Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΑΝΤΙΛΗΨΗ‏

Κατά τους Πυθαγορείους ως «Κακά» (αισχρά και ασύµφορα) ορίζονται η αταξία και η ασυµ­µετρία (Ιάµβλιχος, «Περί του Πυθαγοριού Βίου», 2. 203), στις οποίες κατατάσσουν και την σω­µατική Ηδονή (<<ΑΙ ΔΕ ΗΔΟΝΑΙ ΕΚ ΠΑΝΤΟΣ ΤΡΟΠΟΥ ΚΑΚΟΝ», «ακούσµατα» σε Ιάµβλιχο, ως άνω 2. 85).
Κατά τους Στωϊκούς, τα «Κακά» (λατινιστί, mala), είναι εκείνα που οφείλει να αποφεύ­γει συστηµατικώς ο φιλόσοφος στον δρόµο προς τον «Σοφό». Οι Στωϊκοί διακρίνουν τρία είδη «Κακών», τις «Κακίες», τις «Κακουργίεις» και τα...
«πάθη». Στις «Κακίες» κατατάσσουν τον παραλογισµό, την Άγνοια, την Αδικία, την Απιστία, την Κτη­τικότητα, την άλογο Εχθρότη­τα, την Ανανδρεία και την Απε­ρισκεψία, ενώ στις «Κακουργί­εις» τις ανόητες και άδικες πρά­ξεις. Ως «πάθη» ορίζονται όλες οι «Ορμές δίχως µέτρο, ανεξέλεγκτες ή «πλεονάζουσες», οι οποίες θεωρούνται ασθένειες και αναπηρία της ψυχής και εί­ναι διαταρακτικές για το «Ηγε­µονικόν» της ψυχής και κατά προέκταση για ολόκληρο την ύπαρξη. Εδώ πρέπει να σηµει­ωθεί ότι, κατά τους Στωϊκούς, το Κακόν υπάρχει µόνον «κατά παρακολούθησιν της Αρετής ή του Αγαθού» και δεν είναι δυ­νατόν να λείψει από τον Κό­σµο, καθώς η Αρµονία και η Τελειότης έχουν πάντοτε ως προ­ϋπόθεσή τους, την ύπαρξη των αντιθέτων τους (δηλαδή της «εναντιότητος»).
Όπως παρατηρεί ο Επίκτητος, οι Θεοί διέταξαν να υπάρχουν, ανάµεσα σε άλλα αντίθετα, η Αρετή και η Κακία «για την αρ­µονία του συνόλου». Το ηθικό Κακόν δεν αποτελεί συνεπώς πραγµατικό Κακόν διότι χρη­σιµεύει στην αρµονία του συ­νόλου και εκπληροί έναν σαφή σκοπό. Το λεγόµενο «Κακόν» δεν είναι παρά η χυδαιοτέρα και κατωτάτη µορφή του «Αγα­θού» και, αντιστοίχως, ο φαύ­λος άνθρωπος στέκει απλώς, αυτοτιµωρούµενος κατ’ ουσί­αν, στην κατώτατη βαθµίδα τού ανθρωπίνου είδοις, προδότης της φύσεώς του και αυτο­ϋποβιβασθείς σε άλογο ζώον. Ο ενάρετος άνθρωπος δεν απει­λείται εκ της υπάρξεως του φαύλου, όπως και δεν απειλεί­ται από την πέριξ αυτού ύπαρ­ξη των φυτών και των αλόγων ζώων.
Οι Μεγαρικοί, αρνούνται την ύπαρξη αυτού που µπορεί να είναι αντίθετο προς το «Αγα­θόν», δηλαδή ενός ηθικού «Κα­κού» στον βίο των ανθρώπων, αφού, κατ’ αυτούς, το «Κακό» είναι υποχρεωτικώς ταυτόση­µο µε το Μη – Ον, δηλαδή µό­νον µε την ανυπαρξία.
Ο δυϊστής πλάτων ταυτίζει το «Κακόν» όχι µε το Μή – Ον, αλλά µε την (µη υπαρκτή κατά τους Υλοζωϊστές) άψυχο σωµα­τικότητα. Στον ύστερο Νεοπλα­τωνισµό πάντως (Πρόκλος), η Ύλη δεν θεωρείται ενσάρκωση και έκφραση του «Κακού», υι­οθετείται δε µάλλον η στωϊκή θέση ότι το λεγόµενο «Κακό» προκύπτει απλώς εκ των αναποφεύκτων συγκρούσεων ανά­µεσα στις αγαθές οντότητες, ως παραπροϊόν των αναγκαί­ων για την υπόσταση της αγα­θότητος αντιφάσεων τέλος, το υποτίθεται αυτοτε­λές και αυτόνοµο «Κακό», το οποίο παραδέχονται οι δυϊστι­κές Θρησκείες (Ζωροαστρισµός και οι 3 κλάδοι του Μονοθεϊ­σµού: Ιουδαϊσµός, Χριστιανισµός, Μωαµεθανισµός), στην Ελληνική κοσµοαντίληψη όχι απλώς δεν υπάρχει, αλλά ακόµη και η πιθανότης να υπάρ­ξει αποτελεί άτοπο. Το υποτι­θέµενο αυτοτελές Κακό ξεκι­νά εκ της πλάνης, ότι τάχα ο Θεός είναι µόνον και αποκλει­στικώς «Καλός». Αν συνέβαι­νε κάτι τέτοιο, τότε η ελάχιστη κακότης θα δηµιουργούσε αυ­τοµάτως ένα «κακό» αντιµα­χόµενο εξ ίσου άπειρο, πράγ­µα άτοπο, αφού εξ ορισµού δύο Άπειρα δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν.
(Από το «Θύραθεν Φιλοσοφικό Λεξικό» του Βλ. Ρασσιά, εκδόσεις «Ανοιχτή πόλη».
Από το Διιπετές

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts with Thumbnails