία, ανοησία.
Ψυχοπαθολογία
Καλείται άνοια η επίκτητη μόνιμη διανοητική εξασθένηση ποικίλης εκτάσεως και διαφόρου βαθμού, επεκτεινόμενη είτε στο σύνολο των διανοητικών δυνάμεων (κρίση, μνήμη, κίνηση παραστάσεων, συναίσθημα, προσανατολισμός κ.τ.λ.) είτε πλειότερο σε μερικές από αυτέςς, αναλόγως του είδους της προκαλούσης αιτίας· ένεκα τούτου ο όρος «άνοια» δεν έκδηλοι κάποια ενιαία κατάσταση, άλλα, χάριν πρακτικών λόγων, χρησιμοποιείται δια τις διαφόρων ειδών διανοητικές εξασθενήσεις ποικίλων μορφών και αιτιών· επομένως επιστημονικώς η διάγνωση άνοια δεν είναι αρκετή, ειμή μόνον όταν συγχρόνως καθορίζεται και το είδος τής άνοιας. Έτσι έχουμε άνοια πρωτόγονο, άνοια οργανική, παραλυτική, γεροντική, αρτηριοσκληρωτική, επιληπτική, άνοια επακόλουθη χρονιών φρενοπαθειών, άνοια αλκοολική, τοξική κ.τ.λ.
Η πρωτόγονος άνοια, αποχωρισθείσα το πρώτο υπό του Kraepelin εκ των λοιπών φρενοπαθειών και ονομασθείσα έτσι κατ’ αντιδιαστολή προς τις λοιπές δευτερογενείς άνοιες, εμφανίζεται πρόωρα, συνήθως άνευ καταδήλου τινός προηγουμένης αιτίας, κατά την εφηβική, ως επί το πολύ, ηλικία, δι’ ο και ονομάσθηκε και ηβηφρενία. Ο Bleurer προτιμά τον όρο σχιζοφρένια. Αυτή συνίσταται στην κατά τον χρόνο της ήβης εμφάνιση διανοητικών διαταραχών, οι οποίες, υπό ποικίλες μορφές, εκδηλώνονται ως διανοητική εξασθένηση έχουσα ιδίους χαρακτήρας· οι χαρακτήρες αυτοί ποικίλλουν εις μεγάλη έκταση, αναλόγως δε της προεξοχής των μεν ή των δε έχουμε τις μορφές της άνοιας ταύτης, οι οποίες κυρίως υπάγονται στις τρεις υποδιαιρέσεις: την κυρίως ηβηφρενία ή ηβηφρενική μορφή, την κατατονία και την παρανοϊκή μορφή της πρωτογόνου άνοιας.
Γενικά στη πρωτόγονη άνοια η συνείδηση, η μνήμη, ο προσανατολισμός, η αντίληψη και πρόσληψης των παραστάσεων δεν προσβάλλονται ευθέως, εξαιρουμένων μορφών τίνων ταύτης ως και επεισοδιακών τίνων καταστάσεων, ως και εκείκον κατά τις οποίες είναι προσβεβλημένη ή προσοχή συνεπεία διαφόρων αιτίων. Κατ’ αυτήν, βαθύτερο συνήθως προσβάλλεται η κρίσης και λογική κίνηση των παραστάσεων ως και τα συναισθήματα, του πάσχοντος εμφανιζομένου ως επί το πολύ στερούμενου παντός ενδιαφέροντος των πέριξ, είτε πρόκειται περί προσώπων, είτε περί πραγμάτων, εργασίας κ.τ.λ. Συνήθως υπάρχουν ψευδαισθήσεις, παραληρητικοί ιδέες (καταδιώξεως, μεγαλείου) κυρίως στην παρανοϊκή μορφή αυτής· σε άλλες μορφές συνυπάρχουν διαταραχές της κινητικότητας ή των πράξεων εν γένει, εν συνδυασμώ ενίοτε μετ’ απαθείας ή πλήρους αποκλεισμού επικοινωνίας του πάσχοντος προς το περιβάλλον, εξικνουμένου μέχρις αρνητισμού (negativismus) ομιλίας, φαγητού και εν γένει αρνήσεως τούτου όπως μεταβολή την, ενίοτε, μέχρις είδους καταπληξίας εξικνουμένη συμπεριφορά του· πολλάκις ποικίλλεται η κατάσταση αυτή υπό ιδιορρύθμου κινήσεων, συνήθως στερεοτύπων, παραδόξων και επίμονων στάσεων, μορφασμών και εν γένει κινήσεων είτε αυτομάτων είτε υποβολιμαίων, κατά τις οποίες ο πάσχων οιονεί καθηλώνεται σε αυτές, ως  να δίδομεν αυτού, θέσεις και στάσεις των άκρων ή του σώματος εν γένει (κηρώδης ευκαμψία). Οι διαταραχές αυτές της κινητικότητας χαρακτηρίζουν κυρίως την κατατονική μορφή της πρωτογόνου άνοιας. Επίσης παρατηρούνται καταστάσεις, κατά τις οποίες ο πάσχων επαναλαμβάνει, εν είδει ήχους, τις προ αυτού εκτελούμενες κινήσεις (ηχοπραξία) ή προφερόμενες λέξεις και πράξεις (ηχολαλία).
Εκ των μάλλον χαρακτηριστικών της νόσου είναι η έλλειψη παραλληλισμού και συνοχής των ψυχικών αυτού λειτουργιών, ασυναρτησία και διάσχιση τούτων, εν είδος αταξίας ενδοψυχικής (κατά Stransky)· σε μερικές μορφές της πρωτογόνου ουσίας προεξέχει ή ψυχική αυτή διαταραχή, συνυπάρχουσα πολλάκις μετά υπομανιακών ή μανιακών ή μελαγχολικών και υποχονδριακών συμπτωμάτων, των διαφόρων κινητικών και λοιπών εκδηλώσεων ελλειπόντων ή ασαφώς εκδηλουμένων· στην σχετικώς απλούστερη ταύτη μορφή ανήκει η ηβηφρενία ή ηβοφρενική μορφή της πρωτογόνου ανοίας· εννοείται ότι και σε αυτή είναι δυνατόν να υπάρχουν παρανοϊκές ιδέες ως και χαρακτήρες τίνες της κατατονικής μορφής, εν γένει δε να υπάρχουν μικτές καταστάσεις ή μεταβατικές προς αλλήλες. Παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου ουχί πάντοτε παρατηρούνται, κυρίως στις χρόνιες καταστάσεις.
Η αιτιολογία της πρωτογόνου άνοιας είναι άγνωστος· μερικοί αποδίδουν ταύτη σε συγγενή ατελή διάπλαση του εγκεφάλου, ώστε αυτός να είναι προορισμένος μέχρις ηλικίας τινός, κυρίως της ήβης, να διακρατεί ισόρροπες τις διανοητικές δυνάμεις και να προσαρμόζεται προς τις απαιτήσεις της διανοητικής ζωής, μετά τούτο δε να καταρρέει· άλλοι αποδίδουν την αιτία σε διαταραχές των ενδοκρινών αδένων, ιδίως του όρχεως και των ωοθηκών (ορμονική ανεπάρκεια) και άλλοι σε άλλες αιτίες. Έχουν γίνει θεραπευτικές απόπειρες με πρωτεϊνοθεραπείες κ.τ.λ., μεταξύ των οποίων ενδιαφέρουσες είναι, εκτός των άλλων, και οι δια ισχυρών δόσεων ορμονών του όρχεως (testogan fort) υπό του Dr. Kauders, ως και ovarin κ.λ.π.
Εκτός της πρωτογόνου άνοιας έχουμε κατ’ αντιδιαστολή τις δευτερογενείς ή δευτεροπαθείς άνοιες που οφείλονται σε προηγούμενες αιτίες. Ούτως έχουμε τις οργανικές άνοιες που οφείλονται σε προηγηθείσα οργανική πάθηση του εγκεφάλου (αιμορραγία, εμβολή, μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα ληθαργική ή λοιμώδη αιτία, τύφο κ.τ.λ.), σε αυτές δύνανται να υπαχθούν και η αρτηριοσκληρωτική και γεροντική άνοια, καθ’ ότι και σε αμφότερες πρόκειται περί οργανικής, συνεπεία αρτηριοσκληρώσεως, βλάβης του εγκεφάλου· επίσης σε ανάλογες βλάβες, δι’ οινοπνεύματος ή διαφόρων τοξικών ουσιών, οφείλονται και οι αλκοολικές και εν γένει, συνεπεία χρονιάς χρήσεως δηλητηριωδών ουσιών, τοξικές άνοιες, καθ’ ότι και σε αυτές ή επέρχονται άμεσες οργανικές βλάβες επί των κυττάρων του εγκεφάλου (ατροφία ή εκφυλιστικές αλλοιώσεις) ή έμμεσες βλάβες αυτών συνεπεία επιδράσεως των ουσιών τούτων επί των αγγείων αυτού. Επίσης μέγα μέρος των επιληπτικών ανοιών είναι οργανικής αιτίας, καίτοι θεωρητικώς πάσες οι επιληπτικές άνοιες ως και οι ψυχωτικές η φρενοπαθητικές, οι κατόπιν προηγουμένης μακράς περιόδου φρενοπάθειας επερχόμενες άνοιες, δέον άπασες να θεωρούνται ως οργανικές· όχι ήττον διακρίνουμε ταύτες εισέτι των καθαρώς οργανικών, καθ’ ότι σε αριθμό τίνα τούτων δεν βρίσκουμε πάντοτε διά των υπαρχόντων μέσων έρευνας καταδήλους οργανικές αλλοιώσεις. Οι διαγνωστικοί χαρακτήρες εκάστης των ανοιών τούτων είναι, εκτός των της εν γένει διανοητικής εξασθενήσεως, και οι χαρακτήρες οι διακρίνοντες την πρωτοπαθή νόσο, εξ της οποίας δευτεροπαθώς επήλθε ή άνοια.
Ιδιαιτέρας όλως περιγραφής χρήζει ενταύθα η επίσης οργανική και, κατά τα νυν παραδεδεγμένα, στην συφίλιδα οφειλόμενη παραλυτική άνοια ή γενική προϊούσα παράλυση καλούμενη. Αυτή, επερχόμενη επί ατόμων από μακρού χρόνου συφιλιδικών και ατελώς, θεραπευθέντων, εμφανίζει, εκτός των γενικών χαρακτήρων της άνοιας, και ιδιαιτέρους τοιούτους, οι οποίοι είναι παθογνωμονικές της νόσου. Κατ’ αυτήν η συνείδηση, προσοχή, πρόσληψη παραστάσεων και αφομοίωση, προσανατολισμός τόπου και ιδίως χρόνου κ.τ.λ., είναι συνήθως βαθέως προσβεβλημένοι, επί πάσες δε τούτοις η κρίση και ή λογική κίνηση, ιδίως των αφηρημένων παραστάσεων, υφίστανται την βαθύτερη προσβολή· επίσης υπάρχουν και σε αυτή ψευδαισθήσεις και παρανοϊκές ιδέες (καταδιώξεως, μεγαλείου, υποχονδριακές κ.τ.λ.), μελαγχολικές, ή μανιακές ιδέες ως επίσης και πλήρης ερήμωση των συναισθημάτων ούτως, ώστε να αλλοιώνεται κατά τρόπον κατάδηλο η όλη διανοητική και ψυχική προσωπικότητα του ατόμου, επερχόμενης πλήρους διαλύσεως ταύτης. Άλλα παραάλληλα προς τις ψυχικές και διανοητικές αυτές διαταραχές συνυπάρχουν χαρακτηριστικά σωματικά συμπτώματα παθογνωμονικά διά την νόσο αυτήν. Εκτός των, κατά τις αρχές της νόσου, εμφανιζομένων επιληπτικών αφαιρέσεων ή και επιληπτικών προσβολών, στις οποίες ενίοτε επακολουθούν ημιπληγικές ή παραπληγικές παραλύσεις και αφασία, εμφανίζονται, ενίοτε πολύ ενωρίς, διαταραχές των κορών είτε ως ανισοκορία είτε ως έλλειψη αντιδράσεως τούτων προς το φως και την προσαρμοστότητα ή μόνο προς το φως, διατηρούμενης της προς την προσαρμοστότητα (σημείο Argyll - Robertson) διαταραχές της λαλιάς (ειδική παραλυτική δυσαρθρία, της γραφής ως και των εν γένει κινητικών πράξεων (απραξία), τρόμος της γλώσσης και των άκρων, ενίοτε ατροφία του οπτικού νεύρου, πάρεση των οφθαλμικών μυών, του προσωπικού, αύξηση των αντανακλάσεων, εξαιρέσει μόνον των μορφών με τις οποίες συνδυάζεται αυτή μετά της νωτιάδος φθίσεως (taboparalyse), εξασθένηση της λειτουργίας της κύστεως, ελάττωση μέχρις εξαλείψεως της γεννητικής λειτουργίας και εν γένει πλήρης σωματική κατάπτωση. Συν τούτοις εις τις πλείστες των περιπτώσεων η αντίδραση κατά Wasserman στο αίμα είναι θετική διά συφίλιδα και ιδίως εις το εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ένθα υπάρχει και αύξηση του λευκώματος και των λευκοκυττάρων. Στην νόσο αυτήν παρατηρούνται παθολογοανατομικές οργανικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου. Θεραπευτικά μέχρι τούδε εκτός της αντισυφιλιδικής θεραπείας, ελάχιστα μόνον επιδρώσης, ουδέν έτερο μπορούσε να παράσχει η επιστήμη· ήδη κατόπιν των από του 1890 και εντεύθεν εργασιών του εν Βιέννη καθηγητή της νευρολογίας Wagner -  Jauregg, επιτυγχάνεται εις αριθμό τίνα πασχόντων η θεραπεία ή μάλλον βελτίωση διά της δι’ ελονοσίας θεραπείας.
Βιβλιογραφία
01. Kraepelin, Psychiatrie
02. Ziehen, Psychiatrie
03. Bleuler, LehrBuch der Psychiatrie
04. Karl Jaspers, Allgemeine Psychopathologie
05. Gerstmann, Die Malariebehandlung der progr. Paralyse
06. Kemders, Dosierungsfrage der Keimdrüsetherapie. Sonderabdruck der Wiener Klinischen Wochenschrift
Πηγή: Γ. Παμπούκης, Διευθυντής του Νευρολογικού Τμήματος της Αστυκλινικής, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Δ΄, σσ. 805-806
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
Καλείται έτσι η ψυχική συνδρομή, η οποία χαρακτηρίζεται υπό καταθλίψεως, βραδύτατης επιτελέσεως πασών των ψυχικών και φυσικών λειτουργιών του οργανισμού, και ιδεών μελαγχολικών, τουτέστιν ιδεών υποτιμήσεως του εγώ. Πρόκειται  με άλλα λόγια περί νευροψυχικής υποτονίας, η οποία κατά τον Freud είναι αποτέλεσμα οξείας αντιθέσεως του εγώ προς το ιδεώδες του εγώ, συνέπεια της οποίας είναι οι επικρίσεις οι επιφερόμενες υπό του τελευταίου εναντίον του πρώτου, και άρα, οι μελαγχολικές ιδέες (1). Έτσι το άτομο καθίσταται περίλυπο, στενάζει, είναι απελπισμένο, κλαίει, τύπτει εαυτό, βραδέως ομιλάει και βραδύτερον κινείται, καθήμενο κατά τρόπον ώστε να καταλαμβάνει όσον το δυνατόν μικρότερο χώρο, και εκφέρει ιδέες, αυτοκατηγορίας, αυτομομφής, ανικανότητας, αναξιότητας, απελπισίας, επινειμένων δεινών και ολέθρου, ιδέες υποχονδριακές, αρνήσεων και μεταμορφώσεως της προσωπικότητας (στις χρόνιες μορφές), ιδέες καταδιώξεων φυγόκεντρους, στις οποίες η καταδίωξη παρίσταται δικαία και αντάξιας αυτών ο πάσχων, ως αίτιος όλων των συμφορών του κόσμου (ιδέες μεγαλομελαγχολικές).
Οι συνθέσεις επιτελούνται βραδέως, του ασθενούς δυσχερώς απαντώντος (δυστοκία απαντήσεων). Παρατηρείται ωσαύτως βραδύτητα στην αναπνοή, την κυκλοφορία (βραδυκαρδία), δυσπεψία και ανορεξία, ενίοτε δε και άρνηση λήψεως τροφής, η οποία είναι αποτέλεσμα ή υποχονδριακών ιδεών, ή επιθυμία προς αυτοκτονία δι’ ασιτίας. Η κατάσταση αυτή διαρκεί 3 έως 6 μήνας συνήθως. Ενίοτε παρατηρείται κατά διαστήματα παρόξυνσης, δηλαδή επέλευση του λεγομένου άγχους, κατά την οποία ο πάσχων κατέχεται υπό ανησυχίας, αιτιάται άγχος, στένει, κλαίει, τίλλει τις τρίχες της κεφαλής του, τύπτει εαυτό, πειράται δε πολλάκις και αυτοχειριασμό, διότι ο μελαγχολικός είναι μέλλων αυτοκτόνος. Η διάρκεια του άγχους είναι ωρών ή ήμερων. Υπάρχει δε και η εναγώνιος καλούμενη μορφή, στην οποία καθ’ όλη σχεδόν την διάρκεια της νόσου έχουμε αγχώδη κατάσταση. Έτερα μορφή είναι η παραληρητική, κατά την οποία υπάρχει λογόρροια, αντί βραδύτητας των συνθέσεων, μετ’ ιδεών μελαγχολικών ως οι ανωτέρω. Άλλη τέλος μορφή είναι η καταληψία εκ μελαγχολίας, ήτις είναι συνέπεια αναστολής καταληπτικής των ψυχικών λειτουργιών. Το άτομο παρίσταται ακίνητο, στο πρόσωπο αυτού διαγράφεται κατάθλιψη και αγωνία, παρουσιάζει αρνητισμό, μη ομιλώντας, ουδέ τρώγον και ψυχικές μυϊκές συσπάσεις (κατατονική καταπληξία).
Συνήθως ιάται, δυσχερέστερο όμως επέρχεται η ίαση επί της κατατονικής καταπληξίας, καίτοι τούτο εξαρτάται εκ τής αιτιολογίας. Ουχ ήττον δυνάμεθα να πούμε ότι εμφάνιση δυσαναλογίας μεταξύ νευροψυχικού τόνου και περιεχομένου διανοίας, ως επίσης αρνητικό παραλήρημα, παραλήρημα μεταμορφώσεως της προσωπικότητας, μελαγχολικές παραληρητικές ιδέες, είναι σημεία χρονιότητας ανεξαρτήτως της νόσου, στην οποία οφείλεται η μελαγχολική συνδρομή. Επίσης παράταση αυτής υπέρ τα δύο έτη, όπερ ισχύει δι’ όλες σχεδόν τις ψυχικές συνδρομές, τάσης συστηματοποιήσεως των παραληρητικών ιδεών και δηλαδή προς υποχονδριακό παραλήρημα δεικνύουν αρχομένη μετάπτωση της νόσου σε χρόνιο συστηματικό υποχονδριακό παραλήρημα. Οι ψυχικές επεξεργασίες, οίον μνήμη, συνειρμός (συνθέσεων σχηματισμός), αντίληψη, κρίση κ.λ.π.. έχουν φυσιολογικώς, οι δε διαταραχές αυτών δεικνύουν αρχόμενη διανοητική εξασθένηση. Πάντως δέον να διακρίνονται από των διαταραχών λόγω τής βραδύτητας σχηματισμού των συνθέσεων, ήτις βεβαίως δεν έχει τοιαύτη σημασία, υπάρχουσα άλλωστε αρχήθεν και εις πάσας τις περιπτώσεις. Η μελαγχολική συνδρομή ενίοτε ακολουθείται αμέσως ή μετά διάλειμμα υπό μανικής συνδρομής, ή μετά διάλειμμα και υπό νέας μελαγχολικής συνδρομής, οπότε χαρακτηρίζεται στην πρώτη μεν περιπτώσει ως μανιοκαταθλιπτική συνδρομή, στη δε τη δεύτερη ως διαλείπουσα ψύχωση. Τούτο κατανοούμε αν λάβουμε υπ’ όψη ότι η μεν μελαγχολία είναι υποτονία, η δε μανία υπερτονία του νευροψυχικού τόνου.
Η μελαγχολική συνδρομή οφείλεται εις πάσα αιτιολογία και ούτως έχουμε λοιμώδεις μελαγχολίες, τοξικές μελαγχολίες, προπρεσβυτικές, εκ πρωτογόνου άνοιας, προϊούσης παραλύσεως, εκφυλογενείς, εν γένει δε πάσα αιτιολογία προκαλούσα οιανδήποτε άλλην ψυχική συνδρομή δύναται να προκαλέσει και μελαγχολία (π.χ. ψυχικές συγκινήσεις, ιδίως επί κυκλοθυμικού χαρακτήρα. Εκτός όμως αυτών έχουμε και την ιδιοπαθή μελαγχολία, δηλαδή την της μανιοκαταθλιπτικής ψυχώσεως (κατά τινας δε και ιδιοπαθή μελαγχολία απλή). Αυτή είναι τυπική, παρέρχεται δε κατά κανόνα, για να γίνει μανιοκαταθλιπτική ή διαλείπουσα ψύχωση· άρα οι παροξυσμοί ιώνται, η δ’ επάνοδος δυσκολότατο να αποφευχθεί. Οι τοξικές ή λοιμώδεις ιώνται, η δ’ επάνοδος, αν δεν επέλθει νέα προκαλούσα αίτια αποφεύγεται. Η προπρεσβυτική ιάται στο τρίτο των περιπτώσεων, στις δε τις άλλες απολήγει σε άνοια. Οι εκ πρωτογόνου άνοιας είναι κατά κανόνα ανίατες, οι της προϊούσης παραλύσεως δυσίατες, των δε παραλυτικών συνδρομών σχετικώς ή κατά κανόνα ιατές.
Η θεραπεία είναι ανάλογος προς την αιτιολογία και γίνεται σε ειδικό κατάστημα, στο οποίο επιβάλλεται η άμεση εισαγωγή, δια τον κίνδυνο της αυτοκτονίας, προς την οποία διαρκώς στρέφει τον νουν ο πάσχων μελαγχολία.
Σημειώσεις α.α.
1. Η μελαγχολική στάση ζωής για την Ορθοδοξία είναι αμαρτία [απόδειξη ότι οδηγεί σε αυτοκτονία και άρνηση της θεόδοτης ζωής], που επέρχεται έπειτα από μια σειρά προσωπικών λογισμών, οι οποίοι σιγά - σιγά οδηγούν τον άνθρωπο να απαρνηθεί την ζωή, να την θεωρήσει άσχημη, ενώ αυτή είναι πανέμορφο δώρο του Θεού [Με τους λογισμούς - σκέψεις επέρχονται άλλωστε μύριες αμαρτίες, που ενορχηστρώνονται μέσα στο μυαλό και την καρδιά πριν πραγματοποιηθούν στο «εξωτερικό» κόσμο]. Πολλοί σε αυτό το σημείο πλανώνται εφόσον δεν μπορούν να κατανοήσουν πώς είναι δυνατόν η ζωή να είναι όμορφη όταν ταυτόχρονα υπάρχουν χιλιάδες δυσκολίες, ακόμη και επιβίωσης, που την «καταθλίβουν» π.χ. πόλεμοι ή φυσικές καταστροφές, αδυναμία διασκέδασης κ.λ.π.. Κι όμως. Οι καταστάσεις στον φυσικό κόσμο είναι αυτές που είναι. Οι καταθλιπτικές ιδέες όμως είναι προσωπική απεικόνιση των εξωτερικών πραγμάτων μέσα στο νου και την καρδιά του ανθρώπου. Αυτό αποδεικνύεται από την αντιπαράθεση δύο ανθρώπου που δρουν στον ίδιο χώρο, αλλά αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα διαφορετικά βάση των συλλογισμών τους (μελαγχολικών ή μη). Επιπλέον οι πόλεμοι και οι περισσότερες δυσκολίες της ζωής προκύπτουν από την οργάνωσή της από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οι δε φυσικές καταστροφές και οι θλίψεις του, δύνανται να απομακρυνθούν με την έλευση της βασιλείας του Θεού, που ο ίδιος ο άνθρωπος δεν επικαλείται και ευθύνεται με την ατέλειά του (πρβλ. την σελίδα «οι θεοί σήμερα», ενότητα «Γιατί ο Θεός δεν επεμβαίνει»). Αν ο Χριστός αφήνονταν στις παράλογες καταθλιπτικές σκέψεις, δεν θα είχε φέρει σε πέρας το σχέδιο του Πατέρα Του για την σωτηρία του κόσμου αλλά θα ήταν ένας άλλος «χριστός» θα είχε αυτοκτονήσει σαν τον Ιούδα, τον οποίο «σκοτείνιασε» ο διάβολος με την μελαγχολία του. Δεν θα είχε κινηθεί ποτέ στην Γαλιλαία βοηθώντας τους συνανθρώπους του αλλά θα είχε μείνει κλεισμένος μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο χαμένος στις σκέψεις του. Κανείς από εκείνους που τον είχαν ανάγκη δεν θα είχε λάβει ούτε ένα θαύμα προς βοήθειά του. Όλοι θα εξακολουθούσαν να παραμένουν αβοήθητοι, ακόμη και ο γράφων. Και ο λόγος; Μερικές σκέψεις στο μυαλό ενός ανθρώπου και όχι πραγματικά φυσικά εμπόδια.
Πιθανόν ένας καταθλιπτικός που θα αναγνώσει αυτές τις γραμμές, να τις αντιληφθεί ως «σκληρές» απέναντι στο πρόβλημά του. Κάνει όμως λάθος. Από την κατάθλιψη έχει περάσει πολύς κόσμος και περνάει κάθε μέρα άλλος τόσος. Δεν είναι ο πρώτος , μήτε ο τελευταίος. Εκείνο που έχει να κάνει ο καταθλιπτικός είναι αφενός μεν να προσεύχεται στον Χριστό να του αποβάλλει αυτή την δαιμονική κατάσταση από το νου του, να αντιστέκεται στους καταθλιπτικούς συλλογισμούς αναλογιζόμενος την δεύτερη έλευση του Θεού Χριστού με την παράλληλη παύση των θλίψεων και των δυστυχιών από τον κόσμο. (αποκάλυψη, Ιωάννου, Κεφ. Κα΄ «3 καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ' αὐτῶν, καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ' αὐτῶν ἔσται, 4 καὶ ἐξαλείψει ἀπ’ αὐτῶν ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. ») , να κατανοήσει το κοινό πρόβλημα της φθαρτότητας των ανθρώπων, το οποίο θα εξαλειφθεί από τον Θεό και να παρατηρήσει δεκάδες χιλιάδες ευτυχισμένους ανθρώπους που εξακολουθούν να έχουν θέληση για ζωή και ύπαρξη και που πιθανόν να βρίσκονται σε «δυσχερέστερη» θέση από ότι αυτός π.χ. παραλυτικούς, τυφλούς κ.α. Να αποφεύγει τον παραδειγματισμό από άλλους μελαγχολικούς και πλανεμένους αυτόχειρες κουλτουριάρηδες π.χ. Νιρβάνα και άλλους σοφιστικέ θανατο-αναλυτές αμπελοφιλοσόφους π.χ. τον αρχαίο Ηγησία ή άλλους σημερινούς που χάνονται «μυστηριωδώς» στον Ταΰγετο και γίνονται πρότυπα «μεταφυσικού μυστηρίου» ανόητων παγανιστών, δημοσιογράφων και «φιλοσόφων», επειδή αρνήθηκαν αυτό που ο Θεός τους έδωσε, δηλαδή το να υπάρχουν ως σύνολο φυσικών σωματιδίων με προσωπικότητα ενώ πριν την γέννα ήσαν χαμένοι μέσα στην ανυπαρξία. Τι ντροπή για όλους μας του ανθρωπίνου γένους!
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος  Ιστ΄, σελ. 851
ΣΥΓΧΥΣΗ
[Διανοητική]. Ψυχική συνδρομή, η οποία εξελίσσεται συνήθως πρωτοπαθώς υπό την επίδραση λοιμώδους ή τοξικολοιμώδους παράγοντα και η οποία χαρακτηρίζεται διά τελείας αναστολής των ψυχικών λειτουργιών του ανώτερου ψυχισμού. Η κληρονομικότητα προδιαθέτει πάντοτε σχεδόν, αλλά οι κύριοι αιτιολογικοί παράγοντες είναι λοιμώξεις, οι αυτοδηλητηριάσεις, οι ηθικές και σωματικές κατακτήσεις, τραυματισμοί του κρανίου κ.τ.λ. Η πάθηση παρατηρείται κυρίως από το 20ο έτος μέχρι το 40ο, συνηθέστατα δε προσβάλλει το θήλυ φύλο.
Η πάθηση εξελίσσεται σε τρεις περιόδους συνήθως: 1) Προδρομική περίοδος. Εκδηλώνεται δι’ εντόνου κεφαλαλγίας, αϋπνίας, αθυμίας, κοπώσεως και ζάλης. 2) Περίοδος ακμής. Περιλαμβάνει τις ανοητικές διαταραχές, ήτοι την νάρκη του ανώτερου ψυχισμού, αμνησία, κοιναίσθηση, απροσεξία, ασυναρτησία, διαταραχές της συνειδήσεως και προσανατολισμού, έλλειψη συνταυτισμού· τις διαταραχές της συναισθηματικότητας, ως αδιαφορία προς το περιβάλλον και ασυγκινησία· τις διαταραχές της ενεργητικότητας, ως αβουλία κ.λ.π. 3) Περίοδος απολήξεως. Η συνήθης απόληξη είναι τελεία ίασης· σπανιότατα η πάθηση αποβαίνει χρόνια ή απολήγει εις θάνατο λόγω επιπλοκών εκ των λοιμώξεων. Η σύγχυση αναγνωρίζει τέσσερις μορφές : 1) Το ονειρικό παραλήρημα. 2) Την συγχυτική καταπληξία. 3) Το οξύ παραλήρημα. 4) Την χρόνια διανοητική σύγχυση.
Μερικές μορφές της διανοητικής συγχύσεως δυνάμεθα να νοσηλεύσουμε και κατ’ οίκο, όπως όταν εμφανίζονται κατά την πορεία λοιμωδών νόσων. Ως επί το πλείστον όμως η ψύχωση αυτή έχει ανάγκη απομονώσεως. Στην αρχή συνιστούμε απόλυτο παραμονή στη κλίνη, χλιαρά λούρα 34-36° διαρκείας 20΄, τροφή θρεπτική, και  επί γνωστού λοιμώδους παράγοντος την ειδική θεραπεία, επί αγνώστου αντιλοιμώδη τοιαύτη, ως φυσιολογικούς ορούς, ιωδιούχα, ελαφρά καθαρτικά. Επί μορφών υπερδιεγέρσεως, πλην των παρατεταμένων χλιαρών λουτρών, διαρκείας 2-3 ωρών, συνιστούμε και τα γενικά πραϋντικά. Παρελθούσης της οξείας περιόδου, συνιστούμε τόνωση του οργανισμού, δια γλυπαροφωσφορούχων και αρσενικούχων, ιδία ενέσεων.
Πηγή: Βλαστός Μ.Ν., Νευρολόγος - Ψυχίατρος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κβ΄, σελ. 493
ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ
Παραγωγή αισθήματος άνευ εξωτερικού αιτίου, δηλαδή όταν νομίζει κανείς ότι ακούει κάτι χωρίς να προσβάλουν το αυτί ηχητικά κύματα, ή ότι βλέπει κάτι χωρίς να έχει ενώπιον του το δήθεν ορώμενο αντικείμενο.
Ψυχιατρική
Ψευδαισθησία καλείται η αντίληψη μη υπάρχοντος αντικειμένου ή γεγονότος, ή αντίληψη άνευ αισθητικού ερεθίσματος. Κατά τις ψευδαισθησίες παραστάσεις μερικές εξ αναμνήσεως ή φαντασίας, όντας ζωηρές, εκλαμβάνονται ως κατ’ αίσθηση εικόνες. Οι ψευδαισθήσεις οφείλονται κατά τον Fampurini σε ειδικό ερεθισμό των φλοιωδών αισθητηρίων κέντρων. Ο  Fanzi θεωρεί αυτές ως φαινόμενα καθαρά διανοητικής αρχής, ήτοι ως γέννηση μιας ιδέας εις την χώρα των συνειρμών, ήτις ανακλάται στα αισθητήρια φλοιώδη κέντρα και μεταναστεύει εξ αυτών αποκέντρως, όπου παρουσιάζεται ως κάποιο αίσθημα. Σύμφωνα, προ τις αντιλήψεις της σημερινής ψυχολογίας, μπορούμε να θεωρήσουμε τις ψευδαισθήσεις ως ολοκλήρωση ολότητας γεννώμενης στο ψυχικό κέντρο της συστηματοποιήσεως και φερόμενης απόκεντρα, ήτοι κατ’ αντίστροφη οδό προς την οδό την οποία ακολουθεί η ολότητα της προσλήψεως και συστηματοποιήσεως των εντυπώσεων. Οι ψευδαισθήσεις διακρίνονται, αναλόγως του είδους του αισθήματος, στις αισθητήριες, τις της κοινής αισθητικότητας ή οργανικής λεγομένης αισθητικότητας και στις κινητικές.
Α) Οι αισθητήριες ψευδαισθησίες διακρίνονται πάλι, αναλόγως του αισθητηρίου το οποίο αφορούν: α) Ακουστικές. Αυτές είναι ή στοιχειώδεις (πάσχων ακούει ψόφους αορίστους) ή καθορισμένες (ο πάσχων ακούει ψόφους ή ήχους ορισμένων αντικειμένων, ή φωνές ζώων) ή λεκτικές (ο πάσχων ακούει λέξεις). Η ακουσμένη φωνή δύναται να είναι αγνώστους προελεύσεως προελεύσεως στον ασθενή, πολλάκις όμως αναγνωρίζεται υπό αυτού ως ανήκουσα στους γονείς, φίλου, διάφορα εν γένει πρόσωπα, στον Θεό, του δαίμονα, τους αγίους, το άγιο Πνεύμα (1) κ.τ.τ. και ενίοτε σε ζώα και σε αυτά τα αντικείμενα, τα οποία ομιλούν στους φρενοπαθείς. Οι ψευδειασθήσεις συνήθως είναι δυσάρεστες, ήτοι συνίστανται σε ύβρεις, απειλές, κατηγορίες κ.τ.τ. Πολλοί ακούν όλη την σκέψη αυτών, φαινόμενο, όπερ καλείται ήχος της σκέψεως. Η τελειότητα της ακουσμένης φωνής είναι τέτοια και η πεποίθηση σε αυτές τόσον βαθειά και ακαταμάχητης, ώστε ούτε οι ιατροί και ψυχίατροι ακόμη πάσχοντες αμφιβάλλουν περί αυτής. Οι ψευδαισθήσεις της ακοής δεν εμποδίζονται εκ της κωφώσεως· απ’ εναντίας φαίνονται να βοηθούνται υπό αυτής, διότι σχεδόν πάντες οι κωφοί ή βαρήκοοι φρενοπαθείς εμφανίζουν ψευδαισθήσεις της ακοής. Αντιδρά δε ο ασθενής στις ψευδαισθήσεις δια μέσων αμύνης διαφόρων ή απαντά, γινομένου ούτω διαλόγου. Η διάγνωση τότε είναι εύκολη εκ της στάσεως του ασθενούς, στάσεως ατόκου προσέχοντος στην ακοή. Οι ψευδαισθήσεις της ακοής παρατηρούνται κυρίως στο παραλήρημα καταδιώξεων, την πρωτόγονο άνοια κ.τ.τ., είναι δε βαρειές στη πρόγνωση, υπέρ πάσα άλλην ψευδαισθησία. β) Οπτικές βλ. λ. οπτικές ψευδαισθήσεις. γ) Οσφρητικές και γεννητικές. Αυτές συνίστανται σε οσμές και γεύσεις, ως επί το πολύ δυσάρεστες, ως π.χ. αρσενικού, θείου, αμμωνίου, αυγών σεσηπότων, πτώματος, καπνού κ.τ.τ. Προέρχονται ή έξωθεν, οπότε αποδίδονται υπό του ασθενούς σε κακή προαίρεση ετέρου, ως π.χ. οι οσμές σε δίοδο δαίμονα, οι δε γεύσεις σε βλαβερές ουσίες εισαχθείσες σε τροφές προ δηλητηρίαση, ή έσωθεν, οπότε αποδίδονται σε νόσους, σήψη του ιδίου σώματος. Αντιδρούν δε οι πάσχοντες αμυνόμενοι στην λήψη τροφής, και δη οι μεν διωκόμενοι, ίνα μη δηλητηριασθούν, οι δε υποχονδριακοί - μελαγχολικοί, διότι το ίδιο σώμα δεν επιτρέπει την λήψη αυτών. Άλλοτε αντιδρούν δια μεν τις έξωθεν οσμές φράσσοντας την ρίνα, οι δ’ έχοντες τοιαύτες εκ του ιδίου σώματος προερχόμενες, απομακρυνόμενοι των άλλων. Παρατηρούνται κυρίως στις συστηματικός ψυχώσεις και τις υποχονδριακές και συνυπάρχουν μετά γαστρεντερικών διαταραχών, εξ ου δυστυχώς διακρίνονται των παραισθήσεων και κιναισθητικών παρερμηνειών, δ) Απτικές. Αυτές είναι ενεργητικές (ο ασθενής αισθάνεται εγγύς του ιδίου σώματος το σώμα ετέρου, όπερ ψεύει, ή αντικείμενα, ζώα γεννητικά όργανα, κ.λ.π.) και παθητικοί (ο ασθενής, αισθάνεται επί του δέρματος μυρμηκιάσεις, ψαύσεις, νυγμούς, εντριβές δήγματα, τραβήγματα, αποσπάσεις, κτυπήματα, ψύχος, θερμότητα, εγκαύματα, κινήσεις, ολισθήματα, δίοδο ρεύματος ηλεκτρικού κ.τ.τ.). Οι απτικές ψευδαισθησίες συγχέονται προς τις απτικές παραισθήσεις και τις ψευδαισθησίες της κοινής αισθητικότητας και τις κινητικές. Παρατηρούνται στα παραληρήματα καταδιώξεων και τα μυστικά και τοξικά και δεν έχουν ειδική προγνωστική σημασία.
Β) Ψευδαισθησίες κιναισθητικές. Αυτές είναι γενικές ή μερικές, στοιχειώδεις ή διάφοροποιημένες. Εκδηλώνονται δια των πλέον διαφόρων αισθημάτων ως πόνου, εγκαύματος, διασείσεως, μεταβολής θέσεως μορφής, λειτουργίας οργάνων, αποφράξεως, καταστροφής οργάνων, ανυπαρξίας σπλάγχνων, παρουσία ξένου σώματος ή ζώων ή παιδιού εντός του ιδίου σώματος, ή ατόμων ετέρων ανθρωπίνων ή θείων, καταστάσεων θανάτου ή μεταμορφώσεως σε άψυχο ύλη, ως σε ύαλο, ξύλο, πέτρα κ.λ.π. Οι ψευδαισθησίες αυτές τηρούνται στα συστηματικά και υποχονδριακά παραληρήματα.
Μεταξύ τούτων καταλέγονται και οι γενετήσιες ψευδαισθησίες, συνιστάμενες σε γενετησία αίσθηση, από της απλής επαφής μέχρι της πλήρους εκτελέσεως γενετησίας πράξεως και της εκ ταύτης ηδονής. Οι γενετήσιες ψευδαισθησίες απαντάνε στην υστερία, στα τοξικά και μυστικά παραληρήματα, ως και στα παραληρήματα καταδιώξεων. Στις κιναισθητικές ψευδαισ΄θησίες καταλέγονται επίσης και οι αυτοσκοπικές καλούμενες ψευδαισθησίες, συνιστάμεναι στο ότι ο ασθενής βλέπει εντός του ιδίου σώματος, καθορίζων ανατομικές λεπτομέρειας των ιδίων οργάνων (εσωτερικές ψευδαισθησίες), ή αισθάνεται την εικόνα του έκτος εαυτού, δίκην κατόπτρου, εξωτερικευμένη. Απαντούν αυτές στην υστερία, τις έντονες αναιμίας κ.τ.τ. Οι κιναισθητικές ψευδαισθησίες είναι βαριές στη πρόγνωση, ως επί το πολύ, και άγουν σε διχασμό της προσωπικότητας και τα διάφορα κοιναισθητικά παραληρήματα.
Γ΄) Κινητικές ψευδαισθησίες· Συνίστανται σε φανταστική αντίληψη κινήσεων μερών ή ολοκλήρου του σώματος· ο πάσχων δηλαδή έχει το αίσθημα ότι κινούνται μέλη τινά ή όλο το σώμα του, χωρίς πράγματι να γίνεται κάποια κίνηση. Πρό-κειται συνεπώς περί διαταραχής αναφερομένης στην κιναισθητική αίσθηση και ουχί περί ψευδαισθησίας της δράσεως. Διακρίνονται συνήθως: α΄) Τις απλές ψευδαισθησίες, ως ονομάζουν τις ψευδαισθησίες τις συνιστάμενες σε κάποια απλή κίνηση, όπως του χεριού, του ποδιού, κάποιου δάχτυλου κ.τ.τ. β΄) Τις συνιστάμενες σε επίπλοκο τίνα κίνηση καθορισμένη, π.χ. όταν ο ασθενής έχει το αίσθημα ότι βάδισε, ότι επιτελεί άλμα, η σύλληψη κάποιου αντικειμένου κ.τ.τ. Οι ψευδαισθησίες αυτές, οι δηλαδή απλές και οι επίπλοκες, παρατηρούνται επί των τοξικών καταστάσεων, ως επί χασισοποτών, επί των πασχόντων παραλήρημα καταδιώξεως, οι οποίοι αισθάνονται ότι υφίστανται διαφόρους κινήσεις προκαλούμενες υπό των εχθρών αυτών, επί των πασχόντων παραλήρημα κατοχής, μάλιστα δε δαιμονοπάθεια, και τέλος επί των ακρωτηριασθέντων, οι οποίοι αισθάνονται κινούμενο το άκρο τους που λείπει. γ΄) Στις ψευδαισθησίες του λόγου, των οποίων διακρίνουμε τις λεκτικές και τις γραφικές κινητικές ψευδαισθησίες. Οι πρώτες διακρίνονται: στις απλές, ήτοι εκείνες, κατά τις οποίες ο ασθενής έχει το αίσθημα προφερομένων λέξεων· στις ιδίως κινητικές λεκτικές ψευδαισθησίες, κατά τις οποίες έχει επί πλέον το αίσθημα ότι επιτελεί και τις αντίστοιχες κινήσεις των φωνητικών οργάνων, οι οποίες ενίοτε πράγματι γίνονται και είναι ορατές εις τε τον πάσχοντα και τον παρατηρητή· και τέλος στις παρορμητικές, οπότε προφέρει πράγματι τις λέξεις, τις οποίες πρότερο αισθάνεται προφερόμενες. Οι λέξεις αυτές εντοπίζονται (δηλαδή προέρχονται κατά τον πάσχοντα), είτε έξωθεν, είτε εκ διαφόρων μερών του στόματος, ως είναι η κεφαλή, το στόμα, η κοιλία κ.τ.τ. Ενίοτε ο ασθενής γνωρίζει ότι πρόκειται περί ψευδαισθησιών, ήτοι είναι αυτές ενσυνείδητες. Οι γραφικές κινητικές ψευδαισθησίες διακρίνονται ομοίως σε απλές και παρορμητικές, οπότε και πράγματι γράφει ο ασθενής. Οι παρορμητικές ψευδαισθησίες του λόγου, γραφικές και λεκτικές, και μερικές των ιδίως κινητικών, στις οποίες γίνεται ορατή και η κίνηση, εφόσον παράγεται πράγματι αυτή, φαίνονται ως κακώς θεωρούμενες ψευδαισθησίες. Τούτο δεν είναι αληθές, διότι άρχονται ως ψευδαισθησίες απλές και κατόπιν προστίθεται ή κίνηση, τρόπον τινά ή εξωτερίκευση του αισθήματος. Δι’ αυτό στους τοιούτους ασθενείς υπάρχει η ιδέα, ότι το σώμα αυτών χρησιμεύει ως μέσον, δια του οποίου μιλάνε δαίμονες, θεοί, πνεύματα, κατέχοντα διάφορα μέρη του σώματος. Παρατηρούνται επί μυστικών θρησκευτικών παραληρημάτων, υστερικών ατόμων, υπνοβατών κ.τ.λ. Οι κινητικές ψευδαισθησίες δεν έχουν ιδιαίτερη διαγνωστική ή προγνωστική σημασία, ουδέ βαρύτητα, ως οι κοιναισθητικές
Αι διάφορες ψευδαισθησίες πολλάκις δεν απαντούν μεμονωμένες, αλλά συνδυάζονται προς εκείνες εξ άλλων αισθητηρίων. Κυρίως συνδυάζονται οι λεκτικές κινητικές προς τις ακουστικές αισθητήριες ψευδαισθησίες. Άλλοτε πάλι συνδέονται προς άλλες κατά τρόπο διαδοχής ή εξαρτήσεως, π.χ. ακούει φωνή λέγουσα ότι θα ειδή ή θα αισθάνεται εν γένει τούτο ή εκείνο και αμέσως πράγματι το βλέπει ή το αισθάνεται (σύμμαχοι ή εξαρτώμενες ψευδαισθησίες). Συνυπάρχουσες καλούνται οι υπάρχουσες  ομού ψευδαισθησίες, άνευ συνδέσμου μεταξύ των. Σε μερικές περιπτώσεις μερικές ψευδαισθησίες προκαλούνται δι’ αισθητικού ερεθισμού άλλου αισθητηρίου. Αυτές είναι οι ανακλαστικές ψευδαισθησίες του Canlbaum. Υπάρχουν, τέλος, και οι ψευδαισθήσεις του Beuler, είναι δηλαδή, εκείνων των οποίων η προέλευση τίθεται υπό του ασθενούν εκτός του αισθητικού πεδίου π.χ. εντός του τοίχου κ.τ.τ.)·
Σημειώσεις α.α.
1. Γίνεται φανερό πως για την επιστημονική απόδειξη, «δεν υπάρχει Θεός» ή και δαίμονας βάση της επίδρασης του Πρώτου ή του δευτέρου επί τρίτου προσώπου, εφόσον δεν υπάρχει απόδειξη της ύπαρξη του Ενός και του άλλου αντίστοιχα που να στοιχειοθετεί την διαφοροποίηση από τον ορισμό της ψευδαίσθησης. Έτσι ακόμη και αν ένα πρόσωπο δεν έχει ψευδαίσθηση, αλλά πράγματι βιώνει αποκαλυπτική δράση του Θεού ή μεταφυσική επίδραση ενός δαίμονα, θεωρείται θύμα της ψευδαισθήσεως, εφόσον τρίτα πρόσωπα δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν το αυτό αισθητήριο βίωμα. Στην δε περίπτωση μαζικού ταυτόχρονου βιώματος της αποκαλυπτικής δράσης του Θεού, τότε η επιστήμη ανατρέχει στην «λύση» της αυτής καταστάσεως με την καταχώρησή της στην μαζική υστερία, δηλαδή την επιβολή του ενός επί του άλλου. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που ανατρέπουν την συλλήβδην καταχώριση θρησκευτικών γεγονότων στο χώρο των ψευδαισθήσεων ή των παραισθήσεων. Έτσι λόγου χάρη οι εμφανίσεις των Αγίων ή της Παναγίας σε περισσοτέρων του ενός πιστού και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, ακυρώνονται μέσα στο προαναφερθέντα χώρο, εφόσον οι «οπτικές» (εμφάνιση Αγίων) & «ακουστικές» (οδηγίες Αγίων) «ψευδαισθησίες» των πιστών προς ανεύρεση των λειψάνων των πρώτων, πιστοποιούνται ως ορθές και αληθινές ως προς το αποτέλεσμα στον φυσικό χώρο, από την αρχαιολογική σκαπάνη. Για περισσότερα βλ. σελίδα «Χριστιανικά Περίεργα» και ειδικά την περίπτωση της ανευρέσεων των λειψάνων των Αγίων Νικολάου, Ειρήνης και Ραφαήλ.
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος  Κδ΄ & Ιδ΄, σσ. 820-821 & 433 αντίστοιχα
ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ
Ψευδής αντίληψης, απάτη των αισθήσεων.
[Ψυχοπαθολογία] Καλείται παραίσθηση (illusion) στην ψυχοπαθολογία η αλλοιωμένη αντίληψη, δηλαδή η μεταβίβαση του ερεθισμού εκ τινός ερεθίσματος και αποδοχή αυτού όχι όπως πράγματι είναι αλλά αλλοιωμένου. Διαφέρει της ψευδαισθήσεως κατά το ότι η μεν ψευδαισθησία είναι αντίληψη άνευ αντικειμένου, ή δε παραίσθηση είναι ψευδής αντίληψη υπάρχοντος πράγματι ερεθίσματος, διάφορος εκείνης την οποία προκαλεί το ερέθισμα σε ομαλή κατάσταση. Επίσης διαφέρει της παρερμηνείας, καθότι στην παρερμηνεία έχουμε ακριβή αντίληψη, αλλά η διδομένη σε αυτή σημασία (ή ερμηνεία της αντιλήψεως) είναι παθολογική. Άρα η παρερμηνεία είναι καθ’ ολοκληρία διανοητικό φαινόμενο, ήτοι κρίσεως διαταραχή, ενώ η παραίσθηση είναι διαταραχή αντιλήψεως. Οι πεπλανημένες αισθήσεις (απάτες) είναι όμοιες προς τις παραισθήσεις, από τις οποίες διακρίνονται ουχί εξ αυτών τούτων, αλλά εκ της συνυπάρξεως άλλων διαταραχών παθολογικών ψυχικών, μετά των παραισθήσεων, ως και εκ της παθολογικής συνεπείας τούτων. Ο υποστάς απάτη αναγνωρίζει ταύτη αν δείξουμε αυτού πως έχουν τα πράγματα, ενώ ο έχων παραίσθηση δεν αναγνωρίζει το παθολογικό αυτής ή μόνον όταν απαλλαγή της νόσου, δηλαδή κατά την ίαση, η όταν οι παραισθήσεις είναι συνειδητές εν μέρει, ως π. χ. κατά την μανία κ.λ.π., τότε μέγιστη  σημασία διαγνωστική έχει το γεγονός ότι η παραίσθηση αφορά μόνον τον πάσχοντα, δηλαδή ένα άτομο, ενώ η πλάνη κυρίως αφορά περισσότερα, δηλαδή σχεδόν πάντα τα άτομα επί τοις αυτοίς όροις. Ατομικές συμβαίνει να είναι και οι πλάνες, επί ατέλειας των αισθητηρίων ή διαταραχής αυτών, ή εις μέγιστη κινητικότητα της προσοχής, οπότε πάλι είναι παραισθήσεις δευτεροπαθείς, συνειδητές ή όχι. Αναλόγως των αισθήσεων, οι παραισθήσεις διακρίνονται σε αισθητηρίους, σε αισθητικές εξωτερικές, σε αισθητικές εσωτερικές (αισθήσεις σπλάγχνων-κοιναισθησία) και σε αισθήσεις κινητικές (αισθήσεις κινήσεων).
1. Οι αισθητήριες παραισθήσεις διακρίνονται:
        α) σε οπτικές, οι οποίες είναι και οι συνηθέστερες. Αυτές απαντούν αθρόα επί μανίας, λόγω της μεγάλης κινητικότητας της προσοχής, της οποίας ένεκα δεν δύναται να γίνει ακριβής δράση και συνεπώς ορθή αναγνώριση (αφομοίωση) του ερεθίσματος. Είναι μονόπλευροι ή αμφίπλευροι. Παρατηρούνται επίσης επί συγχύσεως διανοητικής, τοξικών και λοιμωδών νόσων, ψυχικών, ανοιών, παραληρημάτων τινών, ως το θρησκευτικό και ερωτικό κ.τ.τ. Σε αυτές υπάγεται και η παραίσθηση του ήδη οφθέντος, ήτοι το φαινόμενο το οποίο συνίσταται στο ότι ο πάσχων βλέπων πρώτη φοράν το Α άτομο εκλαμβάνει αυτό ως προ πολλού γνωστό λόγω ακριβώς παραισθήσεως. Σχέση προς την παραίσθηση αυτή έχουν πάσες οι λεγόμενες ψευδείς αναγνωρίσεις, προσώπων ιδίως,, ακόμη δε και πραγμάτων. Επίσης η αντίθετος ταύτη παραίσθηση, καλούμενη του μήπω οφθέντος, ήτοι εκείνη, κατά την οποί ο πάσχων δεν αναγνωρίζει οικείο ή πολύ γνωστό πρόσωπο, βεβαιώνει ότι πρώτη φοράν βλέπει αυτό.
        β) Σε ακουστικές. Αυτές είναι ή στοιχειώδεις, ήτοι συνίστανται εξ ήχων ή ψόφων άναρθρων, ή ήχων γνωστών, ως π.χ. από κώδωνος ακούει σφύριγμα τι και αντιστρόφως, ή λεκτικοί, π.χ. ήχο κώδωνος ακούει ως ομιλία ιεροκήρυκα κ.τ.τ. ή μία λέξιν ή φράση αντί άλλης. Αυτές απαντούν στην μανία λόγω της ρηθείσης κινητικότητας της προσοχής και σε παραλήρημα καταδιώξεων, ιδίως το ψευδαισθητικό κ.τ.τ.
        γ) Σε γευστικές και οσφρητικές. Οσμή ευχάριστο π.χ. αισθάνεται τις ως δυσάρεστη και τανάπαλι κ.τ.τ. Αυτές απαντούν επί μελαγχολίας, εις τους έκφυλους, το θρησκευτικό παραλήρημα κ.τ.τ. Της δε γεύσεως συνίσταται σε αίσθηση εύγευστη από βρωμερό και τανάπαλι.
2. Οι αισθητικές επιπολής ή εξωτερικές είναι εξόχως σπάνιες· αυτές συνίστανται στην εμφάνιση αισθήσεως πόνου, ως ερέθισμα πτώσεως κ.τ.τ., παρεκτός νευρικής βλάβης. Πάντως είναι δυσχερέστατη η διάγνωση από των μετ’ αντιστοίχου νευρικής βλάβης, ήτοι των αντιστοίχων νευρολογικών παραισθήσεων, οι οποίες καλούνται διαταραχές μεταμορφώσεως των αισθήσεων.
3. Οι αισθητικές εκ του βάθους (εσωτερικές) παραισθήσεις ανάγονται στις κοιναισθησίες διαταραχές. Πρόκειται δηλονότι περί ηλλοιωμένης αισθήσεως των σπλάγχνων ή των λειτουργιών αυτών. Αυτές είναι σπουδαιότατες, διότι είναι στην βάση πασών των κοιναισθητικών διαταραχών και κυρίως των κοιναισθητικών παραληρημάτων και της μελαγχολίας. Σε αυτές είναι δύσκολο να καθορίσει τις τι ανήκει στις ψευδαισθήσεις, τι στις παραισθήσεις και τι είναι παραλήρημα. Ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, στις οποίες πρόκειται πράγματι περί παραισθήσεων, αυτό είναι αναμφισβήτητο μετά την βεβαίωση περιπτώσεων παραληρημάτων κατοχής και ζωοπαθείας, στις οποίες ανευρέθηκαν στη νεκροψία όγκοι των σπλάγχνων κ.τ.τ. Αν λάβουμε υπ’ όψι την συνύπαρξη διαταραχών του αυτονόμου συστήματος στις περιπτώσεις αυτές, έπεται ότι πρόκειται κυρίως περί παραισθήσεων ψυχοπαθολογικών και όχι ανώμαλων αισθήσεων ή νευρολογικών παραισθήσεων, διότι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε άλλως την μη εμφάνιση αυτών σε όλες τις περιπτώσεις παθήσεων των σπλάγχνων. Πρόκειται δε ενταύθα κυρίως περί παραισθήσεων και όχι περί ψευδαισθήσεων λόγω τής στενής σχέσεως συνειδήσεως προσωπικότητας και κοιναισθησίας αφ’ ενός, και κοιναισθησίας αυτονόμου συστήματος και της επιδράσεως των τούτου λειτουργικών διαταραχών επί της καταστάσεως των σπλάγχνων της οργανικής αφ’ ετέρου. Είναι δε αυτές ποικίλες: έτσι π.χ. αισθάνεται κάποιος τις κινήσεις των εντέρων τις περισταλτικές ως κινήσεις όφεων ή ζώων· κάποιο όγκο ως πέτρα ή άλλο ξένο σώμα ή ως ζώο (παραλήρημα κατοχής). Αισθάνεται αλλοιωμένη την αίσθηση του στομάχου και του οισοφάγου, φερ’ ειπείν ότι έγιναν ξύλινα, βουτύρινα κ.τ.τ. (παραλήρημα μεταμορφώσεως). Του οισοφάγου η λειτουργία ή του στομάχου δεν γίνεται καλώς αισθητή ειμή ωσεί αυτά να αποφραχθήκαν (παραλήρημα αποφράξεως). Δεν αισθάνεται την λειτουργία ή την ύπαρξη ακόμη των σπλάγχνων, διό αρνείται αυτά (παραλήρημα αρνήσεως). Αισθάνεται ως βάρος και άλλες ανωμάλους αισθήσεις, ωσάν να μην λειτουργούν τα σπλάγχνα καλώς (παραλήρημα υποχονδριακό) κ.τ.τ. Εις τις πλείστες των περιπτώσεων ευρίσκονται και μερικές διαταραχές των σπλάγχνων και δηλαδή αυτές οι πεπτικές. Οι παραισθήσεις αυτές είναι βαριές στην πρόγνωση και συχνά, απαντούν στα καλούμενα κοιναισθητικά παραληρήματα κ.τ.τ., μελαγχολίαν, υποχονδριακές καταστάσεις γενικά κ.τ.τ.
4. Οι κινητικές παραισθήσεις συνίστανται σε αλλοιωμένη αντίληψη κινήσεων, δηλαδή διάφορη της πραγματικότητας· π.χ. κινεί τις τας χείρας δίκη πτερών (με κεκλεισμένους τους οφθαλμούς, ίνα αποφευχθεί ο έλεγχος της υγιής εχούσης αισθήσεως οράσεως) και αισθάνεται ότι πέφτει, ή αισθάνεται βάδιση ως χορό, ή άλμα κ.τ.τ. Συνδέονται με κοιναισθητικές, παραισθήσεις και τις κοιναισθητικές και κινητικές ψευδαισθησίες, με τις οποίες συγχέονται. Παρατηρούνται επί τοξικών ιδίως καταστάσεων, διεργετικής μορφής, και γενικά επί των καταστάσεων, εις τις οποίες υπάρχει ελάττωση μεγάλη ή υπερβολική κινητικότητα της προσοχής. Δέον να διακρίνονται από τις ψευδαισθησίες και τις παρερμηνείες. Προς τις κινητικές και κοιναισθητικές, έτι δε και προς μερικές της αφής παραισθήσεις, συνδέονται τίνες γενετήσιοι παραισθήσεις. Η διαγνωστική σημασία των παραισθήσεων δεν είναι μεγάλη, χαρακτηρίζουν μάλλον τις οξείες καταστάσεις, έκτος των εκ κινητικότητας της προσοχής χαρακτηριστικών της μανίας. Η προγνωστική των κοιναισθητικών παραισθήσεων είναι βαριά όταν αυτές είναι πρωτοπαθείς και συστηματοποιούνται σε γένεση παραληρήματος.
[Νευροπαθολογία]. Καλούνται παραισθήσεις υπό των Γερμανών συγγραφέων (Paresthesien) οι ανώμαλες αισθήσεις, ήτοι οι υποκειμενικές διαταραχές της αισθητικότητας, εκτός του πόνου. Αυτές δ’ είναι: η αιμωδία, οι μυρμηκιάσεις, ο κνησμός, ο νυγμός, η δόνηση (παλμοί ή κραδασμοί), αόριστο αίσθημα ανησυχίας στα μέλη, αίσθημα θερμότητας και διαβρέξεως, αίσθημα θερμού λουτρού, αίσθημα ηλεκτρικών δονήσεων, αίσθημα ότι κάτι διέρχεται υπό το δέρμα, ως ρέον και παφλάζον ύδωρ π.χ.. αίσθημα ως από κινουμένων σκωλήκων υπό το δέρμα, αίσθημα ως από παρεμβολής υφάσματος βαμβακερού υπό το δέρμα της κεφαλής, αίσθημα ότι πατεί επί βάμβακος κ.τ.τ. και γενικά αυτές οι ανώμαλες αισθήσεις.
Αυτές παρατηρούνται σε πλείστες παθήσεις των νευρικών αίσθητικών οδών ή των γειτονικών ιστών, ιδίως δ’ σε επιληψία ως αύρα ή στην αισθητική αυτής μορφή, εις ακροπαραισθησία, ερυθρομβλαλγία, νόσον του Raynaud, γάγγραινα, πίεση των νεύρων, νευρίτιδας, ριζίτιδες, tabes, μυελικές παθήσεις, εγκεφαλικές παθήσεις, νευρασθένεια, υποχονδριακές και μελαγχολικές καταστάσεις, νευροαρθριτισμό κ.τ.τ.
Στη Γαλλία ο όρος (paresthésie) περιλαμβάνει τις διάφορες αντικειμενικές διαταραχές της αισθητικότητας, νευρικής αρχής, έκτος της υπεραισθησίας, αναισθησίας και υπαισθησίας. Είναι δε αυτές: 1) Η επιβράδυνση της μεταβιβάσεως της αισθήσεως, ως καλούμε την αύξηση του λανθάνοντος χρόνου εμφανίσεως αυτής. 2) Η συγχώνευσης των αισθήσεων, ως καλούμε την εις κατ’ αλλεπάλληλα και βραχέα χρονικά διαστήματα προκαλούμενα ερεθίσματα εμφάνιση μιας αισθήσεως μόνον, παρατεταμένης. 3) Η άθροιση των αισθήσεων, ήτοι η εμφάνιση μιας αισθήσεως ανά 4- 5 ερεθίσματα, ώστε να δημιουργείται μία σειρά μετ’ εκλείψεων αλληλοδιαδόχων, αφού εμφανίζεται μία αίσθησης ανά 4-5 ερεθίσματα. 4) Η παράταση των αισθήσεων, ήτοι η διατήρηση αυτών επί τίνα χρόνο και μετά την παύση του ερεθίσματος, όστις χρόνος είναι πολύ μεγαλύτερος του χρόνου θετικού μετεικάσματος. 5) Η εξάντληση των αισθήσεων, ως καλούμε την, μετ’ αλλεπάλληλα ερεθίσματα και ανάλογους αισθήσεις, παύση εμφανίσεως αισθήσεως, ωσάν το νεύρο εξαντληθέν παύεται μεταβιβάζων περαιτέρω αίσθηση. Αυτή ενίοτε κατόπιν παρέρχεται, ίνα παραχθούν πάλι αισθήσεις, ίνα και πάλι έλθει εξάντληση κ.ο.κ., ώστε δημιουργείται και ενταύθα σειρά μετ’ εκλείψεων, ως και κατά την άθροιση των αισθήσεων, με την διαφορά ότι ενταύθα, όταν παράγονται αισθήσεις, είναι αυτές ίσες τον αριθμό προς τα ερεθίσματα. 6) Η πολυαισθησία, ως καλούμε την σε ένα ερέθισμα παραγωγή περισσοτέρων συγχρόνων αισθήσεων, π.χ. ένα σπίρτο γίνεται αισθητό ως περισσότερα. 7) Η μακροαισθησία,  ως καλούμε την παραγωγή αισθήσεως μείζονος και δυσαναλόγου προς το ερεθίζων αντικείμενο, ως π.χ. εν σπίρτο γίνεται αισθητό ως ράβδος. 8) Οι πλάνες της εντοπίσεως, ήτοι η εσφαλμένη εντόπιση των αισθήσεων, ως π. χ. ερέθισμα εις ορισμένο σημείο του μηρού εντοπίζεται υπό του πάσχοντος 0,02-0,05 μ. μακράν του σημείου εις στο οποίο γίνεται ο ερεθισμός. Των πλανών της εντοπίσεως ειδικές μορφές είναι: α) η αλλοχειρία, ως καλούμε την εντόπιση αισθήσεως στο αντίστοιχο σημείο της ετέρας χειρός, π. χ. της αριστερής ενώ ο ερεθισμός γίνεται στην δεξιά, και β) η αλλαχοαισθησία, ως καλούμε την εντόπιση των αισθήσεων π.χ. στην ραχιαία επιφάνεια της χείρας, ενώ ο ερεθισμός γίνεται στην παλάμη. 9) Η μεταμόρφωση των αισθήσεων, ως καλούμε την μεταβολή ερεθίσματος προκαλούντος το Α αίσθημα στο Β π.χ. ερέθισμα προκαλούν αίσθημα αφής γίνεται αισθητό ως άλγος, ή αίσθημα άλγους ως θερμότητας κ.τ.τ. Το πρώτον καλείται αφαλγησία. Συχνότατα οι παραισθήσεις αυτές συνυπάρχουν μετά υπαισθησίας. Απαντούν σε πλείστες παθήσεις των αισθητικών οδών, και κυρίως στις παθήσεις των νεύρων (νευρίτιδας) και των οπισθίων ριζών (tabes).
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος  Ιθ΄ & Ιδ΄, σσ. 624-625 & 433 αντίστοιχα.
ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ
Βλέπε στην σελίδα Γλώσσα, περί γραφής.
ΕΠΙΛΗΨΙΑ
Ειδική πάθηση των νεύρων η καλούμενη κοινά σεληνιασμός, στους αρχαίους δε και κατά ευφημισμό ιερά νόσος.
Ιατρική
Επιληψία καλείται η χρόνια και συνήθως προϊούσα εγκεφαλική πάθηση, που εκδηλώνεται κυρίως δια αποτόμου προσβολής, απώλειας της συνειδήσεως και εμφανίσεως ως επί το πολύ κινητικών εκδηλώσεων (σπασμών), των προσβολών επανερχομένων συνήθως κατ’ άλλοτε άλλα διαστήματα.
Από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις εσχάτων ακόμη, όλες οι παθολογικές εγκεφαλικές διαταραχές, όσες εμφανίζονταν δια των ανώτερων συμπτωμάτων, εμπεριέχοντο στο ευρύ πλαίσιο της επιληψίας· από τινος όμως κατέστη αναγκαίο όπως χωρισθεί η γνήσια ή ιδιοπαθής καλούμενη επιληψία (genuine, essentielle, constitutionnelle) από των επιληπτοειδών καλουμένων καταστάσεων με τον καιρό δεν περιορίσθηκε επί μάλλον και μάλλον η περιοχή εκείνη και αυξήθηκε η των τελευταίων, των ορίων μεταξύ αμφοτέρων όντων εισέτι ακαθόριστων και κινητών· αυτή η ανάγκη της διακρίσεως προέκυψε εκ του γεγονότος ότι αυτές οι επιληπτοειδείς προσβολές επέρχονται συνεπεία διαφόρων αίτιων και διαφόρων εγκεφαλικών βλαβών, με τον καιρό επιστημονικά σαφέστερα διακρινόμενων και επί των οποίων οι επιληπτικές προσβολές αποτελούν ένα μέρος της συμπτωματολογίας των, ενώ συγχρόνως συνυπάρχουν και άλλες εκδηλώσεις είτε από τον εγκέφαλο είτε γενικώτερες· έτσι εμφανίζονται επιληπτοειδείς καταστάσεις επί διαφόρων χρόνιων δηλητηριάσεων, οινοπνεύματος, μορφίνης, κοκαΐνης ή εκ μετάλλων (μολύβδου, αρσενικού), ή συνεπεία ουραιμίας ή διαβήτη· επίσης παρατηρούνται αυτές επί διαφόρων φρενικών νόσων, ως στην προϊούσα γενική παράλυση, την πρωτόγονο άνοια και σε κάθε οργανική περιγεγραμμένη ή γενικότερη βλάβη του εγκεφάλου και των μηνίγγων, ως στους όγκους και αποστήματα του εγκεφάλου, την κατά πλάκας σκλήρυνση, την σύφιλη· επίσης στις επιληπτοειδείς καταστάσεις ανήκουν και αυτές της εγκεφαλικής παραλύσεως των παιδιών (εγκεφαλίτιδας), της παρεγκεφαλίας και μηνιγγίτιδας.
Αντιθέτως δεν δυνάμεθα εισέτι στην παρούσα κατάσταση της επιστήμης να ορίσουμε αν οι επιληπτοειδείς εκδηλώσεις των πασχόντων εκ συγγενούς ιδιωτείας ή βλακείας δέον να ανήκουν στην ιδιοπαθή επιληψία, ή τις επιληπτοειδείς καταστάσεις· επίσης κάτι ανάλογό συμβαίνει και διά τις μετατραυματικές, εγκεφαλικές επιληψίες, κατά τις οποίες δεν παρατηρείται τοιαύτη τις εγκεφαλική ή μηνιγγική αλλοίωση. Κατόπιν των ανωτέρω παραμένουν επομένως εντός του πλαισίου της ιδιοπαθούς ή γνήσιας επιληψίας όλες οι περιπτώσεις, όσες δεν ανήκουν στις ανωτέρω περιγραφείσες, ήτοι εκείνες, στις οποίες δεν ευρίσκεται, υπό την παρούσα κατάσταση της επιστήμης, κάποια οργανική βλάβη του εγκεφάλου σαφώς παθολογοανατομικά καθοριζομένη ή εκ των ανωτέρω διαφόρων αιτίων προκαλούμενη· κατ’ αντίθεση προς την γνήσια ή ιδιοπαθή επιληψία, η οποία έτσι θεωρείται εισέτι ως κεχωρισμένη νοσολογική οντότητα, οι επιληπτοειδείς καταστάσεις δέον να θεωρηθούν ως δευτεροπαθείς εκδηλώσεις συμπτωματικές εγκεφαλικών βλαβών ποικίλης αιτιολογίας, αποτελώντας έτσι ένα των συμπτωμάτων τούτων.
Σε σχέση προς τα ανωτέρω, και ειδικότερα, η επιληπτική προσβολή, αυτή καθ’ εαυτή, τόσον στην ιδιοπαθή επιληψία, όσον και τις επιληπτοειδείς καταστάσεις, έχει κατά το μάλλον ή ήττον τους αυτούς χαρακτήρες και κυρίως την απότομη απώλεια ή θόλωση της συνειδήσεως και τους επιληπτικούς σπασμούς. Οι υπάρχουσες διαφορές διακρίσεως προκύπτουν εκ των λοιπών συμπτωμάτων, των υπαρχόντων κυρίως έξωθεν των επιληπτικών παροξυσμών, και των οποίων λεπτομερέστερη περιγραφή βλ. στις  κατ’ έκαστες λέξεις· στην μερική όμως επιληψία, τύπου Bravais - Jackson, υπάρχουν πως διαφορές και σε αυτήν ταύτη την επιληπτική προσβολή, η οποία χαρακτηρίζεται διά της ενάρξεως των σπασμών σε (ορισμένη τινί μυϊκή περιοχή, επί της οποίας είτα δύνανται να επεκταθούν γενικώτερα, και της κατά το μάλλον ήττον όχι βαθειάς πάντοτε βλάβης της συνειδήσεως.
Συμπτωματολογία της ιδιοπαθούς επιληψίας (genuine). Το κύριο σύμπτωμα της επιληψίας είναι η κλασσική επιληπτική προσβολή. Συνήθως μερικές ώρες ή ήμερες προ ταύτης εμφανίζονται μερικά πρόδρομα συμπτώματα, τα οποία εμφανίζονται υπό ποικίλη μορφή: ο ασθενής αισθάνεται δυσκολίες στην εργασία, ταχεία κόπωση, εμφανίζει μελαγχολικές και απαισιόδοξες ιδέες ή γίνεται ευέξαπτος, τραχύς και οργίλος, ή προσβάλλεται υπό κεφαλαλγίας ή βάρους της κεφαλής, ή εμφανίζει ελάττωση της ορέξεως ή και αύξηση αυτής· επίσης δύναται να εμφανίζει ευαισθησία των αισθητηρίων, αγγειοκινητικές διαταραχές (ερύθημα, οίδημα κ.λ.π.) και άλλες ποικίλες εκδηλώσεις, συνήθως πάντοτε τις αυτές, ούτως ώστε, με την εμφάνισή τους, να χρησιμεύουν ως προάγγελοι της μελλούσης να εμφανισθεί επιληπτικής προσβολής. Μεταξύ των προδρόμων συμπτωμάτων και δη εκείνο όπερ προηγείται (μερικά δευτερόλεπτα μέχρις ενός λεπτού της ώρας) αμέσως της επιληπτικής προσβολής, είναι η καλούμενη επιληπτική αύρα, ούσα ανάλογος προς εκείνη την υστερική και της οποίας πολλάκις διατηρεί ο πάσχων την ανάμνηση· αυτή συνηθέστερα ούσα στις επιληπτοειδείς καταστάσεις συνεπεία περιγεγραμμένων εστιακών εγκεφαλικών αλλοιώσεων και σπανιότερα κατά την ιδιοπαθή επιληψία, εμφανίζεται υπό ποικίλες μορφές συγκρινόμενη προς το αίσθημα ρεύματος αέρα, έξ ου και η ονομασία αύρα. Αυτή δύναται σε άλλους να εμφανίζεται δι’ εκδηλώσεων περισσοτέρων ψυχικών, ψυχική αύρα, (αγχώδης διέγερση, αίσθημα απότομου διανοητικού κενού, ένα είδος πτήσης και εξαφανίσεως των ιδεών, φόβος, απότομος ζωηρότητα και αναλαμπή μερικών ιδεών, αστραπιαία ευφορία, θόλωση κ.τ.λ.), σε άλλους δια εκδηλώσεων αισθητηριακών, αισθητηριακή αύρα (φως, σπινθήρας, εμβοές, γευστικές ή οσφρητικές αισθήσεις, αισθήσεις οπτικές, ακουστικές κ.λ.π.), σε άλλες εκδηλώσεων αισθητικών, αισθητική αύρα (παραισθησία, πόνος, αιμωδία κ.λ.π.), ή κινητικών, κινητική αύρα- αυτή εμφανιζόμενη κυρίως επί οργανικών εστιακών αλλοιώσεων της κινητής ζώνης του εγκεφάλου, εμφανίζεται δια διαφόρων κινητικών εκδηλώσεων (εντετοπισμένοι τοπικοί και κλονικοί σπασμοί), προηγουμένης άμεσων της απώλειας της συνειδήσεως· η κινητική αύρα του είδους αυτού είδους αυτού είναι πολύτιμος οδηγός προς διάγνωση της εντοπίσεως της βλάβης στον εγκέφαλο, δε χαρακτηριστική δια την μερική επιληψία τύπου Bravais - Jackson. Αντίθετα υπάρχει και κινητική αύρα στην ιδιοπαθή επιληψία, εκδηλώνεται δια διαφόρων κινήσεων, ανάλογων ή όμοιων προς τις εκούσιες, σκόπιμες κινήσεις, ως είναι οι κινήσεις βαδίσεως ή δρόμου (Aura cursativa), η εκκόμβωση της εσθήτας κ.λ.π., επίσης εις την περιοχή των αναπνευστικών μυών (λυγξ, πτέρνισμα, χάσμημα κ.λ.π.), ως και των του λόγου (ψελλίζων, αφασία κ.λ.π.). Εκτός των άνω υπάρχει και η αγγειοκινητική αύρα (ωχρίαση ή ερυθρίαση, αίσθημα καύσεως, ταχυκαρδία κ.λ.π.).
Αμέσως μετά την αύρα επακολουθεί ή κυρία επιληπτική προσβολή, κατά την οποία επέρχεται πλήρης άρση της συνειδήσεως· συνεπεία ταύτης ο πάσχων πίπτει χαμαί και αναλόγως του μέρους της πτώσεως, ως και του τρόπου αυτής, είναι δυνατό να μωλωπισθεί ή να υποστεί σημαντικές κακώσεις (τραύματα, διάστρεμμα ή εξάρθρημα, κάταγμα, έγκαυμα κ.λ.π.)· συγχρόνως περιπίπτουν οι μύες του σώματος σε κατάσταση τονικής συσπάσεως, ούτως ώστε να λαμβάνουν τα διάφορα μέρη του σώματος χαρακτηριστικές θέσεις: η κεφαλή κάμπτεται προς τα πίσω (οπισθότονος) ή προς μία πλευρά, οι οφθαλμοί ανοικτοί προσβλέπουν προς το κενό ή προς τα πλάγια, τα άνω άκρα, είναι εντόνως τεταμένα προς τα εντός, και οι χείρες σε θέση γρόνθου, του αντίχειρα όντος κεκλεισμένου εντός αυτού και τα κάτω άκρα ισχυρά τεταμένα· η αμέσως κατά τις αρχές του παροξυσμού εκρηγνυόμενη κραυγή προέρχεται εκ τοιούτων τονικών σπασμών των φωνητικών μυών, συγχρόνως δε σταματά δια τον αυτό λόγο και η αναπνοή. Κατά την εξέταση του πάσχοντος εμφανίζεται το σώμα σκληρό ως σανίδα και ανθίσταται σε κάθε παθητική κίνηση· στην τονική ταύτη κατάσταση παραμένουν οι μύες του σώματος 15΄΄ έως 30΄΄, μετά των οπόίων επέρχεται χαλάρωση και συγχρόνως επακολουθεί η κλονική σύσπαση των μυών, ήτις «δεν είναι, συνήθως, της αυτής εντάσεως σε όλους τους μύες και η οποία συνίσταται σε κλονικούς σπασμούς των μυών, καμπτηρών και εκτεινόντων· κατ’ αυτήν την περίοδο η κεφαλή και ο κορμός κινούνται κλονικά με δύναμη, το πρόσωπο κάμνει παράδοξες και άγριες μιμητικές κινήσεις, οι βολβοί των οφθαλμών κυλινδούνται ένθεν κακείθεν και η γλώσσα ρίπτεται μεταξύ των οδόντων· στην περίοδο αυτή επέρχεται συνήθως δήξη της γλώσσας, ως επίσης κατ’ αυτήν γίνονται διάφορες κακώσεις του σώματος λόγω των έντονων κινήσεων αυτού· επίσης κατά την περίοδο αυτή ένεκα κλόνου των αναπνευστικών μυών παράγεται πνοϊκή ή και ρογχώδης αναπνοή· Λόγω των αυτών συσπάσεων των μυών της κύστη, ορθών και γεννητικών οργάνων, ως και της πλήρους αναισθησίας, προκαλείται εκκένωση της κύστης, του ορθού και σπερματόρροια ακόμη, συνάμα δε αφρός εκχέεται εκ του στόματος και άφθονος ιδρώτας διαρρέει το σώμα. Η περίοδος αυτή των κλονικών σπασμών διαρκεί περισσότερο της των τονικών, ήτοι 1΄μέχρις 1/4 της ώρας, μετά των οποίων βαθμηδών αραιώνονται οι κλονικοί σπασμοί και τέλος παύουν, μεταπιπτόντων των μυών σε μία χαλαρωτική κατάσταση, παραμενουσών ενίοτε εισέτι αραιών τίνων τρομωδών κινήσεων, ενώ συγχρόνως εξακολουθεί να παραμένει ακόμη επί τίνα λεπτά η πλήρης αναισθησία. Ενίοτε μετά ταύτα άρχονται εντός βραχέως οι πάσχοντες βαθμηδόν, χωρίς να ενθυμούνται ουδέν εκ της περιόδου της προσβολής των (επιληπτική αμνησία) ή και χρονικό τι διάστημα προ ταύτης (αναδρομική αμνησία) των πασχόντων επανερχομένων σε υγιή κατάσταση· άλλοτε όμως μεταπίπτουν σε βαθύ ύπνο, δυνάμενο να διαρκέσει ενίοτε επί πολλές ώρες. Όταν ο πάσχων συνέλθει, αισθάνεται συνήθως έντονη κόπωση, κεφαλαλγίες, μυαλγίες, μελαγχολία, ενίοτε δε προσβάλλεται και από εμετό· συχνά επιδιαρκούμενης της άνω προσβολής μερικές αισθητικές και κινητικές διαταραχές (αφασικές, αισθητηριακές, υπαισθησίες κ.λ.π) βραχείας διάρκειας και παραδικές.
Στην αρχή της ανώτερης περιγραμμένης επιληπτικής προσβολής, το πρόσωπο είναι ωχρό, βαθμηδόν όμως γίνεται ερυθρωπό και τέλος κυανό, διατηρούμενο έτσι μέχρι τέλους του παροξυσμού· εστίν ότε παράγονται και μικρές δερματικές αιμορραγίες εκχυμώσεις συνήθως όπισθεν των αυτιών και στον επιπεφυκότα· οι βολβοί των οφθαλμών προβάλλουν, παρατηρείται δε καθ’ όλη την διάρκεια της επιληπτικής προσβολής πλήρης έλλειψη αντιδράσεως των κορών, οι οποίες κατ’ αρχάς στενεύουν και βραδύτερον ευρύνονται, διατηρούμενε σε διεύρυνση μέχρι τέλους του παροξυσμού. Οι αντανακλάσεις των τενώντων, όντας προ της επιληπτικής συνήθως αυξημένες, ελαττώνονται ή ελλείπουν κατά τε τον παροξυσμό και ολίγον χρόνο κατόπιν, στις βαρείας όμως προσβολές παρατηρείται ενίοτε κλόνος του ποδός και σημείο Babinski και Openheim. Η θερμοκρασία του σώματος ενίοτε αυξάνει κατά τι κατά τους παροξυσμούς, επέρχεται δε ενίοτε και διαταραχή της ανταλλαγής της ύλης, εμφάνιση λευκώματος στα ούρα, αύξηση τούτων κ.λ.π.
Οι επιληπτικοί παροξυσμοί εμφανίζονται κατά περιόδους άλλοτε άλλες· επειδή από τον λαό αποδίδονταν κάποια σχέση της εμφανίσεως του παροξυσμού προς την σελήνη, διά τούτο δόθηκε στην νόσο η ονομασία «σεληνιασμός». Τα μεσοπαροξυντικά διαστήματα συνήθως ποικίλλουν, εστίν ότε όμως πυκνώνονται οι επιληπτικοί παροξυσμοί, συμβαίνει δε ενίοτε να επέρχονται αλλεπάλληλοι τέτοιοι, ούτως ώστε να εμφανίζεται η ακόλουθος επιληπτική προσβολή πριν ακόμη λήξη η προηγουμένη και πριν ακόμη συνέλθει η συνείδηση, ευρισκομένου ούτω του πάσχοντος υπό διαρκή αναισθησία και συνεχή αλλεπάλληλη προσβολή επιληπτικών σπασμών (status epilepticus)· η διαρκής αυτή επιληπτική, παροξυντική κατάσταση είναι επικίνδυνη κυρίως εκ του κινδύνου παραλύσεως της καρδιάς.
Σε μερικές περιπτώσεις μετά την επιληπτική αύρα είναι δυνατόν να κατασταλεί η εξέλιξη πλήρους επιληπτικής προσβολής είτε δια διαφόρων επιδράσεων (έλξη των μελών, περίδεση άκρων κ.λ.π.). είτε δι’ ενεργού επεμβάσεως της βουλήσεως του πάσχοντος· πάντως όμως αυτό δεν είναι σύνηθες.
Η ανωτέρω περιγραφείσα επιληπτική προσβολή, είναι δυνατόν να εμφανίζεται σε διαφόρους, ως επίσης διάφορος και στον ίδιο πάσχοντα· έτσι δύναται να εμφανισθεί όχι πλήρης αλλά ατελής μετά ή άνευ αύρας ή άνευ πλήρους άρσεως της συνειδήσεως, εμφανιζόμενης απλής θολώσεως αυτής βραχείας ή ελαφράς, της καλούμενης επιληπτικής αφαιρέσεως (absence, petit mal) μετά ή άνευ κινητών εκδηλώσεων και εν γένει δύναται η επιληπτική προσβολή να εμφανισθεί υπό διαφόρους και ποικίλες μορφές, όσον αφορά την ένταση, και όσον αφορά την έκταση των συμπτωμάτων, από της βαρύτατης πλήρους επιληπτικής προσβολής μέχρι της ελαφρότατης τοιαύτης· οι αυτού του είδους ελαφρές και ατελώς επιληπτικές προσβολές είναι οι εκτρωτικές μορφές ή τα επιληπτικά ισοδύναμα της επιληψίας· ενίοτε περιορίζεται ο όλος επιληπτικός παροξυσμός, εκτός της ελαφράς θολώσεως της συνειδήσεως, σε κινήσεις γευστικές, κομβώσεις του ενδύματος, ελαφρές κινήσεις των άκρων κ.τ.λ. και σε βραχύτατη διακοπή της τελούμενης εργασίας ή ομιλίας κ.τ.λ., μετά τις οποίες ο πάσχων αναλαμβάνει και συνεχίζει την προηγουμένη εργασία του ή ομιλία του, ουδόλως λαμβάνων συνείδηση της μικρής ταύτης διακοπής· άλλοτε ο πάσχων περιπίπτει σε βαθειά νάρκη, την επιληπτική ναρκοληψία καλουμένη, εν πλήρη ημέρα, μετά την αφύπνιση εκ της οποίας ο πάσχων εμφανίζει και αναδρομική αμνησία. Σπανιότερη είναι η μορφή της επιληψίας, κατά την οποία ο πάσχων κατά την προσβολή του ποιεί αυτομάτους κινήσεις βαδίσεως ή δρόμου (epilepsia cursoria ή procursiva), άνευ ουδενός σκοπού και μετά θολωμένης της συνειδήσεως· η μορφή αυτή της επιληπτικής προσβολής ανήκει συνήθως στις επιληπτοειδείς καταστάσεις, τις συμπωματικός βαρειών εγκεφαλικών βλαβών (άνοια, εκφυλισμός κ.τ.λ.).
Ιδιαιτέρας μνείας χρήζουν οι περιπτώσεις εμφανίσεως των προσβολών κατά την νύκτα (epilepsia nocturna), οι οποίες δύνανται να παραμένουν επί χρόνο πολύ άγνωστες. Αυτές οι προσβολές, εφ’ όσον δεν γίνονται αντιληπτές παρά των οικείων, προδίδονται εστίν πότε εκ της δήξεως της γλώσσας, την οποία το πρωΐ ανακαλύπτει ο πάσχων, χωρίς να γνωρίζει την προέλευσή της και εξ της οποίας δύναται κανείς να εικάσει την νυκτερινή επιληπτική προσβολή.
Οι επιληπτικοί δυνατόν να παρουσιάσουν περιοδικές διανοητικές διαταραχές, δηλαδή, ψυχώσεις με μορφή διανοητικής θολώσεως ή συγχύσεως (epileptische Dämmerzustände), οι οποίες δύνανται να εμφανισθούν προ ή μετά κάποιας επιληπτικής προσβολής (proepileptische ή proconvulsive Dämmerzustände) ή και να αντικαταστήσουν ως επιληπτικά ισοδύναμα (epil. Aquaivalente) τον επιληκτικό παροξυσμό. Σε αυτή την κατάσταση, επερχόμενη μετά ή άνευ επιληπτικής αύρας η κεφαλαλγίες, εμβοών των ώτων, ιλίγγων κ.τ.λ., μεταπίπτει ο πάσχων σε κατάσταση, κατά την οποία θολώνεται η διάνοια, ελλείπει ο προσανατολισμός και η προσοχή και γενικά απόλλυται η διανοητική διαύγεια του ατόμου, ούτως ώστε τούτο τρέχει ασκόπως εδώ και εκεί, ουδόλως επικοινωνούν προς το περιβάλλον, οιονεί αδιάφορο προς αυτό και ως διακατεχόμενο, ως επί το πολύ, υπό μελαγχολικής αγχώδους καταστάσεως, σπανιότερα δε υπό εύθυμου, υπομανιακής ή και ονειρώδους τέτοιας σε είδος εκστάσεως· όταν συνέλθει ο πάσχων εκ της καταστάσεως αυτής τίποτα δεν ενθυμείται, εμφανίζοντας ούτως αμνησία, πολλάκις δε και αναδρομική· συνήθως η διάρκεια μιας τοιαύτης προσβολής είναι ωρών τίνων και ημερών, ενίοτε όμως είναι και εβδομάδων και μηνών· επί περιπτώσεων τίνων τοιαύτης μακράς διαρκείας είναι δυνατόν η θόλωση της διανοίας να είναι ελαφρά, ούτως ώστε ο πάσχων να φαίνεται έχων σώας τας φρένας και εκτελεί διαφόρους πράξεις, κατά το φαινόμενο, λογικές και σκόπιμες· υπό αυτές τις συνθήκες ενίοτε ο πάσχων εκτελεί μεμακρυσμένα ταξίδια, άνευ κάποιου σκοπού, σε διάφορα μέρη, ένθα αφυπνιζόμενος από της καταστάσεως του αυτής αγνοεί και εξίσταται ο ίδιος, πως ευρέθη εκεί, εμφανιζόμενος ούτως σε κατάσταση πορειομανίας (δρομομανία). Ενίοτε εμφανίζεται υπό μορφή υπνοβασίας, άλλοτε υπό μορφή κώματος ή παραληρητική τοιαύτη. Εις άλλους επιληπτικούς εμφανίζονται διάφορες παροδικές ψυχώσεις και φρενοπάθειας ως η υποχονδριακή μελαγχολία, η μανιοκαταθλιπτική ή μανιακή φρενοπάθεια, η οξεία παράνοια κ.τ.λ. Σε άλλους είναι δυνατόν να εμφανίζεται η διψομανία κ.τ.λ.
Πορεία της νόσου. Η νόσος άρχεται συνήθως περί το 20ο έως 30ο έτος. Σε σπάνιες περιπτώσεις συν τω χρόνω οι επιληπτικοί παροξυσμοί ελαττώνονται, αρτιώνονται και γίνονται ολιγότερης εντάσεως· το σύνηθες όμως είναι ότι παραμένουν ή και γίνονται εντονότεροι, προκαλώντας βαθμηδόν και κατ’ ολίγον επί μάλλον και μάλλον βαθειά αλλοίωση του χαρακτήρα και της διανοίας του πάσχοντος, επερχομένου έτσι του καλουμένου επιληπτικού εκφυλισμού, ο οποίος τέλος καταλήγει στη δευτεροπαθή επιληπτική άνοια, σπανιότερα δε στην χρόνια παράνοια.
Αιτιολογία. Ως στην αρχή ελέχθη, προκειμένου περί της ιδιοπαθούς επιληψίας, δεν γνωρίζουμε στην παρούσα κατάσταση της επιστήμης σαφή αιτιολογία· φαίνεται ότι κληρονομικές και συγγενείς ανωμαλίες στην διάπλαση του εγκεφάλου χρησιμεύουν ως αιτίες της εμφανίσεως της επιληψίας. Το τοιούτο εξάγεται και εκ του γεγονότος ότι συνήθως οι πάσχοντες επιληψία είναι κατά βάση νευροπαθείς και ψυχοπαθείς, εμφανίζοντας και επιληπτικά στίγματα, ψυχικά και σωματικά εκφυλογενή τοιαύτα, έτι δε και εκ του γεγονότος ότι τα τέκνα επιληπτικών συνήθως ή είναι και αυτά επιληπτικά (μέχρις 11%) ή εμφανίζουν και αυτά εκφυλογενή στίγματα ή άλλες ψυχικές παθολογικές καταστάσεις. Επίσης και ο χρόνιος αλκοολισμός, τόσον των γεννητόρων, όσον και του ίδιου πάσχοντος, δύναται να χρησιμεύσει ως αιτία της επιληψίας. Σχετικώς προς τις προσεχείς αφορμές εν σχέση προς την εμφάνιση των επιληπτικών παροξυσμών, τέτοιες δεχόμεθα: διαταραχές εκ του στομάχου, ελμινθίαση και γενικά σκώληκες του έντερου, οξείες λοιμώδεις νόσους, νόσους της ρινός, των ώτων, υπερκόπωση σωματική και διανοητική, απότομο φόβο, τραυματισμό του κρανίου (άνευ τινός εγκεφαλικής βλάβης, άτε ταύτης ανηκούσης στις επιληπτοειδείς καταστάσεις), διαταραχές των έσω εκκρίσεων, αυνανισμό κ.λ.π.
Παθολογική ανατομία. Εκ των ήδη στην αρχή λεχθέντων καταφαίνεται επίσης, ότι σχετικώς προς την ιδιοπαθή επιληψία δεν κατέχουμε εισέτι παθολογοανατομικά ουδέν σαφές· φαίνεται ότι και η νόσος αυτή πρέπει να έχει μία ανάτομοπαθολογική βάση ή βιοχημική.
Σε ένα ποσοστό 50% έως 60% παρατηρείται σκλήρυνση του Αμμωνείου κέρατος, ούχ ήττον όμως δεν θεωρείται και τούτο χαράκτηριστικό (Alzheimer κ.τ.λ.)· ίσως ή ατροφία της ανώτερης βάσης του φλοιού των ημισφαιρίων του εγκεφάλου και αντικατάσταση δια νευρογλοιωδών κυττάρων (Randgliose) δίδει ασφαλέστερα παθολογοανατομική βάση.
Θεραπευτικά παρέχονται διάφορα φάρμακα και συνιστώνται διάφοροι μέθοδοι· ούχ ήττον ασφαλές και βέβαιο μέσον θεραπείας της ιδιοπαθούς επιληψίας δεν υπάρχει. Οι θεραπευτικές προσπάθειες κατευθύνονται αφ’ ενός μεν στο να απαλλάσσεται ο οργανισμός κάθε βλαβερής αιτίας ερεθισμού του εγκεφάλου και προαγούσης την επιληπτική (σπασμογόνο) διάθεση (φόρτος του στομάχου, εντερικές τοξίνες, σκώληκες του εντέρου, οινόπνευμα και άλλα δηλητήρια, υπερκόπωση σωματική και πνευματική, νόσοι αυτιών, ρινός κ.λ.π.) και αφ’ ετέρου παροχή φαρμάκων (μετά και της δεούσης δίαιτας) κατευναστικών του εγκεφάλου και γενικά του νευρικού συστήματος· τέτοια φάρμακα συνεστήθηκαν άπειρα, ουχ ήττον ολίγα τινά αποδειχθήκαν σταθερότερο και μονιμότερο ωφέλιμα και αναγνωρισθήκαν ως ειδικά πως της νόσου· εκ των πρώτων είναι τα άλατα του βρωμίου, τα όποια δύνανται να λαμβάνονται (3,0 γραμμάρια έως 8,0 γραμμάρια ημερησίως) επί μακρό χρόνο, κατά τον οποίο δέον να αποφεύγεται όσον το δυνατόν η χρήση του κοινού αλατιού (χλωριούχου νατρίου), ίνα αφθονότερα απορροφάται το βρώμιο· ουχ ήττον δέον σε αυτή την χρήση των βρωμιούχων να επαγρυπνεί κανείς ίνα μη επέλθει δηλητηρίαση, βρωμισμός (ακμή, δερματικές εκδηλώσεις, δυσκοιλιότητας, σιαλόρροια, απίσχνανση, ανικανότητα εργασίας, ελάττωση μνήμης κ.τ.λ.). Επίσης δύναται να γίνει χρήση του βρωμίου σε συνδυασμό μετά οπίου. Εκτός του βρωμίου κατά τα τελευταία έτη συνεστήθηκε  χρήση του Luminal, όντως δε αποδείχθηκε τούτο λίαν ωφέλιμο, ιδίως διά την ιδιοπαθή επιληψία, είναι δε ήδη το κατ’ εξοχή φάρμακο διά την νόσο αυτή και ιδίως σε συνδυασμό μετά των βρωμιούχων. Κατά των συνεχών επιληπτικών παροξυσμών (status epilepticus) δέον να παρέχονται αφθονότερα τα ανωτέρω και σε ανάγκη να γίνει χρήση ενέσεων (20% διαλύσεως Luminal - Natrium) ή hyoscinum hydrobromicum υποδόρια (0,001 χλστγρ. σε 0,002 μετά προσοχής). Εκτός των ανωτέρω συνιστώνται κατά της επιληψίας και διάφορα άλλα φάρμακα (ατροπίνη, εκχύλισμα ευθαλείας κ.τ.λ.) δευτερευούσης σημασίας. Η λοιπή δίαιτα συνίσταται ως επί το πολύ στην χρήση γάλακτος, χόρτων, απλών αλευρούχων εδεσμάτων και αποφυγήν πολλών κρεάτων και γενικά τοξικών. Σχετικώς δια την υδροθεραπεία, αυτή δεν συνιστάται πανταχόθεν.
Κατά του επελθόντος επιληπτικού παροξυσμού δεν δύναται τις να παράσχει κάποιο μέσον προς κατάπαυση τούτου ή περιορισμό· ουχ ήττον δέον να βοηθήσει τον πάσχοντα όπως αναπνέει ευκόλως (απομάκρυνση παντός αντικειμένου πιέζοντος τον λαιμό, λαιμοδέτη, κολλάρο κ.τ.λ., τοποθέτηση σε θέση κατάλληλο) και αποφυγή κάποιου τραυματισμό (παρεμβολή κάποιου αντικειμένου σκληρού μεταξύ των οδόντων προς αποφυγήν της δήξεως της γλώσσας, παρεμπόδιση τραυματισμού εκ των σπασμών κ.τ.λ. χωρίς να πιέζει κανείς πολύ τα άκρα, τοποθέτηση σε μέρος μαλακό κ.τ.λ.).
Στις βαρείες και χρόνιες καταστάσεις, ένθα αναπτύσσονται επικίνδυνες ψυχώσεις και φρενοπάθειες δέον να γίνεται αυστηρή η επίβλεψη του πάσχοντος, εισαγομένου σε ανάγκη και σε ειδικό θεραπευτήριο.
Βιβλιογραφία
01. Oppenheim, Lehrbuch d. Nervenkrank-heiten, 1913
02. Pr. Friedrich, Kraus und Theodor Brugsch Spezielle Pathologie, 1924
03. Pr. Curschmann und Pr. Crammer, Lehrbuch d. Nervenkrankheiten, 1925
04. Pr. F. Georg und Felix Klemperer, Neue deutsche Klinik, 1928
Πηγή: Γ.Κ. Παμπούκης, Διευθυντής του Νευρολογικού Τμήματος της Αστυκλινικής, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ια΄, σσ. 381-383
Κτηνιατρική: Στα ζώα η επιληψία είναι σύνδρομο χαρακτηριζόμενο από κρίσεις σπασμών μετ’ απωλείας της συνειδήσεως. Διακρίνουμε την ιδιοπαθή ή ουσιαστική, ήτις είναι νεύρωσης λειτουργική, της οποίας την υπόσταση ουδεμία ανατομική αλλοίωση εικονίζει, και την συμπτωματική ή του Jackson, ήτις οφείλεται σε διαφόρους παθήσεις, ως εγκεφαλικούς όγκους, τραυματισμούς, τοπικούς ερεθισμούς κ.τ.λ. Μερικές αυτοδηλητηριάσεις και μερικές λοιμώδεις νόσοι, ως η ασθένεια της νεαρής ηλικίας των κυνών, η ερυθρά και η πανώλης των χοίρων, και ιδίως οι παρασιτικές (ακαρίαση των ώτων, ελμινθίαση του εντερικού σωλήνας του κυνός), δύνανται να χρησιμεύσουν ως αφορμή εκδηλώσεως επιληψίας. Εκτός της ηλικίας και της γενεάς, η κληρονομικότητα παίζει σπουδαίο ρόλο ως προς την αιτιολογία της νόσου. Η έγκαιρος απομάκρυνση των επιληπτικών ζώων εκ της αναπαραγωγής ως και η μη ύπαρξης αλκοολισμού και σύφιλης στα ζώα εξηγούν κάλλιστα την σπανιότητα της ουσιαστικής επιληψίας σε αυτά.
Συμπτώματα: Εμφανίζεται αυτή αιφνιδίως άνευ προδρόμων συμπτωμάτων (επιληπτική αύρα). Οι λοιπές φάσεις των συμπτωμάτων (φάση τονική, κλονική, λήθαργος) είναι σχεδόν οι αυτές όπως και στον άνθρωπο. Το ζώο καταλαμβανόμενο αιφνιδίως υπό σπασμών και ιλίγγου μετ’ απωλείας της λειτουργίας των αισθήσεων, παραπαίει και πίπτει απότομα επί του εδάφους, οι οφθαλμοί αποκλίνουν και ολόκληρο το σώμα συνταράσσεται από κλονικούς σπασμούς. Εκ του στόματος εξέρχεται σίελος αφρώδης, η αναπνοή επιβραδύνεται και συχνάκις ούρα και κόπρανα εκφεύγουν ακουσίως του πάσχοντος. Μερικά όμως ζώα δεν πίπτουν, αλλά ίστανται όρθια στηριζόμενα σε τοίχο ή κάποιο άλλο στήριγμα. Άλλα πάλι απομακρύνοντας τα τελείως άκαμπτα άκρα τους αποφεύγουν την πτώση. Εν τούτοις υπάρχουν σπασμοί στον τράχηλο, το πρόσωπο κ.τ.λ.
Ενίοτε παρατηρήθηκαν εις τους εν εργασία ίππους περιπτώσεις μερικής επιληψίας, περιοριζόμενης εις τι μέρος του σώματος, ως εις τις σιαγόνες, τράχηλο κ.τ.λ. Ο Gerlach μάλιστα αναφέρει περιπτώσεις, κατά τις οποίες μόνον οι οφθαλμοί απέκλιναν προς τα άνω μη αφήνοντας να διαφαίνεται παρά μόνον το λευκό του βολβού μετά σπασμωδικών κινήσεων των βλεφάρων και των χειλέων. Η θεραπεία της ουσιαστικής επιληψίας, δύσκολος ούσα, επιδιώκεται διά της χορηγήσεως βρωμιούχων μετ’ αχλωριούχου διαίτης και ιδίως γαλακτοχορταρικής τοιαύτης. Όσον αφορά την συμπτωματική, αυτή ιάται δια της εξαφανίσεως της προκαλούσης ταύτη αιτίας.
Πηγή: Χατζηόλος Β., Κτηνίατρος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ια΄, σσ. 383
ΝΕΥΡΩΣΗ
Διαταραχή του νευρικού συστήματος άνευ φανερής αλοιώσεως των οργάνων του σώματος· ║η διάταξη, η διακλάδωση του κεντρικού νεύρου των φύλλων σε φλέβες.
Νευρολογία
Καλούνται νευρώσεις όλες οι παθήσεις νευρικής φύσης, οι οποίες δεν εμφανίζουν παθολογοανατομικές αλλοιώσεις, ήτοι δεν είναι οργανικές, αλλά οφείλονται εις δυναμικές λειτουργικές διαταραχές. Ως νευρώσεις θεωρούνταν παλαιότερα πλείστες παθήσεις, εις τις οποίες συν τη πρόοδο των ιστολογικών μεθόδων ενεύρον αλλοιώσεις, και συνεπώς είσήλθαν αυτές στο πλαίσιο των οργανικών νόσων. Τέτοιες ήσαν η χορεία, ή νόσος του Parkinson κ.τ.τ, Ουχ ήττον όμως παραμένουν εισέτι αρκετές παθήσεις, εις ας πάσες οι άχρι τούδε γινόμενες έρευνες προς ανεύρεση παθολογοανατομικών αλλοιώσεων απέτυχαν και μάλιστα ενίων εξ αυτών και αυτή η φύση είναι τοιαύτη, ώστε το γε νυν έχον, να μη δυνάμεθα να εξηγήσουμε αυτές άλλως, ειμή δεχόμενοι ότι αναμφισβήτητα θα πρόκειται περί δυναμικών αλλοιώσεων (π.χ. δια την υστερία).
Οι νευρώσεις εκδηλώνονται δια διαφόρων φαινόμενων, αναλόγως των οποίων και της εντοπίσεως αυτών διακρίνουμε αυτές. Αφορούν δε αυτές κυρίως μεν το αυτόνομο σύστημα, αλλά και το κυρίως νευρικό σύστημα, μάλιστα δε και την ψυχική σφαίρα. Συνεπώς διακρίνουμε :
Α΄) Τις νευρώσεις του αυτονόμου συστήματος, εις τις οποίες υπάγονται:
    1) Οι καρδιοαγγειακές, εις τις οποίες περιλαμβάνονται: α) η παροξυντική ταχυκαρδία, ή νόσος του Bouyeret, που εκδηλώνεται διά παροξυσμών ταχυκαρδίας, με σφύξεις 200 το 1΄ λεπτό και άνω, σφυγμό μικρό και μη ψηλαφούμενο, κατ’ αντίθεση προς την ζωηρότητα των παλμών· β) αρρυθμίες τινές μετά ταχυκαρδίας· γ) η στηθάγχη, η εκ σπασμού των αγγείων. Πάσες αυτές οι νευρώσεις υπάγονται εις το λεγόμενο συμπαθητικοτονικό σύνδρομο. Διότι έχουμε και τέτοιες υπαγόμενες στο βαγοτονικό, προερχόμενες δηλαδή εξ ερεθισμού του πνευμονογαστρικού· σε αυτές υπάγονται οι βραδυκαρδίες μετ’ αρρυθμιών και έκτακτο-συστολών, έτι δε και το λεγόμενο σύνδρομο Adam stokes, όταν τούτο είναι νευρωσικής βαγοτονικής αρχής.
    2) Οι αγγειοκινητικές νευρώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν: την ημικρανία, απλή, συνοδευμένη ή οφθαλμοπληγική, την ακροπαραισθησία, την ερυθρομελαλγία, ακροασφυξία, την νόσο του Raynaud, εκ του συμπαθητικοτονικού συνδρόμου, και την ακροκυάνωση εκ του βαγοτονικού. Μετ’ αυτών συγκαταλέγονται και οι καλούμενες :
    3) Τροφικές νευρώσεις, φύσεως ως τα πολλά αγγειοκινητικής. Είναι δε αυτές η σκληροδερμία, το χρόνιο οίδημα, η συμμετρική γάγγραινα των άκρων, η προϊούσα λιποδυστροφία, η ημιατροφία του προσώπου, στην οποία ατροφούν όλοι οι ιστοί, ακόμη και τα οστά του ημίσεως του προσώπου.
    4) Οι αναπνευστικές, στις οποίες υπάγεται το άσθμα, όπερ είναι εκδήλωση βαγοτονίας, ήτοι σπασμού των μυών του Reissensen, νευρουμένων υπό του πνευμονογαστρικού (και δηλαδή μόνον το ιδιοπαθές άσθμα ανήκει ενταύθα, και όχι το συνδρομικό, κανών ισχύων δι’ όλες ενταύθα τις νευρώσεις).
    5) Οι κοιλιακές νευρώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται : α) η κυρίως καλούμενη κοιλιακή νεύρωση, εκδηλούμενη δια πόνων, εντόνων αορτικών σφύξεων,  δίκη ανευρύσματος, ήτις όταν συνυπάρχει μετά ναυτίας, ιλίγγων, διάρροιας, αεροφαγίας, αποτελεί το λεγόμενο συμπαθητικοτονικό σύνδρομο ή σύνδρομο του ηλιακού πλέγματος. Στην συνδρομή αυτή η πίεση της αορτής άνωθεν του ομφαλού προκαλεί κρίση επιληπτοειδή·  β) Οι σπασμοί του στομάχου (=καρδιακοί και πυλωρικοί), μετά πόνων και υπερευαισθησίας της στομαχικής χώρας, φαινόμενα συμπαθητικοτονίας, μόνον του στομάχου γ) σιαλόρροια παροξυντική· δ) εκ του εντέρου έχουμε αύξηση του περισταλτισμού, κωλικούς, εντερίτιδα βλεννομεμβρανώδη, χρονία δυσκοιλιότητα κ.τ.τ.· ε) εκ μέρους της σκωληκοειδούς αποφύσεως έχουμε την χρονία σκωληκοειδική νευρωσική συνδρομή, η οποία κλινικώς είναι όμοια προς την χρονία σκωληκοειδίτιδα· στ) ο ηπατικός κωλικός εκ μέρους του ήπατος, οφειλόμενο σε λειτουργικό σπασμό επί νευροπαθών ατόμων· ζ) η πολυουρία και πολλακιουρία μετά διαταραχών της ούρήσεως, ως άνουρίας, φερ’ ειπείν, εκ σπασμού κ.τ.τ.
Β΄) Τις ψυχοκινητικές νευρώσεις, ως καλούμε τις παθήσεις εκείνες, οι οποίες είναι φύσεως ψυχικής και εκδηλώνονται δια κινητικών διαταραχών· είναι δε αυτές:
    1) Οι διάφοροι μυϊκοί σπασμοί, κλονικοί ή τονικοί, οι ιδιοπαθείς.
    2) Ο ημίσπασμος του προσωπικού, συνιστάμενος σε σύσπαση απότομη, διαρκείας ποικίλης, αλλά της αυτής στον αυτόν ασθενή και παροξυντικά εισβάλουσα και κατά τον ύπνο διατηρουμένη.
    3) Τα τικ, ως καλούμε συσπάσεις απότεμες επερχόμενες και απειλούσες ορισμένη σκόπιμο στην αρχή πράξη, ήτις εγκαθίσταται κατόπιν μονίμως.
    4) Οι μυοκλονίες, οι ιδιοπαθείς και όχι συμπτωματικές οργανικής νόσου.   
   5) Σπασμοί τίνες εντετοπισμένοι, ως ο του μασητήρα, ο οποίος, όταν είναι κλονικός και επαναλαμβάνεται επί τίνα χρόνο, αποτελεί το λεγόμενο του μηρυκασμού, ο του υπογλωσσίου, ο της γλώσσας, ο των μυών του αυχένα, ο οποίος φέρεται υπό την ονομασία ραιβόκρανο,  είναι δε τονικός ή κλονικός, ο των μυών, των ιεροσφυϊκών, των άκρων κ.τ.τ. Πάντες αυτοί οι σπασμοί, και ειδικά το ραιβόκρανο, απαντούν και ως συμπτωματικοί νόσων οργανικών, π.χ. ληθαργικής εγκεφαλίτιδας κ.λ.π., επί των οποίων δέον να διακρίνονται, διότι νευρωσικοί σπασμοί είναι μόνον οι ψυχογενείς ιδιοπαθείς τοιούτοι.
    6) Οι επαγγελματικοί ή λειτουργικοί σπασμοί, ως καλούμε τις συσπάσεις τις εμφανιζόμενες επί ατόμων εργαζομένων σε επαγγέλματα απαιτούντα την εκτέλεση λεπτών κινήσεων, π.χ. επί γραφέων, τηλεγραφητών, παικτών οργάνων κ.τ.τ. Οι συσπάσεις αυτές είναι οδυνηρές ενίοτε, άλλοτε δε δεν πρόκειται ειμή περί τρόμου και άλλοτε περί παραλύσεως των εν λόγω μυών μεθ’ αιμωδίας. Η τοιαύτη σύσπαση ή παράλυση αφορά την τέλεση ορισμένης κινήσεως, διότι διά τις άλλες οι μύες υπακούουν στην βούληση.
Γ΄) Τις συγκινητικές νευρώσεις, ως καλούμε παθολογικές καταστάσεις, μη σαφώς εισέτι καθορισμένες, συνιστάμενες εις διηνεκή έξαρση της συγκινητικότητας και εκδηλωμένες δια αντιδράσεων όμοιας φύσεως, κατά το μάλλον ή ήττον συνειδητές και συνιστάμενες σε τρόμο, αισθητικές και αισθητήριες διαταραχές, αδυναμία, άγχος, κατάθλιψη, σε κινητικέςς διαταραχές συνιστάμενες στην καλουμένη υστερική κρίση, μετά της δυσπνοϊκής και συγκοπικής αυτής μορφής, σε αγγειοκινητικές διαταραχές και δερμογραφία, σε τοιαύτες των εκκρίσεων, ως η διάρροια, πολυουρία, ανικανότητα κ.λ.π., και σε ψυχικές διαταραχές συνιστάμενες σε άγχος, όπερ, όταν δεσπόζει και η νεύρωση, η οποία φαίνεται κυρίως δι’ αυτού εκδηλούμενη, φέρεται στη βιβλιογραφία ως αγχώδης νεύρωση. Εκλήθη δε ούτως υπό του Gilbert Ballet, και κυρίως υπό του Freud, η μορφή εκείνη, στην οποία προεξάρχει το άγχος, και στην οποία περιλαμβάνει το υστερικό άγχος, το άγχος των διαφόρων φοβιών, ελαφρές τινές μελαγχολικές καταστάσεις αγχώδεις κ.τ.τ.
Δ΄) Τις νευρώσεις του υποσυνειδήτου αυτοματισμού, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υπναγωγικές καλούμενες νευρώσεις. Σε αυτές περιλαμβάνεται η ναρκοληψία, η επιληπτοειδής προσβολή μεθ’ ύπνου και ονείρων, οι εφιάλτες, η υπνοβασία, η καταληψία, οι υστερικές παραλύσεις, αναισθησίες, η υστερική αφωνία, η υστερική χορεία, η ρυθμική και η άρρυθμος, οι υστερικές συσπάσεις, η στένωση του οπτικού πεδίου, οι αμνησίες, οι μεγάλες κινήσεις και οι πλαστικές θέσεις, το υστερικό παραλήρημα μετά των υστερικών ψευδαισθησιών, ο υπνωτισμός και γενικά οι διάφορες υποσυνείδητες υστερικές διαταραχές.
Ε΄) Τις τραυματικές νευρώσεις, ως καλούμε διαφόρους διαταραχές, οι οποίες εκδηλώνονται διά φαινόμενων ανάλογων προς το της υστερίας, ήτοι διά φαινόμενων συγκινητικής νευρώσεως και τοιαύτης του υποσυνειδήτου αυτοματισμού (κρίση υστερική, τρόμος, παραλύσεις, αναισθησίες, αφωνία, αμνησία, αγγειοκινητικές διαταραχές, ατροφία) και οι οποίες επέρχονται κατόπιν τραυματισμού, ως π.χ. στα πεδία των μαχών, όταν βρίσκεται κανείς στην καλουμένη ζώνη των μεταβολών της πιέσεως, στις εκτροχιάσεις σιδηροδρομικών οχημάτων, κ.τ.τ. Οφείλονται δε είτε σε διάσειση, είτε σε αναστολή λειτουργίας των νευρικών κέντρων, είτε σε μετάπτωση και υποσυνείδητο αυτοματισμό λόγω της συγκινήσεως, διότι πρόκειται, κατά τον Freud, περί προσδέσεως στην τραυματική στιγμήν, ενώ κατά τους άλλους οι περιπτώσεις αυτές αποτελούν την καλούμενη φυσική υστερία.
Οι συγκινητικές νευρώσεις, οι του υποσυνειδήτου αυτοματισμού και οι υπναγωγικές, η αγχώδης, μετά τίνων των τραυματικών, αποτελούν την καλούμενη υστερία , ήτις ενδέχεται να παρουσιάζει προς τούτοις και φαινόμενα εκ των νευρώσεων του αυτονόμου συστήματος, και δη την καλούμενη υστερική ψευδοστηθάγχη, ως και το σύνδρομο του ειλεακού πλέγματος μετά των διαφόρων σπασμών, ως και παν άλλο φαινόμενο εκείνων. Διακρίνονται δε ταύτα τότε, λόγω της συνυπάρξεως και των άλλων υστερικών φαινόμενων, ήτοι των ρηθεισών κυρίως υστερικών νευρώσεων.
ΣΤ΄) Οι νευρώσεις καμάτου, ως δηλαδή καλείται η νευρασθένεια, ήτις εκδηλώνεται δια φαινόμενων καμάτου του νευρικού συστήματος.
Ζ΄) Οι ψυχώσεις ή ψυχονευρώσεις, ως καλούνται οι ιδιοπαθείς μη οργανικές ψυχικές παθήσεις, ως ή μανία, μελαγχολία, διανοητική σύγχυση, κατατονία, παραληρήματα συστηματικά και τα εκφυλογενή, η σχιζοφρένεια, η ιδεοληψία και τα διάφορα εκφυλιστικά στίγματα, η ηθική παράνοια κ.τ.τ., έτι δε και οι ψυχικές και τίνες νευρικές προσβολές της επιληψίας, ως και μερικές νευραλγίες. Περιγράφονται τέλος μεταξύ των νευρώσεων, οι χορειακές παραλύσεις, οι νευρικές διαταραχές της νόσου του Basedow, η τετανία, οι χορείοι (Hutington) και η ρυθμική, και άλλες νόσοι, οι οποίες συν τη πρόοδο των ιστολογικών μεθόδων δείχθηκαν οργανικές.
Οι νευρώσεις δεν έχουν σαφή όρια μεταξύ των, πολλάκις δε συνυπάρχουν μερικές αυτών, ώστε να μη δυνάμεθα να ομιλούμε περί πλήρους διαχωρισμού των, αλλά εκτός του βασιζόμενου επί των συμπτωμάτων με τις οποίες εκδηλώνονται. Παρατηρούνται δε οι νευρώσεις επί προδιατεθειμένων ατόμων, των ανηκόντων εις τον καλούμενο νευρικό ή νευρωτικό χαρακτήρα, ο οποίος επίσης δεν είναι καθορισμένος. Οφείλονται δε κατά μεν τον Freud στην πίεση των ερωτικών επιθυμιών και τάσεων, στο υποσυνείδητο, και την ούτως παραγομένη σύρραξη μεταξύ της libido και της ελεγχούσης συνειδήσεως, κατά δε τον Adler οφείλονται στη λόγω κατωτερότητας λειτουργικής ή και ανατομικής οργάνου τινός παραγομένης ψυχικής υπεραναπλήρωσης, με άλλα λόγια στο αίσθημα της επιβολής και δυνάμεως. Κατ’ άλλους δε οφείλονται σε διαφόρους συγκινήσεις, σε κάματο, σε απογοητεύσεις, σε καταβολή του νευρικού συστήματος και νευροδυναμικής πτώση, σε εγκατάσταση έξεων παθολογικών, ως και στην φύση υπάρχουσαν προδιάθεση στη διάπλαση προς μερική τούτων μορφή κ.τ.τ. Ως προς δε τι του αυτονόμου συστήματος, πάντες συμφωνούν ότι πρόκειται περί λειτουργικών διαταραχών αυτού, τουτέστιν ανισορροπίας και επικρατήσεως παθολογικής, πότε μεν του συμπαθητικού, πότε δε του παρασυμπαθητικού, εξαιρετέων μόνον των περιπτώσεων των παρατηρουμένων επί υστερίας (συγκινητικής νευρώσεως και τοιαύτης επί υποσυνειδήτου αυτοματισμού), πότε είναι και αυτά ψυχογενή και εκδηλωτικά, δια του συμβολισμού γεγονότων σχετικών προς την προκαλέσασα αιτία.
Η θεραπεία και η πρόγνωση εξαρτάται εκ της μορφής εκάστης και της αιτιολογίας. Κατά κανόνα οι νευρωσικές παθήσεις είναι ιατές, παρεκτός των εξ έξεων δυσίατων, και των μονιμοποαιθεισών. Οι υστερικές θεραπεύονται διά πάσης σχεδόν μεθόδου, οι δε λοιπές αιτιολογικά και συμπτωματικά.
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος  Ιη΄, σσ. 226-227
ΨΥΧΑΣΘΕΝΕΙΑ
Ψυχοπαθολογία
Υπό το όνομα τούτο ο Jannet απεχώρισε ως ιδίαν νοσηρά οντότητα ψύχωση, χαρακτηριζομένη δια της πνευματικής του ασθενούς διαύγειας έναντι των ιδίων αυτού συμπτωμάτων, τα οποία είναι ιδεοληψίες, ιδεοληπτικές παρορμήσεις, διανοητικές μανίες, φοβίες, tic, παραληρήματα αμφιβολίας και επαφής, αγωνίες, συναισθήματα ατέλειας και αποπροσωποποιήσεως. Τα μερικά ταύτα σύνδρομα ήσαν και πρότερο γνωστά ως κεχωρισμένες ψυχοπαθητικές διαταραχές. Πρώτος ο Esquirol το 1832 έγραψε περί των μονομανιών. Μετά από αυτόν ο Morel το 1860 περιέγραψε αυτές υπό το όνομα συγκινητικά παραληρήματα, ο δε Magnam τις συμπεριέλαβε στις εκφυλογενείς καταστάσεις. Τις ιδεοληψίας μελέτησαν επίσης ο Seglas στα «Κλινικά μαθήματα» αυτού (1902), ο Pities-Regis και ο Arnaud. Αλλά στο Jannet ανήκει η τιμή ότι συνένωσε αυτές σε μία νοηρά οντότητα, την ψυχασθένεια. Ο Jannet μελέτησε τις τρεις τάξεις των συμπτωμάτων, δια των οποίων εκδηλώνεται η ψυχασθένεια. Αυτά είναι: 1) Οι ιδεοληψίες, οι οποίες παρά τις διαφορές των έχουν κοινούς χαρακτήρες: φέρονται επί των πράξεων, οι οποίες ενδιαφέρουν ειδικά την βούληση, κρίνονται ως κακές- υπό του ασθενούς, είναι ενδογενείς εκ της διανοητικής του υποκειμένου υποστάσεως και εκδηλώνουν βαθειά διαταραχή της εγκεφαλικής λειτουργίας του ατόμου. Το εμφανίζων τις ιδεοληψίες άτομο ευρίσκεται έναντι αυτών σε ειδική κατάσταση: φαίνεται ότι τις υφίσταται παθητικά, αλλά όμως τις συντηρεί και τις κάνει να διαρκούν, ευχαριστείται να τις θεωρεί ως τρομακτικό γεγονός χωρίς να υποχωρεί, υποφέρει και οδύρεται, αλλά τις επικρίνει. 2) Οι επιτακτικές διεγέρσεις και ερεθισμοί, μετά ή άνευ ιδεοληψιών παρατηρούμενοι. Αυτές συνίστανται σε υπερλειτουργία διανοητική ή συγκινητική ή κινητική, εξ ων το άτομο δεν δύναται να απομακρυνθεί, παραπονούμενο ότι ακουσίως και επιτακτικά αναγκάζεται να σκέπτεται κατά τρόπον έντονο, να κάνει κινήσεις άσκοπες ή και να δοκιμάζει συγκινήσεις ισχυρές και αδικαιολόγητες, ήτοι άνευ αίτιας.
Εκ των διεγέρσεων τούτων οι διανοητικές, όταν είναι διάχυτες, εκδηλώνονται δι’ επισωρεύσεως εις το πνεύμα συνειρμών ιδεών, ζητημάτων ενδιαφερόντων το άτομο, όπερ κυριαρχείται υπό εντόνου ονειροπολήσεως, όταν δε είναι συστηματικές, αποτελούν τις καλούμενες διανοητικές μανίες της επαληθεύσεως, αριθμήσεως κ.λ.π. Οι κινητικές, όταν είναι διάχυτες, εκδηλώνονται διά κρίσεων, προσπαθείας, βαδίσματος ή λόγου, όταν δε είναι συστηματοποιημένες, διάτων διαφόρων tic, τα οποία κυρίως διακρίνονται εις tic τελειοποιήσεως και tic αμύνης. Οι συγκινητικές τέλος διεγέρσεις εκδηλώνονται, όταν είναι διάχυτες, δια της αγωνίας και του άγχους, όταν δεν είναι συστηματικές, δια των διαφόρων φοβιών. 3) Στα συμπτώματα αυτά της ψυχασθένειας ο Jannet προσθέτει τα στίγματα της ψυχολογικής ανεπαρκείας, ήτοι τα υποκειμενικά συναισθήματα ατελείας, δυσκολίας, αποπροσωποιήσεως, τα οποία αντιστοιχούν και εις αλλοιώσεις αντικειμενικές της διανοητικής λειτουργίας, διότι η προσοχή είναι δυσχερή, και επίπονη,  η κατανόηση βραδεία, η ανάμνηση δύσκολη, η πίστη και η βεβαιότητα ελλείπουν, μη εμφανιζόμενες εις ουδέν σημείο, και η ονειροπόληση τείνει να αντικαταστήσει παν διανοητικό έργο. Στην βουλητική ενεργητικότητα η αβουλία, η αμέλεια, το αναποφάσιστο, ο δισταγμός. Στην συναισθηματικότητα η συγκινητική αδιαφορία προς παν ότι δεν ενδιαφέρει τις νοσηρές απασχολήσεις και σε αυτές η ανησυχία, η ανάγκη να διευθύνεται και να υποστηρίζεται, να ενθαρρύνεται.
Ποιούμενος έπειτα την σύνθεση των συμπτωμάτων τούτων ο Jannet, προσπαθεί να καθορίσει ποια ομάδα εκ τούτων είναι το βασικό σύμπτωμα, και απορρίπτων την διανοητική θεωρία την οποία υποστηρίζουν ο Westphall, ο Meynert, ο Tampurini, ο Magman κ.α.), δεχόμενη ως βασικό σύμπτωμα τις ιδεοληψίες, και την συγκινητική (την οποία υποστηρίζουν ο Morel, ο Wille, ο Brosius, ο Wernicke, ο Kraft-Ebbing, ο Feré, ο Seglos-Regis κ.α.), δεχόμενη ως βασικό σύμπτωμα την συγκινητική κατάσταση, ίδρυσε την δική του θεωρία, κατά την οποία μόνο τα ψυχασθενικά στίγματα δύνανται να εξηγήσουν την τοιαύτη κατάσταση, διότι στα ταύτα υπάρχει ένα σύμπτωμα ικανό να ερμηνεύσει εν πρώτης όλα αυτά τα στίγματα και έπειτα τις ιδεοληψίες και τους επιτακτικούς ερεθισμούς. Δια να κατάδειξη αυτό ο Jannet, διατυπώνει την θεωρία της ιεραρχίας των ψυχικών λειτουργιών, θεωρών ως ανωτέρα λειτουργία την λειτουργία της πραγματικότητας (=fonction du réel, ήτις είναι λειτουργία συνισταμένη στην βουλητική ενέργεια, την προσοχή και τον σχηματισμό στο πνεύμα της ιδέας του παρόντος. Με αυτήν έρχονται οι άνευ ενδιαφέροντος λειτουργίες, οι οποίες είναι οι ίδιες παρ’ έκτος του συναισθήματος της πραγματικότητας. Τρίτος βαθμός είναι οι παραστατικές λειτουργίες: μνήμη, φαντασία, ονειροπόληση, έπειτα οι συγκινήσεις, οι άνευ σχέσεων προς την παρούσα κατάσταση, και τελευταίος βαθμός οι μυικές κινήσεις, συστηματικες και διάχυτες.
Η τοιαύτη ενότητα συνθέσεως και πλούτου των λειτουργιών καλείται ψυχολογική τάση, ήτις εμφανίζει διαφόρους ποικιλίας. Στους ψυχασθενικούς λείπει η λειτουργία της πραγματικότητας. Ο ασθενής δεν έχει εν τη σκέψη του αρκετό πλούτο και σύνθεση, δια να προσαρμοσθούν στο παρόν. Η ελάττωση αυτών εξηγεί το συναίσθημα ατέλειας, δυσκολίας, ανεπαρκείας, αποπροσωποποιήσεως, ως και τις διαταραχές διάνοιας, βουλητικότητας και συναισθηματικότητας. Οι επιτακτικοί ερεθισμοί επέρχονται ως παροχέτευση στη θέση των ανώτερων φαινόμενων, τα οποία δεν συμβαίνουν πλέον. Η πτώση της τάσεως προκαλεί όχι μόνον τις διαταραχές ενεργείας, αλλά και όλη την μετέπειτα συμπτωματολογία. Τα φαινόμενα της ανεπαρκείας, τα οποία είναι γενικά φαινόμενα, έδει να παράγονται σε όλες τις πράξεις, αλλά ειδικοποιούνται, και η πτώση της προσοχής, της βουλήσεως, της αισθηματικότητας, εκδηλώνεται έναντι μιας μόνον πράξεως, της οποίας η ατελής εκδήλωση προκαλεί την παροχέτευση. Εξ άλλου η παροχέτευση ή διάχυτος τείνει να λάβει σύστηματική μορφή, εξ ου η μονομανία, το tic, η φοβία κ.λ.π. Συνεπώς ένα γεγονός, η ψυχολογική υπόταση, εξηγεί όλη την συμπτωματολογία της νευρώσεως. Αίτια δε αυτής, μετά την ειδική ιδιοσυστασίαν, ήτις εκδηλώνεται και στις οξείες καταστάσεις, ούσα κυρίως έκδηλος στην χρόνια, είναι οι τραυματισμοί, η υπερκόπωση, διανοητική ή συγκινητική, οι καταχρήσεις, οι χρόνιες νόσοι, οι λοιμώξεις. Την ύπαρξη της ψυχασθένειας ως νόσου ιδιαίτερης δεν δέχθηκαν πάντες. Οι πλείστοι θεωρούν αυτήν ως διανοητική μορφή της νευρασθένειας.
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιδ΄, σελ. 862
ΝΕΥΡΑΣΘΕΝΕΙΑ
Ιατρική
Ο όρος αυτός, απαντάται ήδη στον Ιπποκράτη και Γαληνό, μόνον από του 1883, οπότε ο Beard καθόρισε τα κύρια σημεία της νόσου αυτής και έθεσε ως βάση αυτής την νευρική εξάντληση, αντιστοιχεί προς ειδική καθορισμένη νόσο. Προ της εποχής αυτής συγχέονταν προς πλείστες νόσους, νευρικές και άλλες, ώστε δικαίως ελέχθη ότι πάσα απορία Ιατρού είναι νευρασθένεια. Έπειτα δε δια του Charcot, Bouveret, Ballet, Déjérine,  και των μαθητών του, Camus, Thomas, Gauckler μελετήθηκε και καθορίσθηκε πληρέστερα.
Εκδηλώνεται δε η νόσος αυτή διά των κάτωθι συμπτωμάτων, ων τα μεν βασικότερα, καλούμενα και νευρασθενικά στίγματα, είναι:
1) Κεφαλαλγία, ήτις είναι πότε μεν ολική, απαρτίζεται δε εξ αισθήματος πόνου και πιέσεως άμα, δίκη περικεφαλαίας (=νευρασθενικό κράνος), πότε δε μερική, ήτοι μετωπική, ινιακή, βρεγματική κ.τ.τ.
2) Εξασθένηση της κινητικής ενεργείας, εξ ου κάματος επί τη ελάχιστη κίνηση, αδυναμία των κάτω άκρων, υφίζηση των γονάτων και ανάγκη άμεσου αναπαύσεως· αστάθεια βαδίσματος, εξ ου ο νευρασθενικός του τύπου τούτου ομοιάζει προς αταξικό, όταν μάλιστα υπάρχει και μεγάλη ελάττωση της ανακλάσεως του γόνατου. Παρατηρείται βραδύτητα εκτελέσεως κινήσεων, ανορεξία εργασίας και στενοχώρια.
3) Ραχιαλγία, δηλαδή συναίσθημα πόνου άμα και πιέσεως κατά το άνω μέρος της σπονδυλικής στήλης ή κατά την ιερά χώρα (ιερά πλάξ) ή κατά την οσφυϊκή κ.τ.τ.
4) Ατονία γαστροεντερική, εξ ης όρεξη ιδιότροπος, δυσπεψία εργώδης, μετεωρισμοί, ερυγές, υπνηλία, μετά την λήψη τροφής, αίσθημα καύσου κατά το στομάχι, παροξυντικό, απίσχνανση, ωχρότητα και κατάθλιψη μετ’ ιδεών υπάρξεως οργανοπαθειών διαφόρων· σπαγχνοπτωσία, διάταση του στομάχου είναι συνήθεις, ως και η δυσκοιλιότητα.
5) Αϋπνία.
6) Φαινόμενα εκ του νευρικού συστήματος· ίλιγγοι, ανώμαλες αισθήσεις, ως οι μυρμηκιάσεις, αιμωδίες, αίσθημα καύσου, αίσθημα λειτουργίας των διαφόρων οργάνων, ως της καρδιάς, του στομάχου κ.τ.τ., και ιδέες των αρρώστων, συνεπεία των αισθήσεων τούτων, ή πρωτοπαθείς, ότι δεν εργάζονται καλά διάφορα όργανα αυτών, ότι φέρουν οργανικές παθήσεις τούτου ή εκείνου του οργάνου, κατ’ εξοχήν δε εκ του πεπτικού συστήματος· αβουλία, αμφιβολία ως προς την μνημονική αυτών ικανότητα, αστάθεια προσοχής και άγχος. Ένεκα τούτων πάντων παρατηρείται ειδική απασχόληση του πάσχοντος περί εαυτόν, ήτοι τα ενοχλήματα αυτού, δια τα οποία και καταφεύγει σε διαφόρους ιατρούς, κλινικές, εργαστήρια, για να εξετασθεί και βρει την αιτία της νόσου και την θεραπεία αυτής. Μελετά απλήστως ιατρικά συγγράμματα, και μετ’ ανάγνωση των καθ’ εκάστη νόσων νομίζει ότι εκ ταύτης πάσχει, ουχί δε σπανίως έπειτα αιτιάται και εκ μερικών εκ των αναγνωσμένων συμπτωμάτων αυτής, μέχρις ότου μελετήσας νέα νόσο νέα τοιαύτα αιτιαθεί.
Εκτός των βασικών τούτων συμπτωμάτων παρατηρούνται και άλλα, τα δευτερεύοντα, καλούμενα, ως μη απαντώντα εφ’ όλων των περιπτώσεων, σπουδαιότατα όμως όντα, διότι εξ αυτών χαρακτηρίζεται και η μορφή της νευρασθένειας. Αυτά είναι:
Εκ μέρους μεν του νευρικού συστήματος, οδυνηρές συνολκές, τρόμοι, υπεραισθησίες διάφορες, ως η οδυνηρή ακουστική υπεραισθησία, ασθενωπία, σκότωμα, διαταραχές της οσφρήσεως και της γεύσεως, αστασία και διαταραχές ισορροπίας εν γένει, απότοκοι κυρίως των παραισθήσεων «ότι πίπτει ο ασθενής, ότι σύρεται το έδαφος υπό τους πόδας αυτού» μετά ποιας τίνος ελαττώσεως· των ανακλάσεων των γονάτων· χαρακτηρίζουν δε αυτά την εγκεφαλονωτιαία καλούμενη μορφή της νευρασθένειας, ή αταξική.
Η ύπαρξη των αυτών αισθητικών διαταραχών, μετά των αισθημάτων ενεργειοαισθησίας και διαφόρων άλλων κοιναισθητικών διαταραχών, και μετά καθαρών ψυχικών τοιούτων, όπως αγοραφοβίας, κλειστοφοβίας, ανθρωποφοβίας, χαρακτηρίζουν την καλούμενη ψυχασθενική μορφή της νευρασθένειας, ή εγκεφαλική, την οποία μερικοί μετά του Janet θεωρούν ως αυθύπαρκτη νόσο και καλούν ψυχασθένεια, ενώ άλλοι θεωρούν ως νευρασθένεια συνυπάρχουσα μετά των εκφυλιστικών ψυχικών στιγμάτων.
Εκ μέρους του γεννητικοΰ συστήματος έχουμε πριαπισμό στην αρχή, μετά ονειρώξεων, χαλάσεως του κρεμαστήρα και έπειτα απόληξη σε πλήρη ανικανότητα, παρά δε τη γυναίκα και πτώση των γεννητικών οργάνων και των νεφρών· προς τούτοις δε και ουρητικά καυστικά φαινόμενα, ως σχετική ισχουρία ή ούρηση σε πλείονες πράξεις ή σχετική ακράτεια. Την μορφή αυτή καλούν γενετήσιο νευρασθένεια.
Εκ μέρους του κυκλοφορικού συστήματος παρατηρούνται: ταχυκαρδία, αρρυθμία, έκτακτες συστολές, βάρος προκάρδιο, αίσθηση λειτουργίας της καρδιάς, ελάττωση της αρτηριακής πιέσεως, πτώση του τόνου όλων των αγγείων (και των φλεβών), αναιμία, φαινόμενα χαρακτηρίζοντα την καρδιακή νευρασθένεια. Όταν δεσπόζουν οι εκ του στομάχου ενοχλήσεις, ή δυσπεψία, ή δυσκοιλιότητα, υπάρχει δε πτώση του στομάχου και ανευρυσμός αυτού μετά πέψεως εργώδους και αισθήσεως της λειτουργίας του στομάχου, η μορφή χαρακτηρίζεται ως πεπτική μορφή της νευρασθένειας. Εις την μορφή αυτή υπάρχουν προς τούτοις και απίσχνανση, τεντώματα κ.τ.τ.
Εκ του αναπνευστικού παρατηρούνται τέλος μερικές διαταραχές σπανίως, ως και τραυλισμός.
Η διάγνωση της νευρασθένειας δεν είναι ευχερής, διότι συγχέεται προς την δια νευρασθενικών συμπτωμάτων αρχομένη προϊούσα παράλυση, προς διαφόρους οργανικές παθήσεις του εγκεφάλου στην αρχή, ως οι όγκοι, μάλιστα δε η εγκεφαλική σύφιλη. Επίσης συγχέεται προς μερικές καταστάσεις αρτηριοσκληρύνσεως, τον ίλλιγο του Menière, την νόσο του Basedow, τις κυκλοθυμικές καταστάσεις, την υποχονδρία ιδίως, τις εκφυλογενείς καταστάσεις, τις εκδηλωμένες δι’ ιδεοληψιών και διαφόρων άλλων νευρικών διαταραχών. Επίσης συγχέεται προς την νωτιάδα φθίση, ιδίως κατά την πρώτη και δεύτερη περίοδο αυτής, όταν μάλιστα συνυπάρχει με γεννετήσιο μορφή. Όχι σπάνια συνυπάρχει μεθ’ υστερίας και διαφόρων εκφυλογενών καταστάσεων, κυκλοθυμίας, υποχονδρίας, οπότε συγχέονται τα όρια της αποκλειστικής απασχολήσεως της νευρασθένειας  από της υποχονδρίας. Το χαρακτηριστικό της νευρασθένειας είναι ότι δεν υπάρχει παραληρητική ιδέα και υπάρχει διανοητική ακεραιότητα.
Η νευρασθένεια ως προδιαθετικά μεν αίτια αυτής έχει την νευροαρθριτική κληρονομικότητα, άμεσα δε τον κάματο τον εγκεφαλικό, ως και πάσα αιτία προκαλούσαν εξάντληση του νευρικού συστήματος, ως οι δηλητηριάσεις, δυσπεψία, ηπατική ανεπάρκεια, αναιμία· ψυχικά δε αίτια αυτής είναι οι απογοητεύσεις, επαγγελματικές και ηθικές, οι επερχόμενες κατά την περίοδο του σχηματισμού του χαρακτήρα, ήτοι μεταξύ του 20 - 30ου έτους, δι’ ο και συνήθως κατά την ηλικία αυτή παρατηρείται. Κατά τον Déjérine, η νευρασθένεια οφείλεται εις την αποκλειστική απασχόληση του ατόμου περί εαυτό, η τοιαύτη δε κατάσταση συνεπάγεται την αυτοπαρατήρηση και αυτοεξέταση και την εκ τούτων δια της υποβολής και άλλως επερχόμενη συμπτωματολογίαν των διαφόρων ενοχλημάτων. Το τοιούτο δεν είναι αληθές, διότι στις περιπτώσεις εκείνες η αποκλειστική απασχόληση γεννάται εκ των διαφόρων επανειλημμένων εξετάσεων, γινομένων ουχί εκ της προαίρεσης του ασθενούς, αλλά υπό των ιατρών, οι οποίοι λόγω της επαναλήψεως εγκαθίστανται ως έξη. Της έξεως αυτής εγκατάστασης, ο άρρωστος έρευνα προς ανεύρεση της νόσου, δι’ της οποίας διατάχθηκαν οι εξετάσεις, ως τοιαύτης δ’ υποτιθεμένης πότε μεν ταύτης της νόσου, πότε δ’ εκείνης, γεννάται όλη η συμπτωματολογία της νόσου. Τέλος δε, του αρρώστου μελετήσαντος ή πληροφορηθέντος τα της νευρασθένειας και αναγνωρίσαντος εν αυτή μερικά των συμπτωμάτων αυτού εξ αυθυποβολής, γεννάται και η λοιπή συμπτωματολογία. Δεν πρόκειται συνεπώς στις περιπτώσεις αυτές ειμή περί αυτοματισμού Ιατρικών εξετάσεων, εξ ων γεννάται αποκλειστική απασχόλησης μετ’ επακόλουθου υποχονδριακής-νευρασθενικής συμπτωματολογίας, και άρα περί διαφόρου καταστάσεως της νευρασθένειας της κλασσικής. Υπάρχουν δε και άλλες περί αυτής θεωρίες. Έτσι, κατά τους πλείστους η νευρική εξάντληση είναι η αιτία της νευρασθένειας. Κατά τον Bouchard η αυτοδηλητηρίαση εκ διατάσεως του στομάχου είναι η αιτία αυτής, κατά τον Glenard η σπλαγχνοπτωσία, τον Gilbert η χολαιμία, τον M. de Fleury, η ελάττωση του φυγοκέντρου νευρικού αποφορτισμού, εκ χρήσεως μεγάλης του νευρικού συστήματος, κατά τους Feissier και Londe η εξάντληση της παρεγκεφαλίδας, κατά τον Hartenberg η πτώση του δυναμικού, και κατά τον Freud ο αυνανισμός· ήτοι οι πλείστοι θεωρούν την εξάντληση του νευρικού συστήματος διαφόρου αιτίας. Εκ τούτου, λαμβανομένου υπ’ όψη ότι συν την πρόοδο τα αίτια της νευρικής καταπονήσεως άμα, και της ηθικής αυξάνουν, εξηγείται γιατί η νευρασθένεια αυξάνει συν εκείνη, και άρα είναι νόσος του πολιτισμού.
Η πρόγνωση είναι σχετικώς καλή· εξαρτάται δε εκ των αιτίων της νόσου, διότι η κληρονομική μορφή αυτής βραδέως ή ουδέποτε ιάται, ενώ η επίκτητος και συμπτωματική ιάται αναλόγως της προκαλούσης αιτίας. Η επίκτητος μορφή, κατά Déjérine, ιάται ευκόλως δια της παύσεως της έξεως του εξετάζεσθαι. Γενικά δ’ η θεραπεία είναι τούτο μεν αιτιολογική, ήτοι άρση κάθε οργανικού αίτιου ή ψυχικού, τούτο δε ψυχική, δια της απασχολήσεως περί τον εξωτερικό κόσμο, αποφυγής συγκινήσεων, αποφυγής μονώσεως και αυτοσυγκεντρώσεως, δια της καταλλήλου ψυχοθεραπείας και πειθούς και της εγκαταστάσεως έξεως σταθερής και φυσιολογικής. Φαρμακευτικά χρησιμοποιούμε τονωτικά και λουτρά προς αποτοξίνωση και λοιπή συμπτωματική θεραπεία.
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιη΄, σσ. 216-217
ΙΔΕΟΛΗΨΙΑ
Η εμφάνιση και επιβολή επί του πνεύματος ιδεών και αισθημάτων ξένων προς το ενσυνείδητο εγώ, οχληρών ή ανωφελών.
Ψυχιατρική
Οι ιδέες οι οποίες καταλαμβάνουν το πνεύμα του πάσχοντος, δύνανται να οδηγήσουν στις εξής κατηγορίες ιδεοληψίας: Ιδεοληψία ασεβείας, κατά την οποίαν ο πάσχων, καίτοι θεοσεβής, αισθάνεται την ανάγκη να βλασφημήσει (1), κατά την στιγμή που προσεύχεται, ή αφομοιώνει στο πνεύμα του τον Χριστό με τον διάβολο. Ιδεοληψία εγκλήματος, κατά την οποία ο πάσχων ανακινεί κατά νουν την ιδέαν κακοποιήσεως ή φόνου κατά των προσώπων, τα οποία ακριβώς αγαπά περισσότερο. Δι’ ενδελεχούς ψυχαναλύσεως ανακαλύπτει τις πράγματι ενδόμυχο εχθροπάθεια ή μίσος, του όποιου το άτομο αγνοεί ή έχει λησμονήσει την αιτία. Ταύτην δέον ν’ αναζητήσουμε στο άμεσο οικογενειακό αυτού περιβάλλον: επιπλήξεις, τιμωρίες, ύβρεις, ραπίσματα, τα οποία έλαβε παιδί  ακόμη παρά των γονέων ή παρά των πρεσβυτέρων αδελφών. Αν τα μικρογεγονότα αυτά λησμονήθηκαν και εξαφανίσθηκαν από το πεδίον της συνειδήσεως, τούτο δεν σημαίνει, ότι έπαυσε ωσαύτως υπάρχουσα και υποβόσκουσα η δυσάρεστος συναισθηματική κατάσταση, η οποία τα συνόδευσε άλλοτε· διά τούτο, όταν αργότερα η συναισθηματική αυτή κατάσταση αναζωπυρωθεί, προκαλεί ανάλογους παραστάσεις και ιδέας και επιβάλλεται ισχυρώς στο πνεύμα. Όχι σπάνια η ιδεοληψία εγκλήματος συνοδεύεται και από παρόρμηση προς έγκλημα, του οποίου την διάπραξη θέλοντας να αποφύγει ο πάσχων, καταλαμβάνεται υπό απέχθειας και φόβου επί τη απλή θέα φονικού αντικειμένου, όπως μαχαίρας, πυροβόλου όπλου, σφύρας κ.λ.π. Ισχυρά και εκπλήσσουσα λόγω της εμμονής της ιδεοληψίας και παρόρμηση προς έγκλημα παρουσιάζουν οι λεχώνες χρόνο τινά μετά τον τοκετό· μισούν και επιθυμούν τον θάνατον του ιδίου τέκνου των ή του συζύγου. Εις την παραγωγή του είδους τούτου της ιδεοληψίας συμβάλλει και η συμπαρομαρτούσα αναστολή των ανώτερων λειτουργιών της ευκοσμίας και της αυτοκυριαρχίας των κακών ροπών. Ιδεοληψία αίσχους εαυτού, κατά το οποίο το άτομο όχι μόνον δεν είναι ευχαριστημένο διά τον εαυτό του και διαρκώς τον υποβιβάζει, αλλά και κατέχεται υπό τής ιδέας, ότι παν ό,τι πράττει ή παν ό,τι του ανήκει είναι κακό. Το φαινόμενο αυτό συνοδεύεται και από τύψεις της συνειδήσεως διά πράγματα, των οποίων εν τούτοις το άτομο αναγνωρίζει ότι δεν είναι υπαίτιο. Ενί λόγω, υπάρχουν τόσων ειδών ιδεοληψίες όσες είναι και οι ιδέες, οι οποίες δύνανται να παραχθούν στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Δύο τινά πρέπει ιδιαιτέρως να τονιστούν: 1) ότι η ιδεοληψία εμφανίζεται επί άτομο ευσυγκινήτων, άβουλων, αναποφασίστων και ανήσυχων· και 2) ότι η ιδεοληψία, η οποία αφορά σε φόβους διαπράξεως κακού τίνος, αποκαλύπτει ωσαύτως ενδόμυχες επιθυμίες αγνοούμενες από το άτομο και βαθέως στο υποσυνείδητο αυτού κεκρυμμένες. Δια της ψυχαναλύσεως του Φρόυντ όχι μόνον κατορθώνεται η αποκάλυψη των υποσυνειδήτων πόθων, αλλά και η θεραπεία της ιδεοληψίας, την οποία αυτή προκαλούν.
Σημειώσεις α.α.
1. Η συμβουλευτική του Πνευματικού Πατέρα είναι σημαντική σε μια τέτοια κατάσταση.
Πηγή: Κουρέτας Δ., Ιατρός, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιβ΄, σσ. 844-845
ΠΑΡΟΡΜΗΣΕΙΣ
Η ενέργεια του παρορμάν, παρακίνηση, προτροπή.
Ψυχοπαθολογία
Καλείται παρόρμηση η επιτακτική και ακατανίκητη τάση προς επιτέλεση ανακλαστικών πράξεων. Οι παρορμήσεις είναι κυρίως ενδογενείς, σπανιότερα δε προκαλούνται εξ έξωθεν ερεθισμάτων (ψευδαισθητικών ή πραγματικών αντιλήψεων), όταν αυτά είναι συνδεδεμένες προς την πράξη και αποτελούν μετ’ αυτής μία συνειρμική ολότητα, η οποία τίθεται εις ενέργεια τότε υπό του ερεθισμού εκείνου και ολοκληρώνεται. Συνήθως οι παρορμήσεις είναι αντίθετοι προς τον χαρακτήρα με τον οποίο εμφανίζεται το άτομο (ο θρησκευτικός λειτουργός π.χ. ή ο ηθικολόγος διαπράττει πράξεις αισχρές και ανήθικε, ή ο θεοφοβούμενος ή Ιερωμένος βλασφημεί τα θεία κ.τ.τ.), ισχυρές και επιτακτικές, ταχείες στην εκτέλεση και επαναλαμβάνονται πολλές φορές.
Οι παρορμήσεις διακρίνονται:
1) Σε απλές ανακλαστικές ή κινητικές (ή νωτιαίες, κακώς, καλούμενες), οι οποίες επιτελούνται άνευ συμμετοχής της συνειδήσεως και εν αγνοία αυτής, και οι οποίες δεν διαφέρουν των ανακλάσεων εκτός κατά το ότι είναι πολύπλοκες και αποτελούνται από κινήσεις συνηρμοσμένες προς επιτέλεση πράξεως διαφοροποιημένης. Σε αυτές υπάγονται οι επιληπτικές παρορμήσεις (πράξεις φυγής, πλανήσεις, εγκληματικές πράξεις, ως φόνοι, εμπρησμοί, καταστροφές αντικειμένων κ.τ.τ.), οι παρορμήσεις οι διαπραττόμενες υπό το κράτος μέθης σε πλήρη ασυνειδησία, και τέλος μερικά tic εξ έξεως, καταστάντα ασυνείδητα. Προς αυτές ομοιάζουν οι μορφασμοί, οι στερεοτυπίες και οι διάφορες πράξεις των εκ σύμφυτου διανοητικής εξασθενήσεως πασχόντων και των ανοϊκών. Οι κινητικές παρορμήσεις είναι φαινόμενο αυτοματισμού των κινητικών κέντρων σε αποχωρισμό, λόγω απουσίας της συνειδήσεως ή νάρκης αυτής. Τα κέντρα αυτά βρίσκονται στον εγκέφαλο (κινητική ζώνη, παρεγκεφαλίδα και πυρήνες εγκεφαλικοί).
2) Σε ιδεοκινητικές, ως καλούμε τις πράξεις οι οποίες επιτελούνται ευθύς ως η ιδέα αυτών να έλθει στην συνείδηση, χωρίς αυτή να προλαμβάνει να εκφέρει γνώμη. Πρόκειται δηλαδή εδώ περί αυτοματισμού της ιδέας της επιτελούμενης πράξεως, άγοντος σε πραγμάτωση αυτής. Οφείλονται δε ή σε μεγάλη διέγερση των νευρώνων, με τους οποίους επιτελείται ή ολότητα της παρορμήσεως, παρατηρούμενη στην μανία και σε μερικές περιπτώσεις λήψεως ναρκωτικο-διεγερτικών ουσιών, όπως το χασίς, η κοκαΐνη και τα τοιαύτα (στα οποία έχουμε έντονη ιδεοκινησία, εξ ου και τα εγκλήματα τα διαπραττόμενα στις καταστάσεις αυτές), ή σε απομόνωση της ολότητας της παρορμήσεως, οπότε, μη υπαρχούσης άλλης οδού διεκδικούσης το ερέθισμα, άγεται αυτό ταχέως στην μόνην υπάρχουσα οδό. Παράγεται δ’ η τοιαύτη απομόνωση (circuit)σε υστερικές και συγκινητικές καταστάσεις εκ συναισθηματικών εξάρσεων των ιδεών, ή τέλος σε αμφότερα, διότι η συναισθηματική έξαρση των ιδεών προκαλεί απομόνωση και αύξηση της δυναμικότητος, της ιδέας, ήτις είναι υπ’ αυτής πεφορτισμένη. Εκτός όμως αυτών υπάρχουν και περιπτώσεις ανθρώπων από χαρακτήρα αντιδρώντων ούτως, των καλουμένων ατόμων παρορμητικού τύπου, ο οποίος εμφανίζει το φαινόμενο της ιδεοκινησίας διά πάσα πράξη.
3) Σε παρορμήσεις, των οποίων το σφαλερό αναγνωρίζει ο πάσχων κατά τα μεσοδιαστήματα, ενώ κατά την οποία ώρα έρχεται η παρόρμηση, όσον και αν παραμείνει στην συνείδηση μετέωρη, φαίνεται αυτή ηθελημένη και ορθή. Αυτές οφείλονται σε συναισθηματικές εξάρσεις των ιδεών, παραγουσών κύκλωμα (circuit), ώστε τότε τα δυσάρεστα δεν έρχονται στην συνείδηση, ή επιφέρουν επικράτηση συναισθηματικών κρίσεων, δια μέσω των οποίων και τα δυσάρεστα ως ευάρεστα και τα μη ορθά ως ορθά κρίνονται. Επίσης παρατηρούνται σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η πράξη είναι συναισθηματικά ευχάριστη ή οργανικά και αισθητικά ευχάριστη, ως συμβαίνει με τις εξ έξεων παρορμήσεις και τις τοξικομανίες εξ εθισμού, στις οποίες η οργανική δυσάρεστης αίσθηση μετατρέπει και διευθύνει ανάλογα την όλη προσωπικότητα.
4) Σε ιδεοληπτικές, ως καλούμε τις παρορμήσεις, οι οποίες εξαφανίζονται παρά την βούληση του ατόμου, είναι ενσυνείδητες, επίμονες, προκαλούν άγχος, διότι η συνείδησης μάχεται να καταστείλει ή εμποδίσει αυτές, εξ ου άγχους ανακουφίζεται το άτομο πράττοντας την παρορμητική πράξη. Αυτές παρατηρούνται σε ψυχασθενικές και νευρασθενικές καταστάσεις, εις υστερία, εκφυλογενείς καταστάσεις, λοιμώδεις και τοξικές νόσους. Πολλάκις οφείλονται είτε σε έξεις, εξ αρχικά μικρές απερίσκεπτου υποχωρήσεως, είτε σε δυναμισμό εξ έξεως, πιεζούσης συνειδητή επιθυμία, είτε σε πίεση λανθάνουσας επιθυμίας κατά Freud, είτε είναι εκδήλωση της βουλήσεως του επιβάλλεσθαι, προς αναπλήρωση κάποιας κατωτερότητας (κάποιας μειονεκτικότητας) κατά τρόπον συμβολικό.
Ως παρορμήσεις δύνανται να εμφανισθούν παντοίες πράξεις. Είναι δ’ αυτές: παρορμήσεις προς tic, ως καλούμε τις παρορμήσεις τις αναπαριστώσας αρχική σκόπιμο κίνηση, παρορμήσεις προς μορφασμούς, χειρονομίες, παρορμήσεις προς προφορά λέξεων υβριστικών, κακόηχων βλασφημιών, παρορμήσεις προς πράξεις γελοίες, ανόητους, βλακώδεις, εμπαικτικές, προς πλανήσεις και δρόμο τροχάδην, προς άλματα, φυγή (δρομομανία), προς κλοπή (κλεπτομανία), προς πρόκληση πυρκαγιάς (πυρομανία), προς εκτροχιάσεις τραίνων, ανατινάξεις οικιών (δυναμιτιστές), προς ερωτικές πράξεις (επιδειξειομανία κ.τ.τ., σαδισμός, νεκροφιλία), προς θραύση αντικειμένων, προς πρόκληση φθοράς διαφόρων αντικειμένων (σχίσεις ενδυμάτων), προς αυτοκτονίαν και αυτοτραυματισμούς, προς ανθρωποκτονία, προς δηλητηριάσεις (τοξικομανία, διψομανία). Οι παρορμήσεις, οσάκις δεν είναι εκδήλωση σοβαράς τίνος άλλης ψυχικής νόσου, ως η επιληψία, ή άνοια κ.τ.λ., ιώνται, και δη οι συνειδητές, ήτοι εκείνες τις οποίες ενθυμείται κατόπιν ο πάσχων, ευκολότερα. Δεν ιώνται ευχερώς εκείνες, των οποίων η εκτελουμένη πράξη έχει πληρωθεί ισχυρού συναισθήματος και στις οποίες η αντίσταση προκαλεί οργανικές δυσάρεστες αισθήσεις, κατά τις οποίες δεν δύναται η βούληση να παλέψει, εφόσον ο άνθρωπος υποφέρει. Αλλά η ισχυρά βούληση κατορθώνει και αυτές να καταστείλει. Πάσα παρόρμηση γινομένη έξις προκαλεί πλήρωση της πράξεως αυτής από συναισθήματος, ώστε εφόσον περισσότερο χρόνο αφήνεται, επί τοσούτο δυσχερέστερο θεραπεύεται. Η θεραπεία είναι έτσι μεν αιτιολογική διά της άρσεως των οργανικών ή των ψυχικών αιτίων διά της ψυχαναλύσεως, έτσι  δε συμπτωματική, δια της έξεως, διότι αιρουμένου του αιτίου δεν αίρεται και η παρόρμησης η υπάρχουσα και ως έξη, δι’ ο μόνον αν εγκατασταθεί ως έξις και η άρση αυτής, μετά την άρση του αιτίου, θεραπεύεται αυτή.
Πηγή: Ζης Τάκης Α., Βοηθός Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος  Ιθ΄, σσ. 741-742
ΕΚΦΥΛΟΙ & ΕΚΦΥΛΙΣΜΟΣ
Ο εξεστηκώς του οικείου φύλου, ο αποβαλών τις ιδιότητες και δυνάμεις του ιδίου φύλου: «έκφυλος γενεά-οικογένεια», «έκφυλος λαός»
Ιατρική
Άτομο, ως επί το πλείστον μεν κληρονομικά, ενίοτε δε επίκτητα, επιβαρυμένο δια ελάττωσης της φυσικής και της ψυχικής αυτού αντιστάσεως. Ο εκ κληρονομικότητας έκφυλος κατάγεται από γονείς έκφυλους, ανισσόροπους ή αλκοολικούς. Ο δε επίκτητα καταστάς έκφυλος οφείλει την κατάστασή του σε κάποια χρόνια και εξαντλητική επίδραση (αλκοολισμό, σύφιλη, ελονοσία, καρκίνο, ραχιτισμό, φυματίωση, κ.λ.π.). Η κατάσταση του έκφυλου εκδηλώνεται δια στιγμάτων ως και ιδιαίτερης διανοητικής καταστάσεως. Στους έκφυλους, τους κληρονομικούς ιδίως παρατηρείται πάντοτε η ανισσοροπία, το άνισο, η αστάθεια στην ηθική και την διανοητική σφαίρα των λειτουργιών του εγκεφάλου. Ευρίσκονται αυτοί πολλές βαθμίδες κάτω των υγιών και φυσικά εχόντων ανθρώπων ή πλησιάζουν ή και υπερβαίνουν ενίοτε αυτούς κατά πολλούς βαθμούς στην εκδήλωση και την εξάσκηση των υψηλότερων ιδιοτήτων του ανθρώπου· αλλά ουδέποτε εξισώνονται προς τους κατά φύση έχοντας, καθόσον στο σύνολο χωρισμένοι από αυτούς μοιραία δια χασμάτων διανοιγόντων από την παθολογική επεξεργασία στην πνευματική και την ηθική τους σφαίρα, αυξανομένης ή μετριασμένης δια της οδού της κληρονομικότητας ανάλογα προς το ευνοϊκό ή μη των περιστάσεων της διασταυρώσεως των οικογενειών.
Πηγή: Σπεράντζας Γ.Σ., Ιατρός - Ακτινολόγος, Λόγιος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 855
Εκφυλισμός (ό) και εκφύλιση·  η ενέργεια του εκφυλίζειν, η αποβολή του οικείου φύλου, διαφθορά, αλλοίωση επί το χείρον· || «εκφυλισμός της νόσου» ή ελάττωσης της εντάσεως τής νόσου, «-της απεργίας,-της αντιδράσεως».
Παθολογία
Καλείται γενικώς εκφυλισμός, εκφύλισης, η εκφυλότης σύνολο μεταβολών και αλλοιώσεων είτε ιστοί τνος ή οργάνου, είτε οργανικού τίνος όντος. Διαστέλλεται δε εις εκφύλιση σωματική ή φυσική και σε εκφύλιση εγκεφαλική ή διανοητική, ήτοι ψυχική. Και η μεν πρώτη επιφέρει παρακώλυση ή κατάλυση της λειτουργίας του πεπανθώτα ιστού ή οργάνου και χαρακτηρίζεται κυρίως ουχί δια μεταλλαγής ή μεταμορφώσεως των κυττάρων και των εκγόνων αυτών και μεταπτώσεως αυτών εις έτερον είδος ή γένος κυττάρων και ιστών, αλλά πότε μεν δι’ υπερτροφίας, πότε δε δια ατροφίας, πότε δε διά νεοπλασίας και, εν ολίγοις, δι’ υποκαταστάσεως στοιχείων και κυττάρων άνευ μεταμορφώσεως. Αναλόγως δε του είδους της υποκαταστάσεως των κυττάρων και των ιστών υπάρχει εκφύλιση αμυλοειδής, ήτοι διήθηση των στοιχείων των ιστών υπό σωματίων αμυλοειδών· εκφύλιση λιπώδης, ήτοι υποκατάσταση των μυϊκών ινών υπό κοκκίων λίπους· εκφύλιση υαλώδης, βλεννώδης κ.λ.π. Η δε δευτέρα κατηγορία, ο κυρίως εκφυλισμός, περιλαμβάνει πάσας τας καταστάσεις τας εμφαινούσας υπόλειψη της διαπλάσεως του εγκεφάλου είτε κατά κληρονομιά είτε, και δια πάθηση προηγουμένη και συνεπαγόμενος ου μόνον σωματικές πλημμελείες (κεφαλή δυσανάλογος μικρά, πεπλατυσμένη κατά το ινίο, μέτωπο προσκλίνον υπέρμετρα προς τα πίσω, βραχυσωμία, ασυμμετρία μελών, στίγματα άλλα σωματικά), άλλα και διαμαρτήματα ψυχικά και ηθικά (άνοια, βλακεία, ανισορροπία διανοητική, υπεραισθησία αισθητικών τίνων κέντρων, υπερευκινησία ενίων κινητικών κέντρων και εν γένει διαταραχές της κανονικής λειτουργίας του εγκεφάλου. Οι έκφυλοι τον, εγκέφαλο διακρίνονται υπό κλινική άποψη στους φρενοπαθείς (τους βλάκας, τους άνους, τους ασθενείς την διάνοια), οι οποίοι φέρουν εμφανείς βλάβες της εγκεφαλικής ουσίας και χαρακτηρίζονται διά την ανεπαρκή ανάπτυξη των διανοητικών και ηθικών αυτών δυνάμεων, και στους ανώτερους έκφυλους, άνευ εμφανών βλαβών του εγκεφάλου μετ’ άνισου και έκρυθμου αναπτύξεως των διανοητικών και ηθικών δυνάμεων, οπότε ο υπό κάποια άποψη προφανώς διαπρεπών διανοητικώς (ποιητής, μουσικός, καλλιτέχνης, επιστήμων) φωράται ετέρωθεν ενδεής πάσης ηθικής συνειδήσεως
Πηγή: Ι. Παπαθεοδώρου, Ανώτατος Γενικός Αρχίατρος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελ. 854
ΚΑΤΑΤΟΝΙΑ
Επί ορισμένων ψυχικών νοσημάτων παρατηρείται άθροισμα συμπτωμάτων, ήτοι συνδρομή, αποτελούμενη ιδίως εκ τριών στοιχείων: 1) αρνητισμού, 2) υποβολιμότητας, 3) στερεοτυπίας· τα συμπτώματα ταύτα συνιστούν την κατατονία. Ο αρνητισμός χαρακτηρίζεται υπό αρνήσεως υπακοής, και σε λίγο εντονότερο βαθμό υπό εκτελέσεως αντιθέτου πράξεως. Εκδηλώνεται υπό αλαλίας, ψευδούς ληθαργικού ύπνου, αρνήσεως τροφής, αρνήσεως να τείνει ο πάσχων την χείρα ή να εκτελέσει επιτασσόμενες πράξεις (εξαγωγή της γλώσσας, κλείσιμο των οφθαλμών). Εκτός των φαινόμενων τούτων, τα οποία αποτελούν τον έτερο-αρνητισμό, παρατηρούνται και έτερα φαινόμενα αυτό-αρνητισμού, συνιστάμενα σε συγκράτηση σιέλου, ούρων, κοπράνων. Σε εντονότερο βαθμό οι πάσχοντες παρουσιάζουν πλήρη αδράνεια, μένουν ακίνητοι και δύσκαμπτοι επί ημέρες, εβδομάδες και μήνες, άνευ ουδεμιάς κινήσεως, μετά βλέμματος απλανούς, ανθιστάμενοι σε πάσα παθητική κίνηση (κατατονική καταπληξία). Η υποβολιμότητα παρουσιάζει συμπτώματα φαινομενικά αντίθετα. Ο πάσχων τηρεί επί μακρόν την θέση την οποία δίδουμε εις τι των άκρων αυτού, επιτελεί επ’ αόριστο την κίνηση την οποία επιβάλλουμε, επαναλαμβάνει τις προφερόμενες λέξεις (ηχολαλία) ή τις εκτελούμενες πράξεις (ηχοπραξία). Η στερεοτυπία συνίσταται στην αυτόματη τήρηση επ’ άπειρο των αυτών θέσεων και στάσεων, την επιτέλεση των αυτών πράξεων, την προφορά των αυτών λέξεων. Η κατατονία είναι παθογνωμονικό σύμπτωμα ιδίως της πρωτογόνου άνοιας, εμφαίνον σε αυτή την πλήρη αυτού εκδήλωση. Παρατηρείται επίσης επί προϊούσης καθολικής παραλύσεως, επί τίνων περιπτώσεων γεροντικής άνοιας και σπανιότερα επί λοιμωδών και και τοξικών ψυχώσεων, αλλά σε μικρότερο βαθμό.
Πηγή: Μάνθος Κ.Τ., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιδ΄, σελ. 95
ΨΥΧΩΣΗ
Ψύχωση: Η ψυχική νόσος.
[Ψυχιατρική].  Ψυχώσεις η ψυχονευρώσεις καλούνται στην ψυχιατρική οι πρωτογενείς ψυχικές νόσοι, ως η μανία, η μελαγχολία, η σχιζοφρένια, η σύγχυση, η κατατονία, τα παραληρήματα, έτι δε η υστερία και η ψυχασθένεια και νευρασθένεια, οι οποίες ειδικότερα καλούνται ψυχονευρώσεις μετά των ψυχικών της επιληψίας διαταραχών (εκτός της άνοιας), διότι η επιληψία καθόλου θεωρείτο άλλοτε ως μη οργανική νόσος, αλλά ως νεύρωση. Επίσης υπό τον όρον ψυχώσεις περιλαμβάνεται και πάσα σχεδόν ψυχική νόσο, μεταχειριζόμενοι αυτόν εν τη σημασία του όρου ψυχοπάθεια εν όλη αυτού την έκταση, ονοματίζοντες δι’ αυτού και τις δευτερογενείς ψυχικές νόσους (ως είναι οι τοξικές και οι λοιμώδεις ψυχώσεις), τις εκφυλογενείς ψυχώσεις, κ.λ.π. Ο όρος ψυχώσεις γεννηθείς κατά αντιστοιχίαν προς τον όρο νευρώσεις, δι’ ου υπό τίνων συγγραφέων ονοματίζονται και αυτές οι ψυχώσεις (Freud), ενείχε την έννοια της ανόργανου καταστάσεως, την οποία έκτοτε βαθμηδόν άρξατο ν’ αποβάλει, μετά την διαπίστωση της οργανικής προελεύσεως ενίων εξ αυτών. Σήμερα όμως, δύναται κανείς να πει, απώλεσε πλήρως την έννοια αυτή, μετά την κρατούσαν αντίληψη ότι είναι σφαλερά και προς τα γεγονότα ασυμβίβαστος η διάκριση οργανικών και ανόργανων νόσων, της ανθρώπινης ψυχής ούσης «ψυχοειδοῦς ὑπεράγαν ἐξελιγμένου». Θα ήταν ίσως ορθό δια του όρου τούτου, προς αποφυγήν των συγχύσεων, λόγω της ονομασίας δι’ αυτού διαφόρων καταστάσεων, να καλούμε τις ψυχογενείς ψυχικές παθήσεις, ως τα ιδιοπαθή καλούμενα ψυχικά σύνδρομα, ως η μανία-μελαγχολία, σύγχυσις, κατατονία, σχιζοφρένια, παραληρήματα (όταν οι νόσοι αυτές είναι ιδιοπαθείς), η υστερία, η ψυχασθένεια, η νευρασθένεια, οι ιδεοληψίες, και παρορμήσεις και οι εκφυλογενείς καταστάσεις των ανώτερων καλουμένων έκφυλων. Υπό πολλών χρησιμοποιείται κοινώς ό όρος ψύχωση προς ονομασία και χαρακτηρισμό εντόνων ειδικών απασχολήσεων, ή έμμονων πεποιθήσεων ή έμμονων συναισθηματικών καταστάσεων ειδικών, ήτοι προς ομασία ανοιχτών συναισθηματικών ολοτήτων εν γένει.
Πηγή: Ζης Π.Α., Βοηθός της Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κδ΄, σελ. 876

Αρκετές άνθρωποι που πάσχουν από «κακές» ηθικές ψυχώσεις παρουσιάζονται από δημοσιογράφους στα τηλεοπτικά κανάλια ως «ευφυείς», με αποτέλεσμα κάτω από το πρίσμα της σύγχρονης ορθολογιστικής & τεχνοκρατικής εποχής, τα φαινόμενα να απατούν και οι ακροατές να οδηγούνται σε λανθασμένα συμπεράσματα για το τι είναι θεολογικά ορθό ή μη. Έτσι άνθρωποι με ψυχώσεις εγκληματικές, αλλά με «υψηλό δείκτη νοημοσύνης» πολλές φορές βρίσκουν απήχηση δημοτικότητας σε ευρείες μάζες. Για τον Θεό όμως η ευφυΐα ως μέτρο σωτηρίας πολύ λίγο μετράει σε σχέση με την καρδιά του ανθρώπου.

Ψυχώσεις Εκφυλογενείς.
Καλούνται ούτως οι ψυχώσεις οι οφειλόμενες στον εκφυλισμό, ως και οι ψυχικές καθόλου ανωμαλίες φύσεως εκφυλογενούς. Καλούνε δ’ εκφυλισμό οιανδήποτε παρέκκλιση από του φυσιολογικού τύπου, προερχομένη εκ της διαταράξεως της συσχετίσεως των οργάνων προς άλληλα και της προσαρμογής αυτών προς το περιβάλλον. Ο εκφυλισμός οφείλεται είτε σε κληρονομική μεταλλαγή είτε σε παραλλαγή προερχόμενη εκ των αιτίων του περιβάλλοντος, εξ ου διακρίνεται σε εκφυλισμό κληρονομικό και στον του περιβάλλοντος. Τα αίτια αυτού διακρίνονται σε εσωτερικά, τα οποία είναι εν πολλοίς ακόμη άγνωστα, φαίνονται δε σπουδαιότερα τούτων η δυσάρμοστη σύνθεση των ιδιοτήτων των γεννητικών κυττάρων των γονέων, ετι δε η αιμομιξία κ. ά., και σε εξωτερικά, στα όποια υπάγονται η αλλαγή της θερμοκρασίας της ατμοσφαίρας (όταν π. χ. γονείς μετακομίσουν από βορείους σε εύκρατες ζώνες), είτα δε διάφορες χημικές ουσίες, ως ο υδράργυρος, ο μόλυβδος, ο φωσφόρος, ο καπνός, η βενζόλη, η ανιλίνη, η κινίνη, το ιώδιο, το αρσενικό, και ιδιαιτέρως το οινόπνευμα διότι ο αλκοολισμός επιδρά καταστρεπτικά επί των γεννητικών κυττάρων), οι ακτίνες Röntgen, η σύφιλη, η ελονοσία και διάφορες τοξίνες, η ασιτία κ.α. Αλλά εκτός τούτων εκφυλογενείς καταστάσεις δύνανται να παραχθούν εξ επιδράσεως αιτιών επ’ αυτού του ατόμου -όχι δηλαδή εκ των γεννητικών αδένων- είτε κατά την ενδομήτριο ζωή, είτε κατά την πρώτη παιδική ηλικία, τουτέστιν στο στάδιο της διαπλάσεως αυτού και πριν να τελειωθεί η ανάπτυξη του νευρικού συστήματος.
Διαφέρουν κατά ταύτα οι εκφυλίσεις των ψυχώσεων κατά το ότι προσβάλλουν την διανοητικότητα του ατόμου σε αυτή την σύστασή της, είναι με άλλα λόγια ανωμαλία ή ατέλειες του οργάνου, αρχικά ελαττώματα και όχι επίκτητα γεγονότα της ψυχικής ζωής. Δεν είναι νόσοι, με άλλα λόγια, διότι και  αυτή η ψυχική νόσος, η αναπτυσσομένη επί των έκφυλων, είναι νόσος οφειλόμενη όχι σε άλλο αίτιο, αλλά σε αυτή ταύτη την εκφύλιση.
Οι εκφυλιστικές καταστάσεις διακρίνονται:
Στις ανισσοροπίες, στις οποίες περιλαμβάνονται
1) Οι ανώτεροι έκφυλοι. Πρόκειται περί καταστάσεως στην οποία ανήκουν άτομα ευφυή, ανώτερης διανοητικότητας, αλλά ατελή και φέροντα εν ελάττωμα εκδηλούμενο δια της ελλείψεως της αρμονίας και ισσοροπίας μεταξύ των διαφόρων διανοητικοτήτων των διαφόρων ροπών. Τούτων διακρίνονται:
        α΄) Οι δυσαρμονικοί,  οι οποίοι εμφανίζου άνιση άθροιση ελλείψεων και εξάρσεων των ψυχικών στοιχείων. Στην μικρή ηλικία εμφανίζουν πρώιμη ανάπτυξη, διανοητικότητα, έντονη περιέργεια να μάθουν και να συναισθάνονται το κάθετι, και συγχρόνως επίμονο ισχυρογνωμοσύνη, ένστικτα σκληρά, οργή βίαιη και σπασμωδική. Στην ήβη εμφανίζουν ημικρανίες, νευραλγίες, διαφόρους νευροπαθητικές διαταραχές, ως και κρίσεις παροδικής διεγέρσεως ή καταθλίψεως μετ’ εξάρσεως ψυχικών ή παθηματικών τάσεων. Ενήλικες γενόμενοι, είναι όντα πολύπλοκα ετερογενή, απαρτιζόμενα εκ δυσαναλόγων στοιχείων, προτερημάτων και ελαττωμάτων αντιφατικών. Έχουν διανοητικές δυνάμεις ανώτερες, φαντασία, εμπνεύσεις και εκδηλώσεις λογοτεχνικές, καλλιτεχνικές κ.λ.π., αλλά στερούνται κρίσεως στη ζωή, διότι λείπει η προσαρμοστότητα του πνεύματος, η συνέχεια, η λογική η κοινή, η ενότητα της διευθύνσεως στη ζωή και την διανοητική αυτών παραγωγή. Εξ ου, παρά την ευφυΐα των, είναι ανίκανοι να επιδοθούν σε ένα επάγγελμα κατ’ αναλογία προς την προβάλλουσα ευφυΐα των, να επιβλέψουν τα ενδιαφέροντα και τις οικογένειές τους, να κάμουν έτσι ώστε να ευοδωθούν οι υποθέσεις των. Η ύπαρξη των είναι επανάληψη διαρκής μιας μακράς αντιθέσεως μεταξύ της φανερής πλουσιότητας των μέσων και της πτωχείας των αποτελεσμάτων. Το κοινό θεωρεί αυτούς ως καλλιτέχνες, ως ανθρώπους ανώτερους, αλλά οι στενά προς αυτούς συνδεόμενοι βλέπουν τις ελλείψεις των, την ανικανότητα των, τις κακές ροπές των, των οποίων είναι όχι μόνον οι  μάρτυρες, άλλα και τα θύματα, διότι, παρεκτός της διανοητικής ανισορροπίας των, παρουσιάζουν εξάρσεις ευαισθησίας, ή αντιθέτως απόλυτο αναισθησία, ως και ελάττωση ή απόλυτη έλλειψη των ηθικών συναισθημάτων ή διαστροφές αυτών. Επίσης αβουλία και έκδηλη κυριαρχία του αυτοματισμού στην σκέψη και τις επιθυμίες, εξ ου τυ ευμετάβολο, η κινητικότητα, η αστάθεια, το αναποφάσιστο, οι εναλλαγές απάθειας και δραστηριότητος, διεγέρσεως και νάρκης, οι παροξυσμοί βίαιης συμπεριφοράς κ.τ.τ. Επί πλέον παρατηρούνται και τα φυσικά στίγματα του εκφυλισμού, οι διάφοροι παραμορφώσεις και ανωμαλίες φυσικές δηλαδή.
        β΄) Οι Ιδιόρρυθμοι και εκκεντρικοί. Είναι ο εντονότερος βαθμός της ανισορροπίας, ο οποίος εκδηλώνεται, εκτός της ως άνω δυσαρμονίας, και δι’ ειδικών τίνων νοσηρών εκδηλώσεων, των καλουμένων εκκεντρικοτήτων. Αυτές είναι μεμονωμένες μανίες, αφορούν είτε την εξωτερική εμφάνιση, ως π,χ. τον τρόπον του ενδύεσθαι, της κομμώσεως, του βαδίσματος, του γράφειν, του ομιλείν, είτε σε αλλόκοτο χειρονομία, εκφράσεις ή μορφασμό. Η εκκεντρικότητα πολλάκις καταδεικνύεται σε μερική παρορμητική τάση, η οποία ωθεί το άτομο σε μία διανοητική ή ηθική κατεύθυνση καθορισμένη, εκτός πάσης πρακτικής αξίας και χρησιμότητας, χωρίς όμως μέχρι τέλους να αφήνει την πρακτική ζωή κατά τα άλλα, χωρίς δηλαδή να επέρχεται ο αυτισμός των σχιζοφρενικών, δι’ όπερ ακριβώς διακρίνονται οι εκφυλογενείες τοιαύτες καταστάσεις από τούτων. Ούτως δ’ ασθενής θέλει έχει ζώα, άνθη, να γίνεται συλλέκτης ασήμαντων αντικειμένων, ως αμφιέσεων, ή εγκύπτει σε έρευνας αριθμών, εμπνεύσεις γελοίες κ.τ.τ. Η εξαιρετική ασωτία ή η εξαιρετική φιλαργυρία, ή θρησκευτική έξαρση, η πολιτική, ο ερωτισμός υπό όλες τις μορφές και διαστροφές, το αυτόματο ψεύδος, η ραδιουργία, η διπλοπροσωπία, τα πάθη παιγνιδιού και ποτών, η υποχονδρία και μισανθρωπία, είναι τάσεις παρατηρούμενες στα άτομα,  τα οποία το κοινό ονομάζει εκκεντρικά. Επ’ αυτών παρατηρούνται υστερικές ψυχικές κρίσεις και ψυχασθενικές εκδηλώσεις. Αυτοί είναι οι ασθενείς εκείνοι, εις τους οποίους δεν έχουμε έντονες νοσηρές εκδηλώσεις , και οι οποίοι ζουν στην κοινωνία, εκτός και αν τυχαία προσβληθούν υπό κάποιας κρίσεως ψυχοπάθειας και παρορμήσεως τίνος και οδηγηθούν στο ψυχιατρείο ή ενώπιον της δικαιοσύνης.
2) Στους μέσους έκφυλους. Σε αυτούς διακρίνουμε:
        α΄) Την απλή εκφύλιση, στην οποία υπάγονται ασθενείς με εντονότερα φαινόμενα των προηγουμένων, διότι επί πλέον υπάρχει ποικίλλουσα ψυχική αδυναμία και λείπει Η κρίση και η ηθική συνείδηση, ενώ έχουνν ειδικές ανώτερες πνευματικές δεξιότητες, και διότι εμφανίζουν ασυνήθιστη κινητικότητα ιδεών και συναισθημάτων, τάση παρορμητική προς την εκκεντρικότητα, δολιότητα, απάτη, βιαιότητα και πράξεις επικίνδυνους. Είναι κράματα αρετής και κακίας, ικανοί ενδιαφέροντος και μίσους, συναισθημάτων εγωιστικών και αλτρουιστικών, πράξεων εντίμων ή ατιμωτικών, λάμπουν στις εκδηλώσεις των, δια την χάριν της εμφανίσεως, την ζωηρή ευστροφίαν και οξύτητα του πνεύματος, την ποικιλίαν της εκφράσεως, την εξαιρετική μνήμη. Απ’ εναντίας εμφανίζουν κατωτερότητα διά πράγματα σοβαρά και στον τρόπον του ζην και της συμπεριφοράς. Η διάνοια των είναι ως εν όργανο, στο οποίον λείπουν αρκετές χορδές. Συνήθως συνυπάρχουν παρ’ αυτούς και φυσικά στίγματα, ως και παιδισμός διανοητικός,
        β΄) Την εκφύλιση μετά ψυχώσεως. Ενταύθα υπάγονται καταστάσεις εκφυλίσεως μετά ψυχώσεως, οι κυρίως καλούμενες εκφυλογενείς ψυχώσεις, δηλαδή ψυχώσεις που είναι αποτέλεσμα της εκφυλίσεως και μόνον αυτής. Εξαρτώνται δηλονότι εκ μιας ιδιοσυστασίας βαρύτερης και γενικότερης, διαφόρου των ειδικών ιδιοσυστασιών (βλ. χαρακτήρ), της καλούμενης διανοητικής ατέλειας ή εκφυλογενούς ιδιοσυστασίας. Στους λοιπούς ψυχοπαθείς η ψυχοπάθεια είναι το όλον, ενώ στις εκφυλογενείς καταστάσεις η ψυχοπάθεια είναι επεισοδιακό και επιπροστιθέμενο φαινόμενο. Επομένως η μελέτη αυτών είναι αχώριστος προς την μελέτη του εδάφους. Το έδαφος αυτό χαρακτηρίζεται διά των ψυχικών στιγμάτων του εκφυλισμού, τα οποία είναι, εκτός των ανωτέρω ψυχικών ανωμαλιών, και οι ιδεοληψίες και παρορμήσεις. Οι εκφυλογενείς ιδεοληψίες έχουν ειδικούς χαρακτήρας: είναι εξ ιδιοσυστασίας και όχι επίκτητοι, συχνάκις κληρονομικοί, πρώιμοι, διανοητικοί ευθύς εξ αρχής πολλαπλοί, μετά συχνών μεταβολών της ιδεοληπτικής ιδέας. Οι δε παρορμήσεις είναι τόσον συχνές και δεσπόζουν, ώστε η παρορμητικότητα απαρτίζει το βασικό σύμπτωμα της εκφυλογενούς καταστάσεως. Εξ αυτών δύνανται να διακριθούν οι διάφοροι έκφυλοι· και δηλαδή οι μεν κατώτεροι έκφυλοι εμφανίζουν την πλήρη κινητική παρόρμηση και η εξεργασία των επιθυμιών περιορίζεται σε απλή ανάκλαση. Στον μέσον βαθμό, ήτοι τους κυρίως έκφυλους, η παρορμητικότητα είναι ολιγότερον αθροιστική και συνοδεύεται υπό ιδέας, συνειδήσεως, συγκινητικότητας, αναμνήσεως, αλλά είναι μοιραία, κτηνώδης. Στους ανώτερους έκφυλους η παρορμητικότητα είναι προ παντός ψυχική και εκδηλώνεται δια διανοητικής αστάθειας, απροσεξίας, αβουλησίς, τικ (tic), τάσεων ιδεοληπτικών, εναντίον των οποίων το άτομο μάχεται, αλλά όχι πάντοτε νικηφόρα. Στους ανώτερους έκφυλους παρατηρούνται κατά προτίμηση ψυχικές παρορμήσεις, στους μέσους βαρύτερες παρορμήσεις, ως τοξικομανικές, γενετήσιες, κλοπής αυτοκτονίας, ανθρωποκτονίας κ.τ.τ. Στους κατωτέρους οι ενστικτώδεις παρορμήσεις, πυρκαγιάς, κλοπής, ανθρωποκτονίας, βιασμού, δολοφονίας κ.τ.τ. Ειδικότερα στους μέσους και κατωτέρους έκφυλους δύο τάσεις παρατηρούνται, οι οικογενειακές ανθρωποκτονίες (πατροκτονίες, παιδοκτονίες κ.λ.π.) και οι φρικώδεις γενετήσιες διαστροφές, ως η κτηνοβασία, νεκροφιλία, σαδισμός κ.τ.τ. Οι ψυχώσεις των έκφυλων οι αναπτυσσόμενες επί της τοιαύτης ιδιοσυστασίας διακρίνονται:
1) Στις λεγόμενες γενικές, οποίες είναι: Η μανία και μελαγχολία, οι οποίοι εκρήγνυνται εξ απίνης, ως όλες σχεδόν οι εκφυλογενείς ψυχικοί νόσοι, έχουν το παραλήρημα περιορισμένο και διαύγεια πληρέστερα, υφέσεις και διαλείψεις συχνές, και η θεραπεία των επέρχεται απότομα. Σε αυτές συχνά εναλλάσσονται μανία και μελαγχολία. Η διανοητική σύγχυσης, η οποία είναι λιγότερο οξεία, όχι τυπική, με τάση προς μετάπτωση σε άλλες ψυχικές καταστάσεις, ή αποβαίνει χρόνια ή θεραπεύεται ατελώς. Η άνοια, η οποία είναι δυνατόν επίσης να είναι εκφυλογενής, εμφανιζόμενη ακόμη και επί σύμφυτου διανοητικής εξασθενήσεως. Το συστηματικό παραλήρημα καταδιώξεων, το οποίο δεν είναι τυπικό, ούτε εξελίξεως συστηματικής. Διότι είτε οι παραληρητικές ιδέες μεγαλείων και καταδιώξεων επέρχονται μαζί, είτε προηγούνται οι των μεγαλείων είτε ακολουθούν σε μανική ή μελαγχολική προσβολή, δύναται να βελτιωθεί ή να σταματήσει σε ορισμένο σημείο της εξελίξεως του ή και να επιπροστεθούν σε αυτά άλλες εκδηλώσεις
2) Στις ειδικές των εκφυλογενών ψυχώσεις, οι οποίες είναι:
       α΄) Το παραλήρημα των μελαγχολικών διωκόμενων, στο οποίο έχουμε δηλαδή συνύπαρξη ενός μελαγχολικού παραληρήματος, ειδικά του παραληρήματος αυτοκατηγορίας ή υποχονδρίας, μεθ’ ενός συστηματικού, το οποίο είναι σχεδόν πάντοτε το παραλήρημα καταδιώξεων,
        β΄) Το παραλήρημα παρερμηνειών, όπερ θεωρούν κάποιοι ως εκφυλογενές,
        γ΄) Το παραλήρημα αυτοκατηγορίας συστηματικών, μετά συστηματικού υποχονδριακού παραληρήματος,
       δ΄) Το παραλήρημα διαδικασίας, όπερ επίσης θεωρείται ως ειδική ψυχοπάθεια των έκφυλων, ιδίως η μορφή διωκτών διωκομένων, άλλα και οι μορφές μεγαλομανιακών εφευρετών, αντιδικίας, ερωτικού - ζηλοτυπίας, μυστικού, πολιτικού, και το παραλήρημα σε δύο, και
       ε΄) οι ηθικές ψυχώσεις (ηθική παράνοια). οι εκ ταύτης πάσχοντες δεν εμφανίζουν ειμή εξαιρετικώς παραληρητικές ιδέας, η δε ελαττωματικότητα των συνίσταται στην διαστροφή των ηθικών συναισθημάτων. Οι ασθενείς αυτοί, παρ’ όλη την φαινομενική αυτών κρίση και λογική, αφήνονται να φθάσουν τρότο τινά ασυνείδητα και συχνάκις παροξυντικά σε εκλύσεις συμπεριφοράς, σε ασυνέπειες, υπερβολές αληθώς παθολογικές, εξ ου και το όνομα της ηθικής ψυχοπάθειας. Οι διεστραμμένες τάσεις των ατόμων τούτων εκδηλώνονται εκ παιδικής ηλικίας· δεν αγαπούν κανένα, οι θωπείες του ενοχλούν, είναι αναίσθητοι στις επιπλήξεις καθώς και στους επαίνους, στο πόνο και την χαρά των γονέων των, η ανυπακοή και το ψεύδος είναι δι’ αυτούς ανάγκη. Λίαν κενόδοξοι, δεν δέχονται να διευθύνονται από κανένα, είναι ευερέθιστοι, εμφανίζοντας και στην μικρότερη αντίρρηση εξάρσεις οργής, συνοδευμένες υπό παρορμητικών πράξεων κατά το μάλλον ή ήττον επικινδύνων. Βασανίζουν τα ζώα, στο σχολείο είναι ως επί το πολύ αμελείς, και ούτε ο μειλίχιος τρόπος ούτε η βία δύναται να καθυποτάξει αυτούς. Στην ήβη καθίστανται εντονότερες οι εκδηλώσεις αυτές και εμφανίζονται οι διαστροφές. Βραδύτερα οι άνθρωποι αυτοί ρέπουν σε περιπλανήσεις, στο παιχνίδι, την κλοπή, τις καταχρήσεις, την ακολασία, προς πάσα τέλος ανηθικότητα. Οιλέξεις οικογένεια, αδελφή, φίλος, τιμή, καθήκον είναι δι’ αυτούς κενές περιεχομένου. Είναι ανίκανοι να εξασκήσουν επάγγελμα και να κερδίζουν τα προς το ζειν, προσκολλώμενοι στους γονείς των, δια να ικανοποιήσουν τα παρορμητικά των πάθη, δια της βίας, φθάνοντας και μέχρι πατροκτονίας ακόμη. Είναι μάστιγες της οικογένειας και της κοινωνίας, προς τις αξιώσεις της οποίας είναι ανίκανοι να προσαρμοσθούν. Εν τούτοις στους περισσοτέρους η κυρίως διάνοια είναι λίαν ανεπτυγμένη, αρκετά καλλιεργημένη, ενίοτε αστράπτουσα, ενώ υπάρχει έλλειψη ηθικής, έλλειψη συναισθημάτων, απροσάρμοστο του χαρακτήρα και παρορμητικότητα.  Στην κατηγορία αυτή υπάγεται και η καλούμενη εγκληματική ψύχωση.
3) Στους κατωτέρους έκφυλους. Ενταύθα υπάγονται οι διάφοροι βαθμοί της σύμφυτου διανοητικής εξασθενήσεως, οι οποίες διακρίνονται στην μικρόνοια, την μωρία και την ιδιωτεία, η οποία είναι ο έσχατος βαθμός
Πηγή: Ζης Π.Α., Βοηθός της Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κδ΄, σσ. 876-877
Οι ψυχώσεις του πολέμου
Αυτές μελετήθηκαν κυρίως από την εποχή του πολέμου των Boers, και ιδίως κατά τον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο. Προγενέστερα εν τούτοις είχα ήδη παρατηρηθεί, ιδιαιτέρως υπό του Larrey, κατά την διάρκεια των πολέμων της Γαλλικής Επαναστάσεως και της αυτοκρατορίας. Ενταύθα όμως πρόκειται περί διαταραχών αξιολογούμενων εκ των πολεμικών επιχειρήσεων και ιδιαιτέρως εξ αυτής της μάχης, και ουχί περί των νευρικών ή φρενοβλαβικών συμβαμάτων, τα οποία δυνατόν να παρατηρηθούν και τα οποία παρατηρήθηκαν παρ’ άτομα ευρισκόμενα μακράν του μετώπου, σε απλούς πολίτες, αλλά επί τη ευκαιρία του πολέμου και ως επακολούθημα των πατριωτικών, οικογενειακών ή ατομικών συγκινήσεων, τις οποίας προκαλεί ο πόλεμος. Δέον δε να παρατηρήσουμε ευθύς εξ αρχής ότι οι δύο αυτές κατηγορίες των διαταραχών δεν έχουν την αυτήν σημασία· στη δεύτερη περίπτωση εμφανίζονται αυτές προϊόντως και βαθμηδόν στους εγνωσμένα προδιατεθειμένους και έχουν εντόνους πολλές φορές χαρακτήρες βαρύτητας και επιμονής· απ’ εναντίας στην πρώτη περίπτωση εμφανίζονται απότομα σε άτομα, τα οποία φαίνονται να απολαμβάνουν καλή υγεία και ιώνται σχεδόν πάντοτε κατά το μάλλον ή ήττον ταχέως.
Αριστερά: Ο θεός των νεοπαγανιστών Άρης (Πηγή: http://www.nationmaster.com/encyclopedia/Ares)
α΄) Διαταραχές νευροπαθητικές. Συχνάκις παρατηρείται ο συνδυασμός νευροπαθητικών συμπτωμάτων προς ψυχοπαθητικές εκδηλώσεις. Η όντως εκδηλωμένη νεύρωση ή ψυχονεύρωση τηρεί τότε συνήθως τους κλασσικούς αυτής χαρακτήρες. Η επιληψία είναι αρκούντως σπάνια. Η νευρασθένεια υπό μορφή εξαντλητικής νευροπάθειας και η υστερία υπό τις ποικιλότατες αυτής εκφάνσεις απαντούν πολύ περισσότερο.· στην πλειονότητα των περιπτώσεων προσβάλουν άτομα κατεχόμενα ήδη υπό κληρονομικών νευρικών επιβαρύνσεων και τα οποία εκδήλωσαν ήδη συμβάματα νευροπαθητικά. Στα κατά το παρόν συμβάματα αυτά ανάγονται εν μέρει οι παρατηρήσεις της καλούμενης συγκινητικής συνδρομής, της εσχάτως περιγραφείσας υπό των Mairet και Pieron.
β΄) Διαταραχές ψυχοπαθητικές. Οι πραγματευθέντες περί των ψυχοπαθειών του πολέμου συγγραφείς, και ιδιαιτέρως ο καθηγητής Régis, φαίνονται να συμφωνούν περίπου, όπως αναγνωρίσωσιν ότι αποτελούνται αυτές υπό δύο κυρίων συνδρομών ήτοι: του ψευδαισθητικού ονειρισμού και της αμνησικής διανοητικής συγχύσεως. Αμφότερες σχεδόν σταθεροί, έμμονοι, ιδίως δε η πρώτη, εμφανίζουν χαρακτήρες, οι οποίοι διακρίνουν αυτές του ονειρισμού και της κοινής διανοητικής συγχύσεως, και ακριβώς εκ τούτου είναι δυνατόν να ειδικεύσουμε τις ψυχοπάθειες του πολέμου.
        1) Ονειρισμός ψευδαισθητικός. Αυτός απαντά κατά κανόνα σχεδόν σε όλους του εκ του μετώπου επανερχομένους ψυχοπαθείς. Σε αυτόν πρόκειται περί ονείρων, τα οποία εκδηλώνονται στους τραυματίες και στα οποία παρεμβαίνουν επεισόδια των μαχών. Πρόκειται περί ονείρου το οποίον «έζησαν» εν ενεργεία και το οποίο δύναται να παραταθεί εισέτι και κατά την εγρήγορση, αποτελούν έτσι, κατά την διατύπωση του Régis, είδος τι «δευτέρας καταστάσεως». Το αντικείμενο του ονείρου είναι ενίοτε μοναδικό, απλό· αποτελείται δε συνήθως υπό των περιστάσεων, οι οποίες προκάλεσαν άπαξ και αποκλειστικά την νευροπληξία, δηλαδή: τραυματισμός, έκρηξη οβίδας, θέα του πεδίου της μάχης, κραυγές των τραυματιών, φόβος ισχυρός, πανικός εκ της υποχωρήσεως κ.λ.π. Πολλές φορές το αντικείμενο του ονείρου είναι πολλαπλό και το άτομο τότε αναζητά τρόπον τινά τα διάφορα διαδοχικά επεισόδια, των οποίων το σύνολο επέφερε εν τέλει την νευροπληξία (choc). Δέον να λάβουμε υπ’ όψιν ότι τα όνειρα αυτά, «επαγγελματικά» τρόπον τινά, δεν σχετίζονται ως προς το είδος αυτών προς την οινοπνευματίαση, καθόσον οι εν λόγω πάσχοντες είναι ως επί το πλείστον τελείως εγκρατείς. Ο ψευδαισθητικός ονειρισμός, αδιακρίτως της εντάσεως αυτού, είναι βραχείας διαρκείας, ήτοι 8 μέχρι 15 το πολύ ημερών. Συνηθέστατα ο πάσχων, ευρεθείς σε ανάπαυση και ηρεμία, μακράν του μετώπου και διά των καταλλήλων περιποιήσεων, ανακτά εντός ολίγων ημερών ύπνο ήρεμο, γαλήνιο και ανορθωτικό των δυνάμεων του. Όταν όμως υφίσταται συγχρόνως η «ύπνωση των μαχών», κατά τον Miliau, ο ονειρισμός αποβαίνει επιμονώτερος.
        2) Αμνησική διανοητική σύγχυση. Η διανοητική σύγχυση των εκ του μετώπου επανερχομένων στρατιωτών δεν έχει, ως ελέχθη, την αυτήν παράσταση της κλασσικής διανοητικής συγχύσεως. Ο ουσιώδης αυτής χαρακτήρας είναι η αμνησία. Έχει την έναρξη απότομη, ώσπερ το προκαλώντας αυτή αίτιο, και την διάρκεια σχετικώς βραχεία· ως εκ τούτου προσομοιάζει σαφώς προς την διανοητική σύγχυση της εκλαμψίας, της ηλιάσεως και των τοξικών λοιμώξεων. Δεν στερείται εν τούτοις ούτε σημείων αμβλυνοίας, ούτε ελλείψεως προσανατολισμού όσο ελαφρές και αν είναι οι εκδηλώσεις αυτής, ούτε και αυτού του ψευδαισθητικού ονειρισμού. Σε μερικές εν τούτοις περιπτώσεις η αμνησία είναι ατελής, με άλλα λόγια οι αναμνήσεις δεν είναι ολοσχερώς κατηργημένες, αλλά παραμένουν αφηρημένες και ασαφείς- ως δε παρατηρεί ο Régis, πρόκειται μάλλον περί εωθινής καταστάσεως, περί δυσμνησίας μάλλον ή περί αμνησίας. Πολύ συνηθέστερα η αμνησία είναι ολοσχερής, πλήρης, εκτεινόμενη σε ολόκληρο τον βίο και σε όλες τις λεπτομέρειες του ατόμου μέχρι της στιγμής της νευροπληξίας. Το συμβεβηκός, όπερ προκαλεί την εκδήλωση αυτής, δύναται κάλλιστα να διατηρηθεί στη μνήμη και να επακολουθήσει έπειτα περίοδος αμνησίας βραχείας περιόδου. Πλην όμως της περιπτώσεως αυτής, ο πάσχων έχει ήδη λησμονήσει τα πάντα· δεν δύναται να πει ούτε ποιος είναι, ούτε τι έπραξε, εξαιρέσει των ενδείξεων εκείνων, οι οποίες χορηγούνται σε αυτόν, εξ εκείνων τα όποια βλέπει κατά το παρόν πέριξ αυτού. Τέλος όσα εκ των ατόμων τούτων διατήρησαν την ανάμνηση των περιστάσεων, οι οποίες παρήγαγαν την νευροπληξία, μεταβάλλουν αυτή ευκόλως σε αγχώδη ιδέα και δημιουργούν ούτως ευχαρίστως τον ψευδαισθητικό ονειρισμό.
Αιτιολογία. Η μελέτη των διαφόρων τούτων ψυχοπαθειών καταδεικνύει ότι και ενταύθα η προδιάθεση έχει σπουδαία επίδραση, ήτις συνήθως εκδηλώνεται διά συνολικών ελαφρών σημείων, τα οποία περιέλαβε ο Dupré υπό την ονομασία της «συγκινητικής διαθέσεως». Οι μεγάλως προδιατεθειμένοι, υιοί αλκοολικών, αλκοολικοί και αυτοί, υιοί φρενοβλαβών που εκδήλωσαν και αυτοί μερικούς παροξυσμούς παραφροσύνης, σε προγενέστερη εποχή, δεν φαίνονται απαντώντες ή απαντούν κατ’ εξαίρεση μεταξύ των ημετέρων πασχόντων, καθόσον απεμακρύνθησαν ταχέως πριν αποσταλθούν στο μέτωπο ή ευθύς εξ αρχής της εκστρατείας, καθόσον μάλιστα οι πρώτες συγκινήσεις της πολεμικής εποχής άρκεσαν στο να προκαλέσουν την εμφάνιση συμβαμάτων βαρειών ψυχοπαθειών. Οι περί των οποίων ασχολούμεθα, είναι απλοί νευρικοί, ως επί το πλείστον λαθραίοι νευροπαθείς, και τα υπό αυτών εμφανιζόμενα ειδικά συμβάματα, ή μάλλον ο ειδικός τρόπος της εδκηλώσεως κοινοτάτων συμβαμάτων, αποδεικνύει ότι η πάθηση αυτών δέον να καταταχθεί στην κατηγορία των συγκινιτικών ψυχώσεων.
Πηγή: Καΐρης Μ.Ν. γυναικολόγος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κδ΄, σσ. 877-878

ΦΡΕΝΟΠΑΘΕΙΑ ή ΦΡΕΝΟΒΛΑΒΕΙΑ
Το γνώρισμα του φρενοβλαβούς, βλάβη, πάθηση των φρενών, πνευματική διαταραχή.
Ψυχοπαθολογία
Υπό τον γενικό όρο φρενοβλάβεια ή φρενοπάθεια υπάγονται εν τη ψυχιατρική όλες οι παθήσεις, οι οποίες έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό την διατάραξη των διανοητικών λειτουργιών. Και άλλοτε μεν νομιζόταν ότι οι φρενοβλάβειες δεν προέρχονται εξ οργανικών αλλοιώσεων της εγκεφαλικής ουσίας και ότι οι αλλοιώσεις οι παρατηρούμενες κατά τις νεκροτομίες είναι αποτελέσματα και όχι αίτια της παθήσεως. Σήμερα όμως, με τις προόδους της βιολογίας, φυσιολογίας και ανατομοπαθολογίας, είναι αποδεδειγμένο δια τις πλείστες των μορφών της φρενοβλάβειας ότι μετά των ψυχικών διαταραχών συνυπάρχουν και οργανικές βλάβες ορισμένων εγκεφαλικών κέντρων, ως φλεγμονές, αναιμίες, αιμορραγίε κ.τ.λ. Τα αίτια των φρενοβλαβειών είναι εξωτερικά και εσωτερικά. Μεταξύ των εξωτερικών αιτίων διακρίνουμε: α΄) Τις φυσικές αιτίες, ως οι δηλητηριάσεις, οι οποίες προκαλούν ψυχώσεις (σπουδαιότερα των δηλητηριάσεων τούτων είναι ή του οινοπνεύματος, ακολούθως δε η της μορφίνης, κοκαΐνης, αιθέρος, κ.τ.λ.), β΄) Τις λοιμώδεις νόσους, ως η σύφιλης, η φυματίωση, ή γρίππη, ο δάγγειος, οι οποίες προκαλούν ψυχικές διαταραχές, οξύ λοιμώδες παραλήρημα, ψευδαισθήσεις, διανοητική σύγχυση, κατατονία, μελαγχολία. γ΄) Τις εγκεφαλικές νόσους και τις του περιφερειακού νευρικού συστήματος (εγκεφαλικοί όγκοι, εμβολές, αιμορραγίες, ή πολυνευρίτιδες), οι οποίες προκαλούν την ψύχωση του Κόρσακωφ· και δ΄) Τα τραύματα του εγκεφάλου. Οι παθήσεις της ανταλλαγής της ύλης, ως και οι παθήσεις των ενδοκρινών αδένων, δύνανται να προκαλέσουν ψυχικές διαταραχές (διαβήτη, θυρεοειδίτιδα, αφαιρέσεις των γεννητικών αδένων, κ.τ.λ.). Ωσαύτως η εγκυμοσύνη, ο τοκετός, η εμμηνοληξία, ο αυνανισμός, οι αυτοδηλητηριάσεις, οι σωματικές και πνευματικές καταπονήσεις δύνανται να προκαλέσουν διαφόρους μορφές φρενοβλάβειας. Η πρόοδος του πολιτισμού, οι καθημερινές συγκινήσεις, η αγωνία της βιοπάλης, οι επαναστάσεις, οι πόλεμοι κ.λ.π. προδιαθέτουν προς φρενοβλάβειες. Ψυχικά εξωτερικά αίτια φρενοβλάβειας είναι οι διανοητικές κοπώσεις, οι μελέτες των ανεξιχνίαστων μυστηρίων της φύσεως, οι ηθικές καταπονήσεις, οι θλίψεις, οι στερήσεις, οι απώλειες προσφιλών προσώπων κ.τ.λ. Προδιαθέτοντα αίτια ή εσωτερικά είναι το κλίμα, η φυλή, το επάγγελμα, οι εποχές του έτους και ιδίως η νοσηρά κληρονομικότητα και ο σύγχρονος πολιτισμός. Θεραπευτικά ενδείκνυνται η πυρετοθεραπεία, οι διάφορες αντιδράσεις, οργανικές και ψυχικές η αντισυφιλιδική και αντιλοιμώδης θεραπεία, η εργοθεραπεία, η ψυχοθεραπεία, η φυσικοθεραπεία κ.λ.π. αναλόγως τής παρουσιαζόμενης περιπτώσεως.
Πηγή: Βλαστός Μ.Ν., Νευρολόγος - Ψυχίατρος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κδ΄, σελ. 212
Ιατροδικαστική
Ο ιατροδικαστής ο υπό της αρχής ή των συγγενών προσκαλούμενος να γνωμοδότηση αν ο πάσχων έχει ή δεν έχει σώας τας φρένας, κατά την ώρα που διέπραξε κάποιο αδίκημα είχε ή όχι αυτά σώας, αν εν συνειδήσει ή όχι εργάσθηκε, αν για κάποιο λόγο η κατάσταση του πνεύματος του είναι τέτοια, ώστε να επιτρέπει να καταλογισθεί αυτού ή μη κάποια πράξη, δέον να ανατρέξει : 1) Στην ιστορία της ζωής, την οποία μέχρι της ώρας εκείνης διήγαγε ο πάσχων (κληρονομικότητα, περιβάλλον βιοτικές περιπέτειες, διανοητική ανάπτυξη, έξεις χαρακτήρα, ηλικία, φύλο, ιδιοσυγκρασία του πάσχοντος, λήψη τοξικών ουσιών, οινοπνεύματος, οπίου, καφέ, αιθέρος κ.λ.π.). 2) Στην λεπτομερή έκθεση των γεγονότων εκείνων, δια των οποίων η αρχή ή οι συγγενείς του πάσχοντος προσκάλεσαν τον ιατρό. 3) Στην εξέταση των χειρογράφων επιστολών και παρομοίων αντικειμένων του ασθενούς (μελέτη του λογικού ειρμού των γραφομένων του γραφικού χαρακτήρα της ιδιορρύθμου ορθογραφίας κ.λ.π.). 4) Στην εξέταση του σώματος αυτού (φυσιογνωμία, στάση, δέρμα, θερμοκρασία, πέψη, αναπνοή, θρέψη, οστεώδες και μυικό σύστημα, αισθητικότητα, γενετήσια λειτουργία κ.λ.π.). 5) Στην μελέτη της καταστάσεως του πνεύματος του ασθενούς υπό την άποψη: α΄) της συγγενούς εξασθενήσεως αυτού (ηλίθιοι ή κρετίνοι, βλάκες, ανόητοι ή ευήθεις, κωφάλαλοι) και της επικτήτου (μωρία, απομώρανση), και β΄) υπό την άποψη της διαστροφής αυτού (παραισθήσεις, ψευδαισθησίες ορμές ακατάσχετοι, καταθλιπτικό παραλήρημα υπό μορφή διαφόρων μελαγχολιών ή καταδιώξεως, και διεγερτικό παραλήρημα υπό μορφή οξείας ή χρονιάς μανίας, κυκλικής παραφροσύνης κ.λ.π.)· και 6) Στον έλεγχο της φρενοβλάβειας μήπως είναι προσποιητή, ως συμβαίνει επί αποφυγής στρατεύσεως, επί επιβαλλομένου γάμου επί διαπράξεως εγκλήματος κ.λ.π., ως και εις τον έλεγχο της καταστάσεως των επιθανάτων, ήτι συχνάκις αποβαίνει όμοια στη μωρία, ίνα αποφανθεί κατά πόσο ο εγγύς του θανάτου ευρισκόμενος είχε συνείδηση των πράξεων του (τέλεσης γάμου, διαθήκη, δωρεά κ.λ.π.).
Ο ιατροδικαστής δι’ απασών των άνω εξετάσεων θα κατορθώσει να βρει, αν το ακαταλόγιστο των πράξεων του ασθενούς οφείλεται στη μη τέλεια ανάπτυξη ή στην κατάπτωση του πνεύματος του, αν οφείλεται σε διάφορες ακατάσχετες ορμές που δεν έχουν κανένα κοινό μετά της ορθής κρίσεως, ή τέλος αν οφείλονται στην διαταραχή αυτής της ίδιας της διανοίας του, ήτοι την διαστροφή, και επιδοθεί στην διαλεύκανση της έμμονου ιδέας της ψευδούς αντιλήψεως, ήτις οδηγεί και εξηγεί τις πράξεις αυτού
Πηγή: Ραλλίδης Ορ., Χειρούργος - Γυναικολόγος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κδ΄, σελ. 212

ΠΑΡΑΝΟΙΑ
Εσφαλμένη διανόηση, παραλογισμός σε ορισμένο κύκλο ιδεών· || αρχ., ανικανότητα περί την διανόηση, μωρία, παραφροσύνη, κατάσταση απαγορεύσεως: «γραφή παρανοίας» αίτησις κηρύξεως εις απαγόρευση.
Ψυχιατρική
Ο όρος παράνοια (paranoïa), χρησιμοποιούμενος κυρίως στη Γερμανία και Ιταλία, δεν είχε την αυτήν μέχρις εσχάτων σημασία στους διαφόρους συγγραφείς. Και κατ’ αρχάς υπ’ αυτόν τον όρο περιελάμβαναν πάσα κατάσταση χαρακτηριζομένη κυρίως διά παραληρήματος, από του συστηματικού ή ασυνάρτητου τοιούτου, μετά ή άνευ ψευδαισθησιών, μέχρι των έμμονων ιδεών και των απλών ιδεοληψιών και μέχρι της ψευδαισθητικής παραληρητικής συγχυτικής καταστάσεως, της φερόμενης υπό την ονομασία ψευδαισθήτωσης (Hallucinose). Και εκαλείτο το μεν χρόνιο παραλήρημα παράνοια χρόνια, πρωτοπαθής, βραδεία ή επίκτητος, οι έμμονες ιδέες και ιδεοληψίες εκαλούντο εκτρωτική ή στοιχειώδης παράνοια, και η ψευδαισθήτωσις παράνοια οξεία πρωτοπαθής. Ειδικότερα δε το παραλήρημα καταδιώξεων εφέρετο ως paranoïa persecutoria υπό του Krafft-Ebing, ο οποίος διέκρινε τις παράνοιες (ως εκάλει ούτος τα διάφορα παραληρήματα) στην originäta paranoïa και την paranoïa tardive . Βραδύτερο ο Mendel περιόρισε στην Γερμανία τα όρια της παράνοιας, περιλαμβάνων σε αυτή μόνον τα συστηματικά παραληρήματα. Υπό τον όρο δε paranoïa simpex, chronica, combinatoria, περιέλαβε τα παραληρήματα μετά συστηματικής εξελίξεως, τα παρερμηνευτικά καλούμενα, και δηλαδή ειδικά των μεγαλείων, καταδιώξεων, εφευρέσεων και αναμορφωτών. Εδέχετο δε ότι σε αυτά βραδύτατα επέρχετο εξασθένηση διανοητική. Ταυτοχρόνως ο Kraft-Ebing σημειώνει την σημασία των παρερμηνειών δια τις παράνοιες αυτές και δηλαδή τις τρεις αυτής της ποικιλίας: paranoïa originäre, paranoïa qurulaus, paranoïa inventoria.
Βραδύτερον ο Kraepeliu, συνθέσας την πρωτόγονο άνοια, περιέλαβε στην υπό αυτού κληθείσα παρανοϊκή μορφή αυτής πάντα τα παραληρήματα τα οποία ονόμαζε και παράνοιες. Κατόπιν παρατηρώντας ότι διάφορος ήταν η εξέλιξη πλείστων εξ αυτών, τα οποία δεν απολήγουν σε έντονο διανοητική εξασθένηση ουδέ μετά μακρότατα έτη, αποχώρησε της πρωτογόνου άνοιας αυτά, τα οποία διακρίνονται δια την έλλειψη ψευδαισθησιών και, απεναντίας δια την ύπαρξη αθρόων παρερμηνειών, ως την αντίδραση του ατόμου σε αυτά, όπερ όταν είναι μορφής καταδιώξεων ιδίως ή και άλλων και θεωρεί εαυτό αδικούμενο προσφεύγει σε δικαστήρια, και δια την ρηθείσα διατήρηση της διάνοιας σε καλή κατάσταση, ονόμασε αυτές παράνοιες, θεωρώντας αυτά ανεξάρτητα και προς την πρωτόγονο άνοια. Εξακολούθει τότε να περιλαμβάνει σε αυτήν τα ψευδαισθητικά συστηματικά ή μετά συστηματικής εξελίξεως, καλών αυτά παρανοϊκή μορφή της πρωτογόνου άνοιας, ή παραφρενίας.
Βραδύτερον δε χωρίσθηκαν της πρωτογόνου άνοιας τα συστηματικά ή μετά συστηματικής εξελίξεως, διότι ναι μεν απολήγουν σε άνοια, αλλά λίαν βραδέως, οπότε καλούνται παραφρενίες. Στην παρανοϊκή μορφή της πρωτογόνου άνοιας υπήχθησαν μετά ταύτα τα ταχίστης διανοητικής εξασθενήσεως, ως και τα μη συστηματοποιημένα. Ταυτοχρόνως οι Seriux και Capgras περιγράψανε καλώς και μελέτησαν τις παράνοιες, ων διέκριναν δύο τύπους, την φερόμενη υπ’ αυτών ως παραλήρημα παρερμηνειών την φερόμενη ως παραλήρημα διαδικασίας, παραληρήματα δηλαδή, τα οποία δεν απολήγουν σε άνοια. Συνεπώς, ως παράνοιες δέον να νοούμε τα συστηματικά ή συστηματικής εξελίξεως παραληρήματα, τα οποία δεν απολήγουν σε πλήρη άνοια, ως είναι κυρίως τα παραληρήματα παρερμηνειών και διαδικασίας. Ίσως σε αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και το παραλήρημα  φαντασίας του Dupré, ως και τα επί υποθέσεων ερειδόμενα και θεωρούμενα έπειτα ως πραγματικά γεγονότα, όσα δεν απολήγουν σε άνοια. Στη ελληνική γλώσσα γίνεται χρήση του όρου ηθική παράνοια. Αυτή στην Ευρώπη λέγεται και ηθική φρενίτιδα. Είναι εκφυλογενής κατάσταση συνισταμένη σε πλήρη διατήρηση της διανοίας, ενδέχεται δε να είναι ανώτερη του μετρίου, μετά τελείας ελλείψεως των ηθικών συναισθημάτων, ου ένεκα ο ηθικός παρανούς δύναται να πράξη πάσα πράξη ανήθικη, θεωρώντας αυτήν ως ορθή και καλή. Πρόκειται δηλονότι περί ηθικοδιανοητικής άνισορροπίας.
Πηγή: Ζης Π.Α., Βοηθός της Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιθ΄, σελ. 651
ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ
Απώλεια της φρονήσεως, έκσταση του νου, τρέλα·  || λόγος ή πράξη ασύνετη, άφρων: «αυτό που έκαμες είναι παραφροσύνη»
Ψυχιατρική
Παραφροσύνη καλείται κάθε ψυχική πάθηση. Ισοδυναμεί δε ο όρος αυτός προς τους ψυχοπάθεια ή φρενίτιδα, οι οποίοι βρίσκονται σε μεγάλη χρήση από την επιστήμη. Η λέξη παραφροσύνη δεν σημαίνει πάντοτε έλλειψη ή απώλεια του λογικού, διότι υπάρχουν παράφρονες λογικευμένοι. Ως εκ τούτου καθίσταται δυσχερές ενίοτε να καθορίσει κανείς περί ενός ατόμου αν είναι παράφρον, τόσο περισσότερο όσο καθόσον παραφροσύνης και εχεφροσύνης δεν υπάρχουν σαφή όρια, αλλά συνεχή μετάβαση. Κυρίως ο παράφρονας χαρακτηρίζεται υπό των αντιδράσεων τις οποίες παρουσιάζει, διότι αυτές μαζί με τις σκέψεις του αποτελούν την διανοητική ενέργεια αυτού. Συνήθως αρκούν τα λεγόμενα υπό αυτού για να χαρακτηρισθεί ως παράφρων, εκτός των λογικευμένων, εις τους οποίους ο χαρακτηρισμός γίνεται εκ του συνόλου των εκδηλώσεων της διανοίας και της παραβολής αυτής προς αυτή του προηγούμενου χρόνου. Έπειτα δε η αντίθεση μεταξύ των λεγομένων και της πραγματικότητας, η ελάττωση της διανοίας και το αδύνατο της επικοινωνίας, όταν ο πάσχων δεν ομιλεί,  είναι οι γενικοί χαρακτήρες δια των οποίων διακρίνεται ο φρενοπαθής. Αλλά και των λεγομένων αυτού ο χαρακτηρισμός ως ιδεών παραληρητικών, εκ των οποίων κρίνεται κανείς ως φρενοπαθείς, είναι δυσχερής. Καθόλου, τον παράφρονα χαρακτηρίζουν η μεταβολής της συμπεριφοράς, των ιδεών και των ασχολιών του ανθρώπου, η υπερβολική και δυσανάλογος ή αντιστρόφως, η έλλειψη αναλόγου αντιδράσεως αυτού και η καταπλήσσουσα ανομοιότητα αυτού προς τους λοιπούς ανθρώπους.
Πηγή: Ζης Π.Α., Βοηθός της Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιθ΄, σελ. 675

ΘΕΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΔΙΑΤΙΘΕΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟ (ΒΙΝΤΕΟ)

Η αποφασιστικότητα με την οποία πίπτουν οι επιστήμονες κατά της μεταφυσικής του δαιμονισμού, πλανά αρκετούς. Μαζί πέφτουν στο ίδιο λάθος. Η μεταφυσική δεν είναι επιστήμη (επιστητό). Είναι ζήτημα προσωπικής πίστης ή αν θέλει κανείς, και προσωπικής εμπειρίας. Η επιστήμη όταν ασχολείται με το μεταφυσικό παύει να είναι επιστήμη. Κατά συνέπεια κατηγορήματα, ρήσεις και αντιρρήσεις περί «μη υπάρξεως των δαιμόνων ως πρώτο αίτιο των δαιμονισμένων (ακόμη και αν αυτό ισχύει κάποιες φορές και όχι όλες)» αποτελούν προσωπικές απόψεις πίστης επιστημόνων, όχι επιστημονικές αποδείξεις. Στην φαινομενολογία συμφωνούν τόσο η θρησκεία όσο και η επιστήμη παρ’ όλες τις διαφορές στα υπολογιζόμενα πρώτα αίτια.

Αριστερά: «Όλοι έχουν ψυχική πάθηση», διατείνεται ο Ανδρέας Φώρκος, Διευθυντής Ψυχιατρικού τμήματος «Δρωμοκαΐτειου» για τους δαιμονισμένους. Και για την Ορθοδοξία είναι αναμφίβολο πως όλοι οι δαιμονισμένοι, ακόμη και εκείνοι που τους παριστάνουν, ασφαλώς «έχουν ψυχική πάθηση». Η διαφορά βρίσκεται στα πρώτα αίτια όχι στην φαινομενολογία. (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Δεξιά: «Μαύρη Μαγεία και Εξορκισμοί», Δημήτριος Παπαθανασίου, Ψυχολόγος.  (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Βλέπε και στο τέλος της σελίδας την περίπτωση της «γλωσσολαλίας»

Η ΠΑΡΑΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΡΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ (ΕΞΩΣΩΜΑΤΩΣΗ)

Άνω Αριστερά: Δέσποινα Διαμαντή, Μητέρα Δαιμονισμένου (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Άνω Κέντρο & Δεξιά: «Θέλει ψυχίατρο ή εξορκιστή;» (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Κάτω Αριστερά: Ο δαιμονισμένος σταυροκοπιέται την στιγμή που η προσωπικότητα του αλλάζει από εκείνη του δαιμονισμένου σε εκείνη της «αυθεντικής» προσωπικότητας. (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Κάτω Δεξιά: Η φτωχή κατοικία μέσα στην οποία ζει η οικογένεια του δαιμονισμένου. (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
 ΕΝΑ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟ
Βίντεο. Μέγεθος: 4.26Μb - Διάρκεια: 7΄:51΄΄
-Υπάρχει το πρόβλημα ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι έχει δαίμονες μέσα του. Ένας άνθρωπος ο οποίος μιλάει στην κάμερα και μετά μιλάει και ο άνθρωπος που ζει δίπλα του, και μας λέει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες αυτές. Είπαμε ότι σήμερα θα αναζητήσουμε την αλήθεια, μια ρεαλιστική αλήθεια για όλα αυτά, που συμβαίνουν γύρω μας, που μπορεί να είναι μεταφυσικά και ανεξήγητα αλλά πιστεύω ότι όλα τα πράγματα στην ζωή μας μπορούν να έχουν κάποια εξήγηση. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. (Δημοσιογράφος Χαρδαβέλλας)
-Αααα, εγώ τρώω ξύλο. Είμαι διάβολος. Εδώ είναι ο Άγιος Γεώργιος. Εδώ είναι ο (...βλασφημία..) ο Γεω....Καίγομαι, είμαι διάβολος. Καιγόμαστε. Εδώ είναι ο ταξιάρχης. Τρώω ξύλο. Είμαι διάβολος. Εδώ είναι ο ταξιάρχης. Οι φίλοι μου οι ανώμαλοι έχουν κάψει όλη την Αθήνα. Την εξουσία μας εμείς οι δαίμονες, εμείς οι διάβολοι την θέλουμε, οι δαίμονες. Εμείς τους (...ακατανόητο...). Έχουμε επιστρατεύσει... ο φίλος μου εκεί πέρα ο Μπους. Που έχει κηρύξει τον πόλεμο για να πάρει τα πετρέλαια. Θα πεθάνω. Σε όλα τα κράτη. Ο φίλος μου εκεί πέρα ο Μπους. Έχει σκοτώσει (...ακατανότητο...). Όλα τα βασίλεια. Έχουν κηρυχθεί... πολύ αίμα... η Περσία εκεί πέρα, όλα τα μέρη εκεί πέρα, έχουν κηρυχθεί σε πόλεμο, κατάλαβες; οι φίλοι μου εκεί πέρα οι Αμερικάνοι σκοτώνουνε τον κόσμο. Και κρεμάστε τον λαό τον αθώο. Άστον δεν έχει κάνει τίποτα.
Ο Δημιουργός, ότι δημιουργεί, όλα τα πάντα ένας θεός, ολόκληρος (Δαιμονισμένος)
-Ηρέμησε, ηρέμησε, ηρέμησε. (Δημοσιογράφος)
- [Ο Δαιμονισμένος σταυροκοπείται]. Δεν το θέλω είμαι άρρωστος. Συγνώμη. Είμαι χρόνια άρρωστος. Έχω (...ακατανόητο...) έχω γυρίσει όλα τα προσκυνήματα. Σε όλο τον κόσμο έχω πάει, στα Ιεροσόλυμα έχω πάει, στο Άγιο Όρος έχω πάει, σε όλα τα μέρη της γης που υπάρχουν (...ακατανόητο...). Από τον πατέρα μου πληρώνω. Ο πατέρας μου, δεν πιστεύανε οι γονείς μου, και (...ακατανόητο...) ήρθα εγώ (...ακατανόητο...) ο πατέρας μου (...ακατανόητο...) είχε βαπτίσει (...ακατανόητο...).
-Πότε ξεκίνησαν όλα αυτά είπατε; (δημοσιογράφος)
-Από 12 χρονών. (Μάνα δαιμονιζόμενου)
-Του συνέβη κάτι τότε;
-Χάλευε τα πρόβατα (...ακατανόητο...). Εκεί τότε του ήρθε ένα φύσημα. Φύσημα από το στόμα, φύσημα από το (...ακατανόητο...), το τρέξαμε σε όλους τους γιατρούς δεν του βρίσκανε τίποτα (1). Τίποτε, τίποτε. Εν τέλει κάποτε το πάει εκεί στην Αθήνα, στο (...ακατανόητο...) , στον καλύτερο γιατρό. Έτσι έλεγε ο νοικοκύρης. Τώρα δεν ξέρω εγώ κατά πόσο..., και όταν μπήκε μέσα, όπως τώρα που... [είδατε], έπεσε κάτω, πέφτει κάτω. «Γιατρέ εσένα σε λένε Νίκο, την γυναίκα σου την λένε Μαρία, χθες βράδυ δεν φάγατε ψωμί, σας έκαμα», του λέει, «και δεν φάγατε ψωμί, τσακωθήκατε για (...ακατανόητο...) ». Ξεράθηκε ο γιατρός (2). Όταν του είπε έτσι, του λέει, «χρυσέ μου για Θεό να πας το παιδί σου, όχι για γιατρό. Τρέξε.», του λέει «για τους Αγίους, για το (...ακατανόητο...) όχι για γιατρό. Μην πας» του έλεγαν.
-Εξορκισμό έχετε κάνει ποτέ στο παιδί σας;
-Πέταγε από χάμου και το έφερνε εκεί πάνω. Όπως ήταν από χάμου εκεί πάνω. [εννοεί αιώρηση στο ταβάνι]. Και βάλε από κάτω ρούχα, και βάλε μαξιλάρια να μην σπάσει το κεφάλι του, και βάλε το ένα και βάλε το άλλο. (3) Εν τέλει ήτανε από τον Θεό, δηλαδή (...ακατανόητο...) έπαθε τίποτα. Όπως εκαθόμαστε στην καρέκλα, τσουπ, όπως το πουλί έπεφτε κάτω, και έκανε έτσι. Δεν μπορώ να σας συστήσω [δείξω]. Ένα πρόσωπο αλλιώτικο, το έβλεπες και πάθαινες από συγκοπή καρδίας. Κάπως παραμορφωνότανε το πρόσωπο. Πήγε στο Άγιο Όρος 16 ημέρες. Πηγαίναμε στα κηρύγματα, πηγαίναμε στις εκκλησιές και τον πήραμε 3 φορές στα Ιεροσόλυμα.
-Δεν βρήκε γιατρειά. (Δημοσιογράφος)
-Τίποτα. Ένας λέει, «πάω στον Άγιο Φανούρι», μου λέει, «φέρτο εκεί κάτω», μου λέει, «στο σπίτι μου να το σταυρώσω που θα περάσει». Ε, αφού μου είπε ο άνθρωπος να το πάω, το πήγα την άλλη μέρα και το πήγα εκεί κάτω (...ακατανόητο...). Ήρθε ο άνθρωπος, το σταυρώνει, ... ήρθε αυτός και τρόμαξε, το σκότωσε, το σκότωσε, «ρε κερατά» του λέει «έχεις τη δύναμη να με βγάλεις. Εμένα με έχει ο Θεός βαλμένο (4), να φωνάξω, έρχεται η Δευτέρα Παρουσία, να φωνάζω για τον κόσμο, να πάνε στον Θεό, γιατί έρχεται η Δευτέρα Παρουσία. Έχεις την δύναμη να με βγάλεις, αλλά ο Θεός που με έβαλε σε αυτό το σώμα, σε αυτή την ψυχή, ο Θεός θα με βγάλει. Δεν μπορείτε κανένας να με βγάλει. Μόνο ο Θεός που με έβαλε, ο Θεός θα με βγάλει. Αλλά με έχει να φωνάζω για τον κόσμο.» (5)
-Ο υιός σας παλαιότερα όταν έβλεπε σταυρό αντιδρούσε;
-Όχι! Βλέπει την Παναγία και την κρατεί στα χέρια του.
-(...ακατανόητο...) (Δαιμονισμένος)
-Μην βιάζεσαι Θεοδωράκη μου, πες τα καλά. Φέρε τον εδώ τον σταυρό, φέρε τον εδώ. Μοναχός του βάφει [εννοεί Αγιογραφίες] (Μητέρα δαιμονιζόμενου)
-Έχετε ζωγραφίσει; (Δημοσιογράφος)
-Άγγελο.
-[Βάζει το σταυρό στα χείλη της]. Με τούτο δω, τον εσταύρωνε με τούτο εδώ έτσι. Της έκαμε τα χείλια.... εκεί πέρα... «Για όνομα του Θεού», του λέω. «Χριστός και Παναγιά», του λέω.
(...ακατανόητο...).
-Όπως καταλαβαίνετε δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ξεκινάμε την εκπομπή με το βίντεο αυτό. Είναι μια κλασσική περίπτωση, μιας τραγικής οικογένειας, η οποία πιστεύει, ότι στο σώμα του ανθρώπου αυτού που είδατε να λέει περίεργα και ακατάληπτα πράγματα, έχει μπει ο σατανάς μέσα του. Και τον πάνε στους γιατρούς σε πρώτη φάση. Οι γιατροί δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουνε. Ο άνθρωπος είναι φανερό ότι έχει ψυχικό νόσημα (6). Και αρχίζουν μετά την περιφορά στις εκκλησίες. Με τον σταυρό. να του βγάλουν τον δαίμονα. Πήγαμε και τους βρήκαμε και προσπαθώ να τους βρω ένα τρόπο να τους βοηθήσουμε διότι πραγματικά είναι μια τραγική περίπτωση. Αυτών των πάρα πολλών οικογενειών, που πιστεύουν ότι έχουν ένα μέλος στην οικογένεια που είναι δαιμονισμένος, που δεν ξέρουν τι να κάνουνε..., ακούσατε την κυρία που έλεγε ότι, μερικές φορές παραμορφώνει το πρόσωπό του, πετάει σαν πουλί μέσα στο δωμάτιο, τον πάμε στους γιατρούς και λέει ακατάληπτα πράγματα. Κει πέρα αναρωτιέμαι τι μπορεί να γίνει με αυτούς τους ανθρώπους, και ότι πρέπει να γίνει με τους ανθρώπους αυτούς, αρκεί ένας παπάς άραγε να σου ακουμπήσει τον σταυρό επάνω και να σε κάνει καλά (7) όταν, είναι φανερό, ότι εδώ υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα. Και θα ήθελα λίγο να κουβεντιάσουμε με τους καλεσμένους μας, να προσεγγίσουμε πρώτα... (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Δεξιά:  Δημήτριος Παπαθανασίου, Ψυχολόγος, κύριος αντίπαλος της μεταφυσικής του δαιμονισμού στην παρουσιαζόμενη εκπομπή με σταθερή τακτική την μην αποδοχή των μαρτυριών ή την διαστρέβλωσή τους. (Πηγή:  Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Σημειώσεις α.α.
1. Η μάνα του δαιμονισμένου, παρόλο ότι δήλωσε δημόσια στην εκπομπή ότι κατέφευγε από εξ’ αρχής στην ιατρική χωρίς αποτέλεσμα, σπιλώθηκε από τον παρών ψυχολόγο Δημήτριο Παπαθανασίου, εφόσον αυτός αρνήθηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο έτυχε οιασδήποτε ιατρικής φροντίδας με δηλώσεις του στα πλαίσια της εκπομπής. Με άλλα λόγια είτε ακυρώνεται η μαρτυρία της μητέρας του δαιμονισμένου, χαρακτηρίζοντας τα λόγια της ως ψέματα και αυτήν ως αναξιόπιστο μάρτυρα (άγνωστο με ποια επιστημονική κριτήρια), είτε ακυρώνονται οι προσπάθειες των ιατρών που ανέλαβαν την φροντίδα του δαιμονισμένου, ως μη πρέπουσες (άγνωστο με ποια επιστημονικά κριτήρια), εφόσον μη επιτυχείς. Στην ουσία δηλώνεται με πλάγια τρόπο και προφητικά, ότι θεραπευτική αγωγή προς τον δαιμονισμένο από τον Δημήτριο Παπαθανασίου θα επιφέρει την θεραπεία (άγνωστο με ποια επιστημονικά κριτήρια, εφόσον λείπη η αποδειξη και δηλαδή το θεραπευτικό αποτέλεσμα).
2. Ένα σημείο για το οποίο κανείς δεν έλαβε θέση στην εν λόγω εκπομπή, είναι η γνώση του δαιμονισμένου για τις παρελθόντες αμαρτίες του υποψηφίου θεράποντος ιατρού (Προς Εφεσίους, Κεφ. Δ΄ «31 πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία ἀρθήτω ἀφ' ὑμῶν σὺν πάσῃ κακίᾳ. 32 γίνεσθε δὲ εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ὑμῖν.»). Αυτή η μεταφυσική γνώση των δαιμονισμένων για τις αμαρτίες των άλλων προσώπων, ιδίως εκείνων που προσπαθούν να τους αντιμετωπίσουν, είναι κάτι που τονίζεται σε όχι μόνο σε εμπειρίες λαϊκών αλλά και ιερωμένων. (βλ. στην σελίδα Χριστιανικά Περίεργα την μαρτυρία του Έλληνα ιερέως για τους δαιμονισμένους). Με άλλα λόγια έχει κανείς να κάνει με μεροληπτική στάση και χρήση μαρτυριών από πλευράς «επιστήμης», εφόσον είτε αυτή η μαρτυρία  της μάνας του δαιμονισμένου απορρίπτεται ως «ψευδής είδηση», χωρίς κανένα επιστημονικό κριτήριο, είτε αυτή παραβλέπεται εφόσον δεν συνάδει με το εκ προτέρων κατασκευασμένο συμπέρασμα περί «ψυχικής, απολύτου μη μεταφυσικής έστω και εν μέρη, ασθένειας», ενάντια σε κάθε επιστημονική μέθοδο εξέτασης μαρτυριών.
3. Ακόμη ένα σημείο κατά το οποίο η μαρτυρία της μητρός δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν, είναι εκείνη η οποία περιγράφει την αιώρηση του παθόντος, μαρτυρία που αργότερα επαναλαμβάνει και ο δημοσιογράφος («πετάει σαν πουλί μέσα στο δωμάτιο»), και η οποία εφόσον δεν συνάδει με τους «φυσικούς γνωστούς νόμους», απορρίπτεται ως «ψευδής». Ευχής έργον θα ήταν, επιστήμη και θρησκεία να συνεργαστούν αρτιότερα εις την παρακολούθηση τέτοιων φαινόμενων για την εξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων. Ιδιαίτερη δε προσοχή πρέπει να δοθεί ακόμη και στην πιθανή μελλοντική εξήγησηα τέτοιων φαινόμενων. Έτσι ακόμη και αν αιωρήσεις ερμηνευτούν επιστημονικά, κατά οιοδήποτε τρόπο, δεν θα μπορούν να αποφανθούν ασφαλέστατα για τα πρώτα αίτια τους, εφόσον αυτά είναι το κύριο ζήτημα στον δαιμονισμό και όχι η φαινομενολογία του.
4. Εννοείται πως ο Θεός επιτρέπει αυτός ο άνθρωπος να παραμένει δαιμονισμένος, όχι ότι ο Θεός του «ξαπόστειλε τον δαίμονα» (βλ. την περίπτωση του Ιώβ στην Π.Δ.)
5. Εντύπωση προκαλούν τα λόγια του δαιμονισμένου. Διότι εάν και εφόσον επιστημονικές απόψεις ισχυρίζονται πως ο δαιμονισμός «εξαρτάται κυρίως και από το μορφωτικό επίπεδο» του δαιμονισμένου (βλ. άποψη τόσο του Ανδρέα Φώρκου κάτωθι και φώτο δεξιά, όσο και του Δημητρίου Παπαθανασίου ανωτέρω), εντούτοις δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί κανείς από τις υψηλές θεολογικές γνώσεις του παθόντα, γεγονός αντιφατικό με το «μορφωτικό» του επίπεδο. Επιπλέον είναι γνωστό πως ο εν λόγω δαιμονισμένος, όπως και πλείστοι άλλοι, δαιμονίζονται σε μικρές ηλικίες. Συγκεκριμένα στην παρούσα περίπτωση και σύμφωνα με τις μαρτυρίες της μητέρας, ο δαιμονισμός άρχισε όταν ο πάσχων ήταν «12 χρονών». Όταν λοιπόν μια «ψυχική ασθένεια» εμφανίζεται για πρώτη φορά στα 12 έτη ενός βιολογικού ανθρώπινου οργανισμού, και δηλαδή στην χρονιά της αποφοίτησης από την Στ΄ δημοτικού όσο αφορά τον ελλαδικό χώρο, αν υποθέσει κανείς ότι έτυχε της ευκαιρίας να φοιτήσει στο δημόσιο σχολείο,  δεν μπορεί να έχει υπάρξει «υψηλό μορφωτικό επίπεδο», όχι μόνο στο καθαρά γνωστικό χώρο των θετικών επιστημών, αλλά ούτε και σε εκείνον την Ορθόδοξης θεολογίας. Με άλλα λόγια, το «μορφωτικό επίπεδο» του δαιμονισμένου δεν παράγει τον δαιμονισμό αλλά ο δαιμονισμός είναι εκείνος ο οποίος διατηρεί το «μορφωτικό επίπεδο» χαμηλά, αν και όπως ελέχθη παραδόξως οι θεολογικές γνώσεις του δαιμονισμένου εκπλήσσουν. Ουσιαστικά στην παρούσα έχει να κάνει κανείς με ασαφέστατες δηλώσεις από πλευράς επιστημόνων, οι οποίες αφήνουν ερωτήματα και αμφιβολίες να αιωρούνται στο τηλεοπτικό κοινό, ασφαλώς προς κέρδος της θρησκευτικής άποψης για τα πρώτα αίτια του δαιμονισμού.
6. Το ψυχικό νόσημα του δαιμονιζόμενου είναι φανερότατο και για τους Ορθοδόξους, όχι μόνο για τους επιστήμονες και την επιστήμη.
7. Είναι άγνωστο γιατί θεωρείται αντιθέτως πως αρκεί ένα χάπι ή μια θεραπεία για να σε ιανθεί κάποιος, όταν σε αυτά τα ζητήματα φανερό και εξέχουσα λόγο έχει η υψηλής θεολογικής φύσεως φαινομενολογία της ασθένειας.
Βίντεο. Μέγεθος: 1.35Μb - Διάρκεια: 30΄΄
-Με τον όρο εξορκισμό, εννοείται η πρακτική εκδίωξης των δαιμόνων ή άλλων κακών οντοτήτων που υποτίθεται κατέχουν, αναλαμβάνουν τον έλεγχο ενός προσώπου ή ενός αντικειμένου. Ο εξορκιστής είναι συχνά ένας ιερέας ή άτομο προικισμένο με ειδικές δυνάμεις, αν θέλετε, και δεξιότητες. Χρησιμοποιεί ο εξορκιστής μια πληθώρα, αν θέλετε, ένα συνδυασμό μαγικών ή και θρησκευτικών ιεροπραξιών, προσευχές, φυλακτά, εικόνες και διάφορα άλλα αντικείμενα, φωνές, χειρονομίες, προσπαθώντας, μέσα από αυτή την διαδικασία, να εκβάλλει, να εκδιώξει το πονηρό πνεύμα, ή τον δαίμονα, είτε όπως είπα από ένα πρόσωπο που κατέχει τον έλεγχο ο δαίμονας, είτε αν θέλετε από κάποιο αντικείμενο, δηλαδή μπορεί από ένα σπίτι που είναι στοιχειωμένο, που κατέχεται από πνεύματα (1). (Ανδρέας Φώρκος)
-Ποια είναι η άποψη της ιατρικής επιστήμης για αυτά τα θέματα; (Δημοσιογράφος)
-Τα άτομα αυτά εμφανίζουν μια ψυχοπαθολογία. Και όταν λέμε μια ψυχοπαθολογία, τι είναι; Αυτή είναι όρος της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας, είναι μια σειρά διαταραχών της συμπεριφοράς του ατόμου. Μέσα σε αυτή την σειρά διαταραχών του ατόμου είναι η σχιζοφρένεια, είναι η μανία, είναι η άνοια η κατάθλιψης και η υστερία. Παλαιότερα ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των υστερικών ατόμων, που πάσχανε από υστερία, εκδήλωνε έτσι μια εικόνα, που έμοιαζε ότι κατείχοντο τα άτομα αυτά από τον δαίμονα. (2)
-Έχει τύχει ποτέ σε εσάς ή σε κάποιο συνάδελφό σας να αντιμετωπίσετε μια παρόμοια περίπτωση στην επαγγελματική σας καριέρα; (Δημοσιογράφος)
-Θα σας απαντήσω. Στα τριάντα τόσα χρόνια που εκτελώ την ψυχιατρική δεν έχω δει ούτε ένα περιστατικό που να μην εντάσσεται σε μια νοσολογική οντότητα της ψυχιατρικής, έστω και αν ισχυρίζετο ότι ήταν δαιμονισμένο ή όχι. Αντιθέτως έχω δει σε μοναστήρι άτομα που φαινότανε ότι έπασχαν καθαρά από ψυχικά νοσήματα να οδηγούνται για εξορκισμό και πολλές φορές μάλιστα είχα δει σε κάποιο μοναστήρι της αττικής, δεν θέλω να πω το όνομά του, που ήταν δεμένοι από τους συγγενείς και τους διαβάζανε ευχές επάνω, ενώ φαινότανε καθαρά ότι ήταν μια ασθενής..., είχε κρίση, έπασχε από συναισθηματική διαταραχή και ήτανε σε φάση μανίας. Αλλά επαναλαμβάνω, ουδέποτε είδα ένα περιστατικό που να μην εντάσσεται σε μια ψυχιατρική πάθηση. (3)
-Μπορεί αυτό το πράγμα, ο δαιμονισμός, ας το πούμε εντός εισαγωγικών, να συμβεί στον κάθε άνθρωπο ή πρέπει να υπάρχει μια συγκεκριμένη προδιάθεση του ατόμου;
-Κοιτάτε, αν θέλετε..., θεωρικά όλοι οι άνθρωποι, γιατί σχιζοφρένεια μπορεί να πάθουν όλοι, αλλά το παραλήρημα ότι έχω δαιμόνους ή όχι, εξαρτάται κυρίως και από το μορφωτικό επίπεδο. Δηλαδή εύκολα άτομα που παθαίνουνε αυτές τις παθήσεις, έχουνε χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και είναι επηρεασμένοι από διάφορες δοξασίες κ.λ.π., εκδηλώνουν παραλήρημα, δηλαδή εξωπραγματικές ιδέες, κατοχής δαιμόνων. (4)
-Υπάρχει κάποια εξήγηση για το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους θεραπεύονται, ή τουλάχιστον ισχυρίζονται ότι θεραπεύονται, ύστερα από ένα ιερέα που τους κάνει εξορκισμό;
-Μάλιστα. Ορισμένες από αυτές τις νοσολογικές οντότητες τις οποίες σας είπα, θεραπεύονται και μάλιστα θεαματικά, και θα αναφέρω ποια. Η σχιζοφρένεια λίγο δύσκολο, να θεραπευτεί ένας με την επέμβαση του ιερέως. Στην υστερία που ήτανε, ναι είναι θεαματική η επέμβαση του εξορκισμού. (5)
-Πώς εξηγείται αυτό;
-Είναι η αυθυποβολή. Είναι η υποβολή που εφαρμόζει ο εξορκιστής ή ο Άγιος, σε εισαγωγικά (6). (Πηγή: Ανδρέας Φώρκος, Διευθυντής Ψυχιατρικού τμήματος «Δρωμοκαΐτειου», Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Σημειώσεις α.α.
1. Η χρήση λειψάνων Αγίων προς επιτυχία εξορκισμού από λαϊκούς, άνευ της παρουσίας ιερέων, (πρβλ. εναπόθεση δαιμονισμένου κάτω από την κάρα «νεκρού» (sic) Αγίου κατά την λιτανευτική περιφορά του) δεν υπεισέρχεται στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η θεραπεία του δαιμονισμένου ανάγεται εις την υποβολή του ιερωμένου προς τον δαιμονιζόμενο (βλ. δήλωση Ανδρέα Φώρκου «Είναι η αυθυποβολή. Είναι η υποβολή που εφαρμόζει ο εξορκιστής ή ο Άγιος, σε εισαγωγικά», κατωτέρω)
2. Κατά αντιστροφή θέση της Ορθόδοξης πίστης είναι ότι άτομα που κατέχονται από δαίμονες, παρουσιάζονται να πάσχουν από «φυσικές ψυχικές ασθένειες».
3. Ακόμη και αν μια περίπτωση δεν εντάσσονταν στις λεγόμενες ψυχικές ασθένειες, η επιστήμη θα όριζε μια νέα ασθένεια μέσα στην οποία θα εντάσσονταν η συγκεκριμένη περίπτωση, μη δεχόμενη εκ των πραγμάτων ουδέν μεταφυσικό πρώτο αίτιο. Κατά την ίδια πάντοτε λογική, αν και δεν υπάρχει κανένα φυσικό αποδεδειγμένο πρώτο αίτιο για την ύπαρξη της ζωής στην γη, εντούτοις η επιστήμη δεν αποδέχεται, ούτε θα αποδεχθεί ποτέ της μεταφυσικό τέτοιο.
4. Το ίδιο «εξωπραγματικά» για την επιστήμη, είναι και τα οράματα Αγίων, πιστών, Αποστόλου Παύλου, Παναγίας κ.λ.π. Αυτά εις βαθύτερη γνώση της γραμμής που ακολουθεί η επιστημονική μέθοδος για την δημιουργία δογμάτων.
5. Υπάρχει όμως έστω και μια καταγεγραμμένη περίπτωση όπου η σχιζοφρένεια έχει θεραπευθεί με ξορκισμό. (βλ. σελίδα Χριστιανικά Περίεργα, την περίπτωση του π. Πέτρου).
6. Βλέπε σημείωση 1.
Βίντεο. Μέγεθος: 1.35Μb - Διάρκεια: 30΄΄
-Η άλλη πλευρά. Η πλευρά της επιστήμης αν θέλετε. (Δημοσιογράφος)
-Εκείνο που πρέπει να σας πω είναι ότι αυτά είναι γνωστά από το 1870. Δεν είναι τίποτα καινούργιο (1). (Δημήτριος Παπαθανασίου)
-Άρα, κατά την άποψη την δική σας και της επιστήμης σας, δεν έχουμε να κάνουμε με την είσοδο κάποιων δαιμόνων μέσα στο σώμα ενός ανθρώπου, αλλά έχουμε να κάνουμε με ιδεοληψίες ή με ψυχική νόσο που έχει αυτή την έκφραση.
-Ακριβώς! Και αυτή η κατηγορία, όταν δεν είναι ψύχωση, δηλαδή τρέλα που λέμε στην καθομιλουμένη, με θρησκευτικό χαρακτήρα, θρησκευτικό παραλήρημα, τις πιο πολλές φορές είναι κλασσική υστερία.(2) (Πηγή: Δημήτριος Παπαθανασίου, Ψυχολόγος, Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Σημειώσεις α.α.
1. Αναμφίβολα αυτά τα φαινόμενα είναι γνωστά για την θρησκεία πολύ περισσότερο νωρίτερα από το 1870, που η επιστήμη άρχισε να τα παρακολουθεί με τους δικούς της τρόπους.
2. Βλέπε τις σημειώσεις στο παραλήρημα κατοχής.

ΠΑΡΑΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, ΔΑΙΜΟΝΕΣ & ΑΣΤΡΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

Για την ορθοδοξία η ενασχόληση με το αστρικό πεδίο, τις αστρικές προβολές και την «εξωσωμάτωση» είναι άκρως επικίνδυνη. Μπορεί ο ενασχολούμενος με αυτές τις καταστάσεις να νομίζει ότι αποκτά δυνάμεις, ότι γνωρίζει καλύτερα τις μεταφυσικές του ικανότητες, ότι δεν υπάρχει τίποτα το κακό, όμως η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Αυτό γίνεται αντιληπτό ιδίως σε εκείνους που προσπαθούν να γίνουν Χριστιανοί ενόσω ασχολούνται και με αυτά τα ζητήματα.
Βίντεο. Μέγεθος: 169Kb - Διάρκεια: 30΄΄
-Ορίστε [Δημοσιογράφος]
-Εγώ θα μιλήσω σαν παραψυχολόγος γιατί βλέπω ... ο.... δεν είναι παραψυχολόγος και είναι λίγο περίεργο. Ούτε η επιστήμη της ψυχολογίας, ούτε η Εκκλησία μπορεί να πει με σαφήνεια από ότι καταλάβαμε, αν υπάρχει δαιμονισμός ή όχι, πνεύματα ή όχι (1).
-Έχετε δίκιο [Δημοσιογράφος]
-[προσπαθεί να παρέμβει ανπιτυχώς ο παρευρισκόμενος ιερέας]
-Αφήστε να μιλήσω... η παραψυχολογία λοιπόν σήμερα έχει την δυνατότητα, να δει, βγαίνοντας στο αστρικό επίπεδο, αν υπάρχει δαίμονας ή κακό πνεύμα, όπως  θέλετε, να το αντιμετωπίσει, να ξέρει αν θα φύγει ή δεν θα φύγει κ.λ.π.  (2) Κάντε μια εκπομπή σε αυτό επάνω να μάθετε πολλά πράγματα.(3) (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Alter, Εκπομπή Οι Πύλες του Ανεξήγητου, Σάββατο 5 Μαΐου 2007)
Σημειώσεις α.α.
1. Η εκκλησία δεν ενδιαφέρεται να πει με σαφήνεια αν υπάρχει δαιμονισμός ή όχι. Την ενδιαφέρει η λύτρωση του ανθρώπου από την κόλαση την στιγμή που θα έλθει η παγκόσμια βασιλεία του Χριστού. Και η Ορθόδοξος Εκκλησία «μπορεί να πει με σαφήνεια» τον τρόπο με τον οποίο είναι σίγουρο ότι θα πραγματοποιηθεί αυτή, δηλαδή με την συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας που της παραδοθήκαν από τον ίδιο τον Θεό. Αντίθετα οι αστρικές προβολές και οι συν αυτής ενασχολήσεις δεν έχουν παραδοθεί από τον Θεό, που είναι η Αγάπη και το Απόλυτο Αγαθό, με συνέπεια να μην ταυτίζονται με τις αναφερόμενες αυτές «ιδιότητες». Σίγουρα με τις αντίθετες. Βλ. και σημείωση Νο 3.
2. Η επιτυχημένη αντιμετώπιση δαιμόνων στο αστρικό πεδίο είναι πλασματική. Τα φαινόμενα εξαπατούν, εκτός του ότι ελλοχεύουν τρομεροί κίνδυνοι για την σωτηρία της ψυχής, οι οποίοι δεν είναι ευκόλως ορατοί και αντιληπτοί. Η «φυγή» δαιμόνων ή οντοτήτων ή «θεών» του αστρικού πεδίου κατόπιν εφαρμογής μεθόδων «ψυχικής επίθεσης» ή «ψυχικής άμυνας», δεν εξασφαλίζει την παντοτινή ασφάλεια του ατόμου, πέρα του ότι «φυγή» δεν σημαίνει και «οριστική απομάκρυνση» του κινδύνου. Το «αστρικό πεδίο» δεν είναι ο «φυσικός χώρος» του ανθρώπου και όσο και αν «εξασκείται» κανείς μην περιμένει να του γίνει τέτοιος. Ο άνθρωπος δεν μπορεί με χρήση προηγμένης τεχνολογίας ακόμη και σήμερα να βασιλέψει πλήρως επί του υδάτινου περιβάλλοντος (υποβρύχια κατάσταση). Μην περιμένει λοιπόν κανείς να «βασιλέψει» στο αστρικό πεδίο, χώρο όπου υπάρχουν πολλοί και ικανοί «ανταγωνιστές».  Επί πλέον και θεολογικά, η προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει δαίμονες στον αστρικό χώρο μόνος του, είναι παρόμοια με την προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει τους «κακούς ανθρώπους» στον φυσικό χώρο μόνος του. Δηλαδή άνευ της συμμετοχής του Αγαθού Θεού στην ζωή του ενασχολούμενου, ως εφαρμογή βιώματος. Εκ τούτου είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων εις αποτυχία. Το «κακό» δεν κερδίζεται με (κακά) όπλα (βλ. π.χ. «Ο Πόλεμος των Άστρων» όπου το «καλό» κερδίζει το «κακό» με την χρήση, αναγκαστικά κακών όπλων και άλλων παρομοίων μεθόδων). Το κακό κερδίζεται με εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου, σύμφωνα με τους νόμους του Αγαθού και της Αγάπης, δηλαδή του Θεού και με την συμμετοχή του πρώτου στην Θεότητα με την Θεία Κοινωνία. Με άλλα λόγια το κακό δεν νικιέται με «κτυπήματα καράτε» (Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ε΄ «39 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ' ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην· »), πόσο μάλλον με κτυπήματα μαγείας ή μοναχικής μεταφυσικής βίαιης επίθεσης άνευ συμμετοχής του Παντοδύναμου Θεού (αστρικής προβολής).
3. Αυτό που πρόκειται να μάθουν οι τηλεθεατές σε περίπτωση διδασκαλίας της αστρικής προβολής και των μεθόδων ενασχόλησης σε «πνευματικές άμυνες», δεν είναι παρά μια σειρά από πνευματικές πλάνες υπερηφάνειας. Οι ενασχολήσεις στο μεταφυσικό και ιδίως η έναρξή τους, στην πλειάδα των περιπτώσεων, δεν συμβαίνουν ένεκα ανακάλυψης και εξέτασης του μυστηρίου, αλλά ένεκα αλαζονικής στάσης απόκτησης «ικανοτήτων» που ξεφεύγουν από την, προσιτή στους «κοινούς θνητούς», φυσική διάσταση. Αντίθετα ο Χριστός για την επιτυχία στην μεταφυσική διάσταση, διακήρυξε οπωσδήποτε την υπαρκτή και με έργα αγάπη προς τον πλησίον στην φυσική διάσταση, εκεί όπου ο κάθε συνάνθρωπος αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της επιβίωσης. Η «μεταφυσική» του Ιησού Χριστού είναι ευλογημένη ως ενέργεια μέσα στο ανθρώπινο σύνολο, όχι στην απομόνωση της αλαζονικής «εξωσωματικής κρεβατοκάμαρας» ή της «εξωσωματικής κουνιστής καρέκλας» (ο νοών νοείτω) εις προσπάθεια κυνηγιού «φαντασμάτων» και «θεών» από το «υπερπέραν».
(από apologitis)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts with Thumbnails