Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Μύθοι των Θεών για να Ζεις, άλλη μία Ψευδαίσθηση!

Χωρίς αμφιβολία, σημαντικός φορέας της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας είναι ο μύθος, η μυθολογία με την οποία μεγάλωσαν αρκετές γενιές και τότε, αλλά και σήμερα. Ο Δυτικός όμως πολιτισμός εδώ και χρόνια αντί να κατανοήσει ότι αυτοί οι μύθοι δεν παίζουν κανένα άλλο ρόλο παρά να διδάξουν τον ίδιο τον άνθρωπο, ότι αφορούν αυτόν άμεσα, αυτόν και τους...
κατ’ όνομα θεούς του, αντιμετωπίζει το μύθο σαν μία ανθολογία ευχάριστων ιστοριών που οι καλύτερες από αυτές φθάνουν στο κινηματογραφικό πανί με ή χωρίς γυαλιά 3D.
Χωρίς να απορρίπτουμε και αυτή τη διάσταση στον αρχαίο ελληνικό μύθο ή τον ρόλο των θεών μέσα σε αυτό, οι μύθοι αποτελούν αφηγήσεις με τη διαφορά ότι ενσωματώνουν και έναν υπερβατικό χαρακτήρα, δηλαδή προσπαθούν να εξηγήσουν τη σχέση του ανθρώπου με τις δυνάμεις εκείνες που δρουν και υπάρχουν εκτός του πεδίου της δράσης του.
Ένας από τους πιο αναγνωρισμένους μελετητές του Ελληνικού μύθου, ο Joseph Campell στην ερώτηση γιατί η μυθολογία είναι τόσο σημαντική απαντάει: «[ο μύθος] σε φέρνει σε επαφή με ένα πεδίο γνώσης που είναι εκτός από εσένα, εκτός από την ίδια σου την ύπαρξη, το ίδιο σου το είναι. Αποκαλύπτει το απόλυτο μυστήριο της ύπαρξης και της ανυπαρξίας και ξεπερνά όλη τη γνώση και τη σκέψη. Ο τρόπος που λειτουργούν τα μυθολογικά σύμβολα είναι να σας δώσουν την αίσθηση ότι: Α, ναι! Το αναγνωρίζω αυτό στον εαυτό μου!»…Παρόλο αυτά, το να αναζητούμε την αλήθεια στον μύθο είναι λίγο παραπλανητικό γιατί όταν μιλάμε για την αλήθεια θεωρούμε ότι είναι κάτι που μπορούμε να το αντιληφθούμε χειροπιαστά. Όμως δεν λειτουργεί καθόλου με αυτόν τον τρόπο.»
Αυτό ίσως να είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα των μυαλών του 20ου αιώνα, η σύγχυση μεταξύ επιστήμης και ιστορίας. Ο μύθος χρησιμοποιεί μία εικονογραφία ή διαφορετικά έναν συμβολισμό για να διηγηθεί αυτά που δεν μπορούν να περιγραφούν διαφορετικά, και τότε είναι που ο σύγχρονος νους επιχειρεί να μεταφράσει αυτά όχι με έναν συμβολικό τρόπο, αλλά μέσω εμπειρίας. Τα σύμβολα και τα δρώμενα του μύθου ντύνονται με το ένδυμα της ιστορικής αναφοράς γεγονός όμως που ακυρώνει την ίδια τη φύση του συμβόλου το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί σε ένα πεδίο ερμηνείας και ύπαρξης μέσα στον ίδιο τον παρατηρητή. Μαθαίνοντας το μύθο μαθαίνεις για τον ίδιο το ρόλο σου μέσα σε αυτόν τον κόσμο της δημιουργίας.
Ο μύθος λειτουργεί σαν μία διαφάνεια μπροστά στα μάτια του παρατηρητή μέσω της οποίας θα μπορέσει να περιγράψει την υπερβατικότητα της ίδιας της ύπαρξής του. Αν ένας οποιοσδήποτε θεός μπει μπροστά από αυτή τη διαφάνεια, (δηλ. η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να αντιληφθεί τον κόσμο του με έναν συμβολικό τρόπο) τότε αποκόβει τον άνθρωπο από αυτή την υπερβατικότητα και τον μετατρέπει σε έναν πιστό ακόλουθο και λατρευτή που δεν έχει ούτε μπορεί κατά διάνοια να εισχωρήσει στο ίδιο το μυστήριο της ύπαρξής του.
Νοσεί με λίγα λόγια από από την παθολογία της θεολογίας και της επιστημονικότητας, την παθολογία της πραγματικότητας των πέντε αισθήσεων, την παθολογία της ερμηνείας σύμφωνα με το ιερό βιβλίο είτε θρησκευτικό είτε επιστημονικό, την παθολογία της σωστής ερμηνείας της λέξης που είναι φυσικά δογματικά μία και μοναδική.
Δεν είναι τυχαίο που σε κάθε μυθολογία του κόσμου δεν υπάρχει ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σώμα ιστοριών, παρά συναντάμε ένα πλήθος παραλλαγών τις οποίες οι αρχαίοι δεν ασχολήθηκαν ποτέ να τις κανονικοποιήσουν σε ένα συγκεντρωτικό έργο όπως μετέπειτα έγινε με τη Βίβλο.
Ο μύθος έχοντας ουσιαστικά τέσσερεις αρκετά ενεργούς ρόλους—μυστικιστικό, κοσμολογικό, κοινωνιολογικό και διδακτικό—εμπεριέχει μία δυναμική που αν συνδυαστεί με την εσωτερική δύναμη του κάθε ατόμου μπορεί να υποστηρίξει άξια την πορεία του σε αυτή τη ζωή. Πολλοί από εμάς ακολουθούμε πιστά διάφορους μύθους που άκριτα υιοθετήσαμε, τους λατρεύουμε τους πιστεύουμε ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι εκείνοι που βρίσκονται σε αρμονία με την ίδια μας την ύπαρξη, αλλά σε συμφωνία με τις τσέπες κάποιων αυτοαποκαλούμενων ερευνητών-διδασκάλων, θρησκευτικών, πολιτικών, επιστημονικών κτλ. Ο μύθος δεν έχει σκοπό να δέσει την αντίληψη του ανθρώπου, αλλά εφόσον γνωρίσει εκείνα τα ερεθίσματα και τις εικόνες που τον εμπνέουν να τον στηρίξει διαμορφώνοντας τη δική του προσωπική μυθολογία.
Σημαντικό κομμάτι ενός μύθου είναι το δρώμενο, η πράξη ή διαφορετικά εκείνη η αναπαράσταση που σκοπό έχει να ενθυμίσει στον θεατή ποια είναι η θέση του μέσα στο σύμπαν. Αν και σήμερα μπορεί να μην πράττουμε τα ίδια δρώμενα της αρχαίας Ελλάδας ή να συμμετέχουμε σε αυτά, η ίδια η ζωή και πολύ περισσότερο οι πράξεις μας λειτουργούν σαν ένα δρώμενο. Ακόμα και η ετοιμασία του καθημερινού μας φαγητού είναι μία πράξη, ένα είδος τελετουργικού που αποκτά και ένα κοινωνικό χαρακτήρα όταν σε ένα δείπνο συμμετέχουν και οι φίλοι μας. Αν και ποτέ δεν το πολυσκεφτόμαστε αυτό όταν τρώμε, ότι κάνουμε δηλαδή κάτι αρκετά σημαντικό στην πραγματικότητα κάθε φορά συμβαίνει αυτό, συμμετέχουμε σε ένα δρώμενο που ταυτόχρονα δεν έχουμε και επίγνωση του τι κάνουμε (αν και δεν θα έπρεπε παντα να συμβαίνει αυτό) και δεν αντιλαμβανόμαστε τις επιμέρους προεκτάσεις αυτής της πράξης.
Ο άνθρωπος μπορεί λόγω του πεπερασμένου της φύσης του να μην είναι ικανός να αντιληφθεί άμεσα όλες αυτές τις λεπτές ενέργειες που τον περιτριγυρίζουν, αλλά μπορεί να τις νιώσει μέσα από την ίδια του την εμπειρία και τις πράξεις ή τα δρώμενα στα οποία αποφασίζει να συμμετάσχει. Ο μύθος όπως αναφέραμε τον βοηθάει σαν ένα εργαλείο να δώσει μορφή σε αυτή την υπερβατικότητα, να την περιγράψει και να την κατανοήσει όσο αυτό είναι δυνατό, για αυτό το λόγο είναι πάντα εύκαμπτος, εύπλαστος και όχι δογματικός. Πού βρίσκονται όμως οι θεοί σε όλο αυτό το δρώμενο;
Στην τραγωδία του Ευριπίδη, Ηρακλής, ο ομώνυμος ήρωας, γιος του Δία και μίας θνητής, θα έλεγε κανείς πως πράττοντας τους άθλους του εξασφάλισε για πολλούς ανθρώπους μία πιο ήρεμη ζωή στην οποία μπορούσαν καλύτερα να προσφέρουν θυσίες στους θεούς τους. Παρόλα αυτά, η Ήρα γεμάτη ζήλεια για τα ερωτικά παραπτώματα του συζύγου της τρελαίνει τον Ηρακλή και τον παρακινεί παρά τη θέλησή του να σκοτώσει την αγαπημένη του γυναίκα και τα παιδιά του. Ο ίδιος ο Ηρακλής αρνείται να δεχθεί αυτό που έχει γίνει και μέσα από τα λόγια του ποιητή αναφωνεί: «Τα βάσανά μου έχουν φθάσει στα όριά τους. Δεν πιστεύω ότι οι θεοί διακατέχονται από σφοδρή επιθυμία για παράνομες σχέσεις ή ότι αλυσοδένουν ο ένας τον άλλον…. Αυτός ο θεός που είναι πραγματικός θεός δεν έχει ανάγκη υλικών αγαθών. Όλα αυτά είναι απλά παραμύθια για τους ποιητές.»
Με λίγα λόγια ο Ηρακλής ποσώς ενδιαφέρεται για τα παιχνιδάκια που παίζουν οι θεοί μεταξύ τους—στα οποία είναι και το θύμα—για τον πολύ απλό λόγο πως όλα αυτά δεν τον βοηθούν στο να μάθει πώς πρέπει να ζει. Αν το σκεφτεί κανείς διαφορετικά, ακόμα και η αθανασία που τάζουν οι θεοί στους ήρωες δεν είναι τίποτα άλλο από την θέση που θα αποκτήσει ο ήρωας μόνος του, δηλ. εκείνη της λατρείας του ήρωα σαν ανάμνηση, υπενθύμιση και παράδειγμα προς μίμηση για τις επόμενες γενεές. Με λίγα λόγια οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν την υποχρέωση να φτιάξουν τον δρόμο τους και να φανούν ανώτεροι από τους ίδιους εκείνους τους ασήμαντους θεούς τους, ενώ παράλληλα αποδεικνύουν ότι στην ουσία δεν υφίστανται—τουλάχιστον σαν πραγματικοί θεοί.
Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν η αρχαία Ελληνική θρησκεία—αν αυτή είναι η σωστή λέξη που την περιγράφει, ή μήπως όχι;—αφήνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα αφού επιτρέπει στους θνητούς να ξεδιπλώσουν το χαρακτήρα τους. Είναι ένα σύνολο συμπεριφοράς για εκείνους που μπορούν να φέρουν ευθύνες παρά να καρπώνονται αγαθά και να λαμβάνουν απολαβές και τιμές. Δεν υπάρχει ενιαίο δόγμα ή θεολογική συνάφεια, δεν υπάρχει αγία έδρα, ισχυρό ιερατείο, δεν υπάρχει μία και μοναδική πίστη και ασφαλώς καμία εξασφάλιση ότι ο θεός του καθενός θα συμπεριφερθεί σωστά (αλήθεια τι ακριβώς σημαίνει αυτό το τελευταίο).
Ο Campbell θα έλεγε ότι οι Ελληνικοί θεοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία άλλη ράτσα ανθρώπων και θα θεωρούσε για παράδειγμα την επίσκεψη του Οδυσσέα στο νησί του θεού Ήλιου εκείνη τη στιγμή που ο ήρωας φθάνει στο ύψιστο σημείο της φώτισής του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Από τις πρώτες ραψωδίες της Ιλιάδας ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται άμεσα ότι όλοι αυτοί οι ήρωες δεν μπορούν να καταφέρουν σχεδόν τίποτα από μόνοι τους αν δεν βοηθηθούν σε σημαντικό βαθμό από τους θεούς τους ή τις επιπτώσεις των πράξεών τους. Το παράδειγμα του Αχιλλέα είναι χαρακτηριστικό.
Η θέση του να αποσυρθεί από τη μάχη σαν αντίποινα για την αρπαγή της Βρισηίδας από τον Αγαμέμνονα θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο την έκβαση του πολέμου, αλλά οδηγεί και στο θάνατο του καλύτερού του φίλου, του Πατρόκλου. Από τους πρώτους στίχους του προοιμίου μας πληροφορεί ο ποιητής πως όλα γίνονται σύμφωνα με τις επιταγές του Δία, «Διός ετελείωτο βουλη.» Οι θνητοί στην Ιλιάδα βρίσκονται μέσα σε μία συνεχή ομίχλη για το τι πραγματικά συμβαίνει εφόσον οι θεοί παίρνουν μέρος στον πόλεμο μεταμφιεσμένοι, παρεμβαίνουν για να σώσουν τους αγαπημένους τους ήρωες και κάποιες φορές τραυματίζονται (ναι, αν και αθάνατοι συμβαίνει και αυτό).
Άλλες φορές γίνονται παρεμβατικοί στέλνοντας όνειρα στους θνητούς είτε για να τους εμψυχώσουν είτε για να τους παραπλανήσουν και άλλες φορές στέλνουν οιωνούς που οι θνητοί επιβάλλεται να τους λάβουν πάρα πολύ σοβαρά.
Σε άλλες πτυχές της ανθρώπινης ζωής μαθαίνουμε ότι οι θνητοί πριν κάποιο σημαντικό ξεκίνημα πρέπει να έχουν την εύνοια των θεών και μερικοί από αυτούς είναι ακόμα και σε θέση να προβλέψουν το μέλλον για αυτούς μέσω αντιπροσώπων σε μαντεία. Αλήθεια γιατί ένας θεός όπως ο Απόλλωνας να μιλάει με γρίφους στο μαντείο του στους Δελφούς και πόσο μάλλον να προβλέπει το μέλλον αν δεν το ξέρει ήδη όντας ένας θεός; Μία απάντηση σε αυτό δίνει ο φιλόσοφος Ηράκλειτος λέγοντας ότι ο Απόλλωνας ούτε αποκαλύπτει, αλλά ούτε και κρύβει την αλήθεια. Στέλνει οιωνούς.»
Συνοψίζοντας οι αρχαίοι Ελληνικοί θεοί είναι απόμακροι και μιλούν με γρίφους ή στην χειρότερη περίπτωση εξαπατούν τους θνητούς επίτηδες. Είναι θεοί που τους παραπλανούν και καμιά φορά τους αφαιρούν τη ζωή, θεοί που δεν δίνουν πάντα τις καλύτερες συμβουλές στους θνητούς-πιστούς τους και παίρνουν ενεργό μέρος σε πολέμους ευνοώντας την μία ή την άλλη παράταξη. Κανένας αρχαίος Έλληνας, αλλά ούτε και Ρωμαίος θα ήταν φυσικά σε θέση να θεωρήσει ότι οι θεοί του έδιναν μεγάλη σημασία και ενδιαφέρονταν ουσιαστικά για την ανθρωπότητα.
Εκείνοι οι θεοί που βρίσκονταν στις υψηλές θέσεις τις ιεραρχίες κατοικούσαν απομονωμένοι μακριά από τους θνητούς στον Όλυμπο. Αν και καμιά φορά κάποιους από αυτούς έδειχνε συναισθήματα αγάπης και προστασίας απέναντι σε ορισμένους διαλεχτούς θνητούς, ιδιαίτερα εκείνους με τους οποίους είχαν κάνει παιδιά μαζί τους, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτή τους η πράξη είναι ανιδιοτελής. Συνήθως ένας θεός ή θεά ερωτεύεται έναν ωραίο θνητό ή θνητή, κάνουν ένα παιδί και αργά ή γρήγορα (μάλλον γρήγορα) τους εγκαταλείπουν.
Ακόμα και στην περίπτωση της θεάς Αθηνάς και του πολυαγαπημένου της ήρωα Οδυσσέα δεν βρίσκεται εκείνη πάντα για αυτόν όταν τη χρειάζεται. Πάντα παίρνει τη μορφή θνητής μπροστά του και ενώ τον διαβεβαιώνει ότι δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ, τον αφήνει στην τύχη του γιατί δεν μπορεί να αντιταχθεί στην οργή του θείου της Ποσειδώνα. Τα ομηρικά έπη παρουσιάζουν με τον καλύτερο τρόπο τι είναι οι θεοί και γιατί είναι τόσο διαφορετικοί από τους θνητούς.
Έχουν σκοπό να δείξουν ποια είναι τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης, το μέγεθος της άγνοιας που έχουν οι θνητοί εφόσον οι θεοί παίζουν μαζί τους, αλλά και κάτι αρκετά σημαντικό: παρουσιάζουν ότι κάθε φορά που ο ήρωας φθάνει στο έσχατο σημείο της καταστροφής του εξαθλιωμένος με αυτά που τον έχουν βρει καθόλου τυχαία και είναι έτοιμος να ενεργοποιηθεί είτε για να πάρει εκδίκηση, είτε για να πάρει τη ζωή στα χέρια του, πάντα στη γωνία τον περιμένει ένας θεός να τον σταματήσει, να τον κάνει να σκεφθεί λογικά, να του προσφέρει υποστήριξη, να τον ελέγξει και να τον κάνει—για κάποιους από τους πιο τυχερούς—«αθάνατο.»
Η περίπτωση της Αθηνάς με τον Οδυσσέα, αλλά και τον Ηρακλή όπως αναφέραμε πιο πάνω είναι μόνο μερικά παραδείγματα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό του Οιδίποδα που από τη στιγμή που γεννήθηκε οι θεοί όχι μόνο τον σπρώχνουν προς την καταστροφή με κάθε δυνατό τρόπο, όχι μόνο επιτρέπουν να γίνουν αυτά τα εγκλήματα που έκανε, αλλά του έχουν στερήσει ίσως το πολυτιμότερο αγαθό: την ίδια του την ταυτότητα. Και το δράμα για την οικογένεια του Οιδίποδα δεν σταματάει εδώ: πολύ σωστά ο Σοφοκλής αναφέρει στην τραγωδία του «Αντιγόνη» ότι ο ένας φόνος θα φέρει τον άλλον μέχρι που οι θεοί να καταστρέψουν ολόκληρη την οικογένεια.
Μπορεί πολλοί από εσάς να αναρωτιέστε ήδη τι μπορεί να διδάξει ο μύθος, παρά το να κλειστεί κάποιος στο σπίτι του προσπαθώντας να μείνει αδρανής. Στις Βάκχες του Ευριπίδη διαβάζουμε ότι το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να «διατηρείτε το μέτρο και προσφέρετε δεήσεις, προσευχές και τιμές στους θεούς. Αυτή είναι και η καλύτερη θέση που μπορούν να υιοθετήσουν οι θνητοί.» Ενδεχομένως αυτή η συμβουλή να είναι συνετή, αλλά γίνεται να την ακολουθήσει κάποιος; Πώς μπορεί να γνωρίζει κάποιος τι είναι μέτρο, αν και εφόσον είμαστε θνητοί συνήθως διαπράττουμε σφάλματα;
Πώς μπορεί κάποιος να γνωρίζει τη βούληση των θεών αν τα μηνύματα που στέλνουν είναι αμφιλεγόμενα, αν οι θεοί δεν εμφανίζονται ποτέ και ακόμα και αν εμφανιστούν ανάμεσά μας μπορεί να μην είναι και η πιο σωστή κίνηση είτε να τους μιλήσουμε είτε να τους κοιτάξουμε; (δες την ιστορία του Ακταίονα).
Γιατί λοιπόν οι θεοί δεν βοηθούν τους ανθρώπους να απελευθερωθούν από την άγνοιά τους; Ίσως αυτό συμβαίνει γιατί αυτό που ονομάζουμε θεοί δεν υπάρχουν για αυτό το λόγο. Γιατί μπορεί ο Δίας και όλη του η οικογένεια ή οι αντίστοιχοι θεοί που έχουν τη δύναμη να μη δημιούργησαν αυτή την ανθρωπότητα. Πολύ απλά την κληρονόμησαν όπως και οι προκάτοχοί τους. Σε καμία περίπτωση αυτοί οι θεοί δεν έσκυψαν με αγάπη ή ανάλογα συναισθήματα πάνω από αυτή την ανθρωπότητα, δες το μύθο του Προμηθέα και της Πανδώρας.
Οι μύθοι λοιπόν, ένας συνδυασμός ρεαλιστικότητας και φαντασίας είναι ένας τρόπος όπου επιβεβαιώνει ότι ο κόσμος αυτός δεν είναι δίκαιος, ακόμα και αν κάποιος έχει δίκιο (βλέπε την περίπτωση της Αντιγόνης) και ότι η ίδια η ζωή δεν είναι καθόλου εύκολη και εξαιρετικά μίζερη για τους θνητούς. Μία εξαιρετική σκηνή από τον Όμηρο που δείχνει στον αναγνώστη ότι σε ύστατες στιγμές πόνου και δυστυχίας κανένας ήρωας δεν στρέφει τη σκέψη του προς τους θεούς του είναι όταν ο βασιλιάς της Τροίας, Πρίαμος πηγαίνει σαν ικέτης στον Αχιλλέα για να ζητήσει το νεκρό σώμα του γιου του, Έκτορα για ταφή. Εκεί ο Αχιλλέας αφηγείται μία ιστορία στον Πρίαμο, για δύο πιθάρια που έχει ο Δίας. Το ένα πιθάρι είναι γεμάτο καλά πράγματα και το άλλο αντίθετα γεμάτο με κακό.
Ο Δίας έχει την ικανότητα να δώσει τους ανθρώπους λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο περιεχόμενο ή μόνο κακό. Το ίδιο το κείμενο επιβεβαιώνει ότι η απόλυτη ευτυχία δεν είναι προνόμιο των θνητών. Και εκείνη τη στιγμή που κανένας θεός δεν μπορεί να συμπάσχει μαζί με έναν θνητό για τις δυστυχίες του, είναι ο Αχιλλέας που παρηγορεί τον Πρίαμο όταν εκείνος του φιλάει τα χέρια που σκότωσαν πολλούς από τους γιους του. Ακόμα και στο τέλος του Οιδίποδα μετά την τύφλωσή του ζητάει τις κόρες του να τον συνοδεύσουν.
Ακόμα και στην περίπτωση που οι θεοί συγκινηθούν για το χαμό κάποιου θνητού, οπως στην περίπτωση του Δία που έχυσε δάκρυα αίματος για τον επικείμενο θάνατο του γιου του Σαρπηδόνα, ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι αυτό γίνεται προς τιμήν του.
Ένα από τα πράγματα, λοιπόν που ο αρχαίος Ελληνικός μύθος διδάσκει είναι η υπευθυνότητα που πρέπει να έχει κάποιος απέναντι στον εαυτό του για αυτό και πρόκειται για ένα σύστημα που απευθύνεται σε όχι μικρούς ανθρώπους, ένα σύστημα που θα σε φορτώσει με πολύ περισσότερες υποχρεώσεις, παρά τιμές. Είναι ένας δρόμος που στο βάθος του δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ενθαρρύνει τους ήρωες να αμφισβητούν τους θεούς γιατί η ίδια αυτή η πράξη τούς βοηθήσει να ορίσουν και κατανοήσουν τα ανθρώπινα όριά τους.
Είναι ξεκάθαρο ότι παρά τις εμφανείς διαφορές του τότε και του σήμερα αυτές οι ίδιες ιστορίες αποτελούν έναν αρκετά καλό οδηγό και σύμβουλο αρκεί να μην περιμένετε να έρθετε σε επαφή με αυτές μέσω του κινηματογράφου, αλλά διαβάζοντας αυτές αυτούσιες. Είναι πολύ καλύτερο βάζετε εσείς οι ίδιοι τα όρια της δράσης σας ακόμα και αν αυτά είναι κάποιες φορές πεπερασμένα από να σας τα βάζουν κάποιοι συνεχώς δογματικά και αυθαίρετα.
Διάβασε τους μύθους με μάτια γεμάτα θαυμασμό καθώς οι μύθοι αποκαλύπτουν κοσμικά μηνύματα. Διάβασε τους μύθους χρησιμοποιώντας τον ενεστώτα χρόνο: η αιωνιότητα είναι το Τώρα. Διάβασε τους μύθους στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: ο μύθος ζει ακόμα μέσα σου. Κάθε μύθος που έχει αξία εκπέμπει και σήμερα έναν μαγνητισμό. Παρατήρησε τις εικόνες και τις ιστορίες οι οποίες σε ελκύουν και εκείνες που σε απωθούν.
Ψάξε να βρεις για επαναλαμβανόμενα πρότυπα, αλλά μη χαθείς σε λεπτομέρειες. Σπάσε τους παρωχημένους τρόπους σκέψεις και άνοιξε τους ορίζοντές σου: η μυθολογία βρίσκεται παντού και αναπαράγεται παντού δρώντας σαν ένας συνεκτικός κρίκος συνεργειακά και τελετουργικά. Να θυμάσαι ότι οι μύθοι είναι δημόσια όνειρα και τα όνειρα προσωπικοί μύθοι.
Χρησιμοποιήθηκαν: M. Lefkowitz, Greek Gods, Human Lives: What We Can Learn from Myths (2003)
J. Campbell, Myths to Live by (1993)
(από terrapapers)

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts with Thumbnails